Ανοιχτή πόρτα

Από τον τσαγκάρη του παζαριού έως τα επώνυμα αθλητικά ~ Δημήτρης Κατσούλας

Spread the love

Ο Δημήτρης Κατσούλας είναι συνταξιούχος του Ταμείου Νομικών. Παρουσιάζεται: “Εν συντομία λοιπόν, έχουμε και λέμε: Με καταγωγή από την Μεσσηνία, αποφάσισα εν μέσω Πανδημίας COVID-19, να αποχωριστώ την Ελλάδα και να εγκατασταθώ στο Μιλάνο, βρίσκοντας διέξοδο στις αναζητήσεις μου Μουσική και Θέατρο, όπου παραμένουν οι μεγάλες μου Αγάπες. Μότο ζωής: ΥΠΝΟΣ, Ο ΜΙΣΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ|

Δημήτρης Κατσούλας

Φθινόπωρο, και οι ημέρες είχαν αρχίσει να μικραίνουν, καθώς το Γυμνάσιο στην κωμόπολη Αριστομένους Μεσσηνίας με περίμενε για την έναρξη των μαθημάτων της νέας σχολικής χρονιάς. Υπόψη ότι είχαν προηγηθεί γραπτές εξετάσεις για την εισαγωγή μου στο Γυμνάσιο από το Δημοτικό στις οποίες ήμουν επιτυχών, όπως επίσης γραπτές εξετάσεις απαιτούνταν και για την είσοδό μου στο Λύκειο. Για ένα παιδί του χωριού, αυτό το νέο ξεκίνημα δεν σήμαινε μόνο καινούργια βιβλία, αλλά και μια καθημερινή οδύσσεια: μια ώρα και είκοσι περίπου λεπτά ήταν η καθημερινή μου πεζοπορία (μαζί με άλλους έξι συμμαθητές/συμμαθήτριές από το χωριό) για να πάμε, και άλλη τόση ώρα για να γυρίσουμε. Δώδεκα ολόκληρα χιλιόμετρα καθημερινά, γεμάτα με κατσάβραχα, λάσπη τον χειμώνα και μπουχό το καλοκαίρι, πέρα από το ποτάμι της Βελίκας που έπρεπε να διασχίζουμε καθημερινά, ανασηκώνοντας παντελόνια και πιασμένοι χέρι-χέρι, επειδή γιοφύρι δεν υπήρξε, πατώντας επάνω σε πέτρες τις οποίες είχαμε τοποθετήσει από τον Σεπτέμβριο, όπου η ροή του ήταν χαμηλή. Από τα άγρια χαράματα ξεκινούσαμε από το χωριό για να είμαστε στις επτάμισι στο Γυμνάσιο.

Ο πατέρας μου, άνθρωπος του μεροκάματου και των αγροτικών ασχολιών, κοίταξε τα παλιά μου, λιωμένα παπούτσια – κάτι φθηνές ελβιέλες – που ήσαν τρύπια από το ποδόσφαιρο του Καλοκαιριού, και αναλογιζόμενος του τι σημαίνει να μετράς το δρόμο με τα πόδια και το ότι δεν θα άντεχαν ούτε έως τις πρώτες βροχές και τα λασπόνερα του Νοέμβρη, μου υποσχέθηκε ότι την Παρασκευή που θα είχε παζάρι στον Αριστομένη, θα μου παρήγγελνε καινούργια στον τσαγκάρη τον Στελάρα που ερχόταν κάθε εβδομάδα από την Μεσσήνη στο παζάρι του Αριστομένους και έπαιρνε παραγγελίες, όπου την επόμενη Παρασκευή θα μου τα είχε ετοιμάσει.

Η επίσκεψη στον τσαγκάρη – σε κάποιο διάλλειμα των μαθημάτων – έμοιαζε με ιεροτελεστία. Ο πατέρας μου δεν ζήτησε κάτι κομψό ή της μόδας, ζήτησε παπούτσια ν’ αντέχουν στις κακοτοπιές, στο βάρος της καθημερινής πεζοπορίας, να κρατούν το πόδι ζεστό και να μη καταλαβαίνουν από τα κακοτράχαλα που διανύαμε.

Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά του κατεργασμένου δέρματος και της κόλλας στο υπαίθριο εργαστήριό του. Θυμάμαι τον τσαγκάρη να παίρνει τα μέτρα του ποδιού μου πάνω σ’ ένα χαρτόνι με το μολύβι και τον πατέρα μου να του υπενθυμίζει ότι «τα παπούτσια να είναι στιβαρά Στελάρα, δρόμους πολλούς έχουν να περπατήσουν». Εκείνα τα παπούτσια δεν αγοράστηκαν απλώς· σχεδιάστηκαν για μένα, για τον δικό μου ανηφορικό δρόμο προς τη μόρφωση.

Όταν τα παραλάβαμε, ήσαν βαριά, με χοντρή σόλα και γερά γαζιά. Δεν ήσαν τα πιο όμορφα της τάξης, αλλά κάθε φορά που τα έδενα το πρωί, ένιωθα μια παράξενη σιγουριά.

Σ’ εκείνες τις ατέλειωτες ώρες της διαδρομής, καθώς το κρύο τρυπούσε τα ρούχα μου και η κούραση βάραινε την πλάτη μου με τα βιβλία στο σακούλι, το μόνο που άκουγα ήταν ο ρυθμικός χτύπος των παπουτσιών μου πάνω στα χώματα, στις λάσπες και στις πέτρες. Κάθε βήμα με πήγαινε πιο κοντά στο μέλλον μου. Και ήξερα ότι μέσα σ’ αυτό το σκληρό δέρμα, δεν ήσαν προστατευμένα μόνο τα πόδια μου, ήταν εγκλωβισμένη όλη η φροντίδα, η θυσία και η απέραντη αγάπη του πατέρα μου για τον μοναχογιό του.

Ο πατέρας μου δεν είχε τα χρήματα για να μου αγοράσει πολυτέλειες, ούτε τα λόγια-κομπλιμέντα ήξερε για να μου πει πόσο με καμαρώνει, μου έδωσε όμως τις βάσεις για να περπατήσω στη ζωή. Μου έδωσε τα παπούτσια που άντεξαν εκείνα τα δύσκολα χρόνια, και που, αν και έχουν περάσει δεκαετίες από τότε, συνεχίζουν να οδηγούν τα βήματά μου σε κάθε δύσβατο μονοπάτι.

Κοιτάζω μερικές φορές τα σημερινά παιδιά που ξεκινούν για το σχολείο τους φορτωμένα με απαιτήσεις για τα πιο ακριβά, επώνυμα αθλητικά παπούτσια, εκείνα που αλλάζουν κάθε σεζόν για να ακολουθούν τη μόδα της εποχής. Στα δικά τους μάτια, ένα παπούτσι είναι σύμβολο status, μια ανάγκη να ανήκουν κάπου, μια επιθυμία που ικανοποιείται με το πάτημα ενός κουμπιού σε μια οθόνη από τις τόσες που τα κατακλύζουν.

Δεν τα αδικώ. Ο κόσμος άλλαξε, οι αποστάσεις μίκρυναν πολύ και οι ανάγκες μετατοπίστηκαν. Όμως, πίσω από τη λάμψη των σύγχρονων βιτρινών, αναρωτιέμαι αν χάθηκε κάτι από την ουσία.

Εκείνα τα δικά μου χειροποίητα παπούτσια, γεννημένα από τη φτώχεια αλλά και το φιλότιμο ενός πατέρα, δεν είχαν επάνω τους καμία διάσημη μάρκα. Είχαν όμως μια αξία που δεν αποτιμάται σε χρήμα, είχαν εντός τους τον ιδρώτα της δουλειάς, τον σεβασμό στον κόπο και το βαθύ νόημα της αντοχής.

Σήμερα, που όλα μοιάζουν αναλώσιμα και εφήμερα, εύχομαι τα παιδιά, πέρα από τα όμορφα, ανάλαφρα και ορθοπεδικά παπούτσια που φορούν, να βρουν στη ζωή τους τα ίδια γερά πατήματα και τις ίδιες σταθερές αξίες που μου χάρισε εκείνος ο τσαγκάρης ο Στελάρας και η βουβή, ανεκτίμητη και χωρίς ανταλλάγματα αγάπη του πατέρα μου.

SHARE
RELATED POSTS
Ο Πράσινος «Παπαγάλος»!🦜The Green “Parrot”!, του Γιώργου Σαράφογλου-by George Sarafoglou
Η Μπιμπικιασμένη γράφει: Απελπισία από την πολλή συνωμοσιολογία
Το Κάστρο, του Δρ Πάνου Καπώνη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.