Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Αναζητώντας την αγάπη, της Μαρίας Σκαμπαρδώνη



Μαρία Σκαμπαρδώνη είναι Δημοσιογράφος και Αναγνώστρια της iΠόρτας

Ήταν μία γυναίκα. Αρκετά νέα και όμορφη. Έψαχνε μία αφορμή, μία ευκαιρία για να πιστέψει ξανά στην αγάπη. Δεν πίστευε πια σε αυτή, θεωρούσε πως είναι κάτι που έχει χαθεί. Είχε πληγωθεί και η ίδια στο παρελθόν από γνωριμίες στις οποίες είχε πιστέψει, είχε αφήσει την ευτυχία της σε χέρια που έτρεμαν και στο τέλος έμενε πάντοτε μετέωρη. Γνωριμίες ανούσιες που της άφηναν πάντα επάνω της και μέσα της πληγές. Χτυποκάρδια και γλυκές λιποθυμίες που κατέληγαν σε ένα πρόσωπο γεμάτο δάκρυα. Πόσοι ήταν εκείνοι που της έδωσαν όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης, πόσοι ήταν εκείνοι που φορώντας μία μάσκα έκρυψαν ότι το πραγματικό τους θέλω ήταν κάτι πρόσκαιρο και φτηνό;

Πόσες φορές η ίδια ονειρεύτηκε το απόλυτο και κατέληξε ρημαγμένη και μόνη; Πού ήταν τελικά αυτή η αγάπη που τόσες φορές άκουγε από γνωστούς και φίλους; Πού είχε κρυφτεί και δε μπορούσε να τη βρει όσο και αν έχει ψάξει; Στο σπίτι της έμενε μόνη, είχε σβήσει τα πολλά τα φώτα , είχε κατεβάσει τις κουρτίνες, είχε κρύψει τα ασημικά και είχε καταχωνιάσει σε μία ντουλάπα τα πιο όμορφα φορέματα που είχε.

Ξημέρωνε μία όμορφη Κυριακή. Ο καιρός ήταν τόσο όμορφος, είχε λιακάδα. Αποφάσισε να βγει μία βόλτα και να περπατήσει μέσα στον κόσμο. Ήθελε να ξεχαστεί, να θυμηθεί ξανά πόσο όμορφα είναι τα λουλούδια σε εκείνο το πάρκο και η θάλασσα που χτυπάει δυνατά στα βράχια. Άφησε τον εαυτό της να ξεχαστεί για λίγο, κάθισε σε ένα παγκάκι για ένα τέταρτο περίπου και συνέχισε το δρόμο της. Αφημένη όπως ήταν στις σκέψεις της, δεν πρόσεξε εκείνο τον άνδρα στον οποίο έπεσε επάνω του. Ξαφνιασμένη, απολογήθηκε και ζήτησε συγγνώμη για την αφηρημάδα της. Πρόσεξε όμως τα μάτια του και πώς την κοιτούσαν. Εκείνη τότε επέτρεψε στον εαυτό της να σκάσει ένα μικρό χαμόγελο – ίσα που φάνηκε στο πρόσωπό της.

-Σας ζητώ συγγνώμη. Είχα χαθεί στις σκέψεις μου και δε σας πρόσεξα.

-Μη ζητάτε συγγνώμη, είπε εκείνος. Μπορώ να πω πως χαίρομαι κιόλας διότι αυτή η στιγμή αφηρημάδας στάθηκε η αφορμή να σας γνωρίσω.

Προσφέρθηκε να την κεράσει μία πορτοκαλάδα και ενδιαφέρθηκε να μάθει περισσότερες πληροφορίες για εκείνη. Το όνομα, το επάγγελμα, τη ζωής της γενικότερα. Δε χρειάστηκε να περάσει αρκετή ώρα ή να τη γνωρίσει καλά για να διακρίνει στο χαμόγελό της μία διάχυτη μελαγχολία. Τη ρώτησε και εκείνη του διηγήθηκε μερικές στιγμές στη ζωή της στις οποίες αισθάνθηκε να αγγίζει την ευτυχία και πως πάντοτε εκείνη ξεγλιστρούσε στο τέλος από τα χέρια της. Του είπε πως έπαψε να πιστεύει πια στην αγάπη, πως για εκείνη δεν υπάρχει.

Εκείνος, παίρνοντας το θάρρος, της εξέφρασε την επιθυμία να τη γνωρίσει λίγο καλύτερα. Τη ρώτησε αν θα ήθελε να βρεθούν ξανά. Εκείνη δέχτηκε, ήταν καιρός πια να κάνει μία νέα γνωριμία. Οι μέρες που ήρθαν τους βρήκαν μαζί να γυρίζουν σε μέρη όμορφα για φαγητό ,σε συναυλίες ή σε απλούς περιπάτους.  Ήταν ημέρες όμορφες με πολλά χαμόγελα, ξεγνοιασιά και υποσχέσεις αγάπης.

Εκείνη αναθάρρησε ξανά, μήπως αυτή να ήταν η καλή τύχη που της χρωστούσε η ζωή; Τόσες πληγές είχαν ανοίξει στην ψυχή της να μην έχει και εκείνη μία φορά μόνο το δικαίωμα στην ευτυχία;

Τον προσκάλεσε για φαγητό ένα βράδυ στο σπίτι της. Θα έφτιαχνε το αγαπημένη της φαγητό, θα άνοιγε εκείνο το μπουκάλι με το καλό κρασί, θα έβαζε απαλή μουσική. Εκείνος της απάντησε θετικά, θα ερχόταν γύρω στις δέκα αύριο το βράδυ.

Στο σπίτι εκείνο που έμενε μόνη εκείνη την ημέρα άνοιξε το παράθυρο να πλημμυρίσει όλο από  το φως , ανέβασε τις  κουρτίνες, έβγαλε ξανά έξω  τα ασημικά και αποφάσισε να φορέσει ένα από εκείνα τα ωραία φορέματα που είχε ξεχασμένα στη ντουλάπα.

Η ώρα πλησίαζε. Εκείνη αγωνιούσε, οι παλάμες της είχαν ιδρώσει. Θα ήταν άραγε αυτή η ευκαιρία στην αγάπη που έψαχνε; Όλα ήταν έτοιμα και στρωμένα , τα βάζα ήταν γεμάτα από λουλούδια που μοσχοβολούσαν και το φαγητό έτοιμο να σερβιριστεί.

Πέρασαν λίγα λεπτά από τις δέκα και εκείνος δεν είχε φανεί. Άρχισε να ανησυχεί και να εικάζει με το μυαλό της διάφορα δυσάρεστα. Μήπως κάτι να του συνέβη και να μη μπορεί να με ενημερώσει; Είχαν σπάσει και κάτι λάμπες και ο δρόμος ήταν σκοτεινός. Μήπως να χτύπησε πουθενά;

Το ρολόι είχε σταματήσει σε εκείνη την ώρα. Η γυναίκα έβαλε να πιει λίγο κρασί και στο σπίτι την απόλυτη ησυχία διέκοπτε δειλά μόνο ο απαλός ήχος της μουσικής που ακουγόταν στο ραδιόφωνο.

Η ώρα πήγε δέκα και μισή , η ώρα πήγε έντεκα. Τίποτα, κανένα σημάδι που να μαρτυρούσε πως εκείνος ερχόταν. Εκείνη άρχισε να είναι σίγουρη για το γεγονός πως δεν πρόκειται να άλλαζε τίποτα ακόμα και μετά από δύο και τρεις ώρες.

Πέρασε ακόμα μία ώρα, η μέρα είχε αλλάξει. Η γυναίκα σηκώθηκε και μάζεψε όσο μπορούσε το τραπέζι – ήταν κουρασμένη και ολίγον στεναχωρημένη, κάποιο δάκρυ δειλά και αργά κύλησε από τα μάτια της.

Εκείνη την ημέρα, η αγάπη πάλι δεν ήρθε. Η γυναίκα έκλεισε τα παράθυρα, κατέβασε τις κουρτίνες, έβαλε μέσα στις ντουλάπες τα ασημικά και καταχώνιασε τα καλά της φορέματα ξανά μέσα στη ντουλάπα.

Η αγάπη δεν ήρθε ούτε εκείνη τη ημέρα. Η αγάπη για ακόμα μία φορά είχε χαθεί….

 Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Από την ορεινή Φλώρινα στην πεδινή ΛΑΕΔ ο Α/ΓΕΣ για ευχές. Εικόνες
«Οι Ψηλοκάραβοι» της Γεωργίας Γαλανοπούλου με εικόνες της Κατερίνας Χαδουλού: Η δική μου ανάγνωση, του Κωστή Α. Μακρή
Σκίτσα εξ Αμερικής: Η «Χρυσή Αυγή» της Πατρίδας…(Μέρος 1ο), του Γιώργου Σαράφογλου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.