Βιβλίο

Ένα παιδί λύνει τα μάγια, του Χρήστου Χωμενίδη

Ο Χρήστος Χωμενίδης είναι Συγγραφέας

Το άρτι εκδοθέν πεζογράφημα του Ηλία Μαγκλίνη ξεκινάει με τον πατέρα του αφηγητή να ομολογεί τον τρόμο του πως ένα χέρι θα τον αρπάξει στο σκοτάδι. Εκείνος, στην πραγματικότητα, ο οποίος πέφτει θύμα αρπαγής -απαγωγής απ’τις δουλειές, τις έγνοιες, τις χαρές κι από τον ύπνο του ακόμα- είναι ο αναγνώστης. Από τη στιγμή που θα πιάσει στα χέρια του το «Είμαι Όσα Έχω Ξεχάσει», με δυσκολία θα το αποχωρίζεται. Κι όταν –σε ένα; σε δύο εικοσιτετράωρα;- θα φτάσει στην ύστατη φράση, τα όσα διάβασε θα έχουν ποτίσει την ψυχή του. Θα τον απασχολούν συνειδητά για καιρό, ασυνείδητα για πολύ περισσότερο.

Κανονικά η κριτική μου για το «Είμαι Όσα Έχω Ξεχάσει» θα έπρεπε να ολοκληρώνεται εδώ. Ποιό αποτελεί το όνειρο, τον φανερό ή τον κρυφό καημό τού κάθε συγγραφέα; Να πλάσει ένα έργο που να ρουφιέται. Να λειτουργούν οι λέξεις που διαλέγει, στη σειρά που τις βάζει, σαν αγκίστρια. Κι όσοι αγκιστρώνονται να σπαρταρούν όχι με την αγωνία του ψαριού μα με την ηδονή του ερωτικού θηράματος. Το παραπάνω θαύμα δεν επιτυγχάνεται με συνταγές – στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής δεν σού διδασκούν κατ’ουσίαν τί να κάνεις αλλά τί να αποφεύγεις. Το παραπάνω θαύμα προϋποθέτει ίσως ευφυία, ενσυναίσθηση, αφηγηματική δεξιοτεχνία και προσήλωση, σκληρότατη θα πει δουλειά. Όλα όσα εν συντομία αποκαλούμε «ταλέντο». Και τα οποία, φευ, δεν αρκούν. Απαιτείται κάτι ακόμα, απροσδιόριστο, το οποίο επωάζεται επί χρόνια. Υποστηρίζω πως οι συγγραφείς είναι τα ζώα με τη μακρύτερη εγκυμοσύνη.

Κατά κανόνα το θαύμα δεν συμβαίνει. Ο αναγνώστης σκοντάφτει σε κάθε δεύτερη ή τρίτη παράγραφο, αφαιρείται, εγκαταλείπει το βιβλίο ή το διαβάζει ψυχαναγκαστικά, διαγωνίως, μηχανικά. Τότε οι φίλα προσκείμενοι κριτικοί αναλαμβάνουν να χρυσώσουν το χάπι. Μιλούν για «ενδιαφέρον πείραμα», για «αξιοπρόσεκτη τομή», για «γόνιμο διάλογο» με την παράδοση ή τη νεωτερικότητα ή το μεταμοντέρνο, παραπέμπουν σε αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας τα οποία επίσης δεν διαβάζονται. Ο συγγραφέας σεμνύνεται, ο κύκλος του τον συγχαίρει και μονάχα ο εκδότης του απορεί (απορεί που λέει ο λόγος) γιατί τόσα εγκώμια να μη μεταφράζονται σε πωλήσεις.

Επανέρχομαι στο «Είμαι Όσα Έχω Ξεχάσει» του Ηλία Μαγκλίνη για να κάνω μερικές σύντομες επισημάνσεις.

Το βιβλίο πρόσκειται στο είδος τού “new journalism”, που ξεκίνησε από την Αμερική στις αρχές των 60΄ς και μάς έδωσε εξαιρετικούς καρπούς, από το «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε μέχρι το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού. Ο Μαγκλίνης πραγματεύεται διεξοδικά, σε πλάτος και σε βάθος, τη δολοφονία του παππού του τον Ιανουάριο του 1944 στο Αγρίνιο. Για πολιτικούς λόγους ή με πολιτική ενδεχομένως πρόφαση. Έχουν γραφτεί χιλιάδες αφηγήματα με παρόμοιο θέμα – η δεκαετία του 1940 στην Ελλάδα συνοψίζεται στο επίγραμμα του Ηλία Πετρόπουλου «Πτώματα, Πτώματα, Πτώματα…» (το οποίο αναφέρει ο Μαγκλίνης). Τα περισσότερα ωστόσο ήταν τόσο ιδεολογικά φορτισμένα, τόσο εμπαθή ώστε έχαναν αν όχι το δίκιο τους, σίγουρα το ενδιαφέρον τους. Το «Είμαι Όσα Έχω Ξεχάσει» ισορροπεί αντθέτως από την αρχή έως το τέλος πάνω σε μια λεπτότατη γραμμή. Δεν ενδίδει ούτε στον εύκολο επικολυρισμό ούτε στην παγερότητα -τη δήθεν αντικειμενικότητα- τής απόστασης. Ο Μαγκλίνης συλλαμβάνει εν θερμώ και γεννά εν ψυχρώ. Τον διακατέχει μια αγαπητική διάθεση σχεδόν προς όλους. Η οποία κάνει το βιβλίο του τρυφερό και ελκυστικότατο.
Πώς κι έτσι;

Η απάντηση είναι προφανής και ας την κρύβουν επί δεκαετίες τόσο οι νικητές, όσο και οι ηττημένοι του Εμφυλίου. Στην οικογένεια του Μαγκλίνη -όπως και σε όλες σχεδόν τις ελληνικές οικογένειες- προσφιλέστατα πρόσωπα στρατεύτηκαν και στη μία και στην άλλη παράταξη. Ο παππούς του είχε ενταχθεί στον ΕΔΕΣ και με τη ρετσινιά τού Δεξιού δολοφονήθηκε. Ο αδελφός τής γιαγιάς του ήταν Ελασίτης και ως τέτοιος, «Εαμοβούλγαρος», εκτελέστηκε από τις δυνάμεις Κατοχής. Ο Μαγκλίνης εγκύπτει σε αμφότερες τις τραγικές περιπτώσεις. Και αναδεικνύει -δίχως και να ξεπέφτει στην απλοϊκή αισθηματολογία τού «τι μάς βρήκε, Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες;»- αναδεικνύει τον εφιάλτη του διχασμού. Σε μία ιστορική περίοδο όπου η βία δεν γνώριζε φραγμούς και όρια.

Ο πιο άτυχος εντούτοις από όλους δεν υπήρξε ούτε ο παππούς ούτε ο μεγάλος θείος και ας πλήρωσαν με τις ζωές τους ξένα χρέη. Ήταν ο ενδιάμεσος κρίκος, ο γιός τού νεκρού, ο πατέρας του συγγραφέα. Ο έφηβος στον οποίον, το βράδυ κιόλας της δολοφονίας, έριξαν το βάρος του «άντρα του σπιτιού». Βάρος αβάσταχτο που τον έκανε κυριολεκτικά να αποδράσει στους ουρανούς, να γίνει πιλότος. Που κυριολεκτικά τον αρρώστησε από ασθένεια ανίατη κατά τη μέση του ηλικία. Ο πατέρας ποτέ δεν μιλούσε για την ορφάνια του – το αποτρόπαιο συμβάν στο Αγρίνιο παρέμεινε για εκείνον μέχρι τέλους άφατο. Ο γιός του, ο Ηλίας Μαγκλίνης, το ερευνά εξονυχιστικά. Πρόκειται για μια χειρονομία απελευθέρωσης, για ένα δώρο προς τον συντετριμένο, μακαρίτη πιά, ενδιάμεσο κρίκο.

Αυτό ακριβώς καθιστά το «Είμαι Όσα Έχω Ξεχάσει» τόσο μαγνητικό. Ότι είναι ένα δώρο. Ένα παιδί λύνει τα μάγια του πατέρα του.-

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  Δημοσιεύεται και στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Παρουσίαση του βιβλίου του Rollo May: «Εξουσία & Αθωότητα»! Αναζητώντας τις Πηγές της Βίας.
Ο Μοχέντ Αλτράντ στην Αθήνα στις 30 Οκτ. – Παρουσίαση του βιβλίου «Μπανταουΐ Ένα παιδί από την έρημο» των εκδόσεων Καλέντη
13606908_1336999119649134_8630134481766502602_n.jpg
«Αμαρτωλή Πόλη» του Μάνου Κοντολέων: Ένα Cross Over μυθιστόρημα ενηλικίωσης, της Βασιλικής Ρεσβάνη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.