iporta.gr

Διός πεσούσης(*)…, του Αλέξανδρου Μπέμπη

 

Αλέξανδρος Μπέμπης 

  

 

 

Γιατί ρε συ Σταύρο, τί έγινε;

Δεν άφηνες περιθώρια να το καταλάβω.

Ή μήπως δεν το είχες καταλάβει και συ;

Μου το είπε τις προάλλες η σειρά, ο Λεφτέρης. Τον θυμάσαι, που βρισκόμασταν οι τρεις μας όταν ερχόμουν στην Αθήνα και τα πίναμε.

”Αντε ρε γειά μας, φίλοι για πάντα.”

Θυμάσαι;

Μετά χάθηκες.

 

”Θα φύγω στα ξένα”, μας είπες.

 

Τι έγινε και χάθηκαν οι τσάρκες μας στα μπουρδέλα του Βόλου;

Θυμάσαι;Τότε που, εξωδούχοι, ενώναμε τα λεφτά μας και γαμούσε μια φορά ο ένας και μια φορά ο άλλος;

Θυμάσαι;Τότε που καμάκωνες τις γύφτισσες-ξέχασες; Στο Γιδά- πάνω από το ΡΕΟ; Τότε που είχες γίνει παλιός και καθόσουν έξω έξω στη καρότσα;

 

Είχες μάθει και τα μεράκια στα γύφτικα και μας τα έλεγες. ”Έλα μωρό μου να σου ρίξω μια βολή”-έλεγες-και της έδειχνες το τζιτρία.

 

Τότε που πηγαίναμε για βολές στο Πάικο.

 

”Για να τα ξέρετε, ρε στραβάδια, όταν απολυθώ-ογδόντα τρεις και μια ρεεέ. – θυμάσαι;- Αρούρια θα πήξετε”.

 

Θυμάσαι που σε φωνάζαμε “Γύφτο”; Και σε είχαμε όλοι Θεό, ρε Σταύρο.

 

Γιατί, ρε Δία μου;

 

Τί έγινε ρε αγόρι μου και έγινες κορίτσι;

 

Γιατί Θεέ μου.

 

Δεν έχω πρόβλημα με τα αγόρια που γίνονται κορίτσια αλλά να, πες μου ρε συ Σταύρο, πώς μπορείς να διαγράψεις χρόνια από τη ζωή;

 

Πώς μπορείς να διαγράψεις από την τωρινή, τα χρόνια της που έχασες κάποτε;

 

Πώς είναι εύκολο να διαγράψω 1,5 χρόνο από τη δική μου; Δεν μπορώ. Συγχώρεσε με.

 

Για μένα θα είσαι πάντα ο φίλος ο Σταύρος.

 

(*)…πας ανήρ καπηλεύεται. Για κάθε Αλόμα αυτής της Γης.