iporta.gr

Το λίγο είναι φάρμακο και το πολύ φαρμάκι, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Ματίνα Ράπτη -Μιληλή

Είμαι βεράντα. Λίγες γλάστρες και γω. Αυτές να με κοιτάζουν αγριεμένες. Ναι είναι σαν να τις ακούω να με βρίζουν.

-Πού ήσουν τόσο καιρό άχρηστη που μου θες και φράχτη από πρασινάδα! Τρομάρα σου… Ένα νερό  μας ρίχνεις εκεί στην χάση και την φέξη  και να ξέρεις, σε ακούμε όταν ευχαριστείς τον Θεό που βρέχει, για να μην χρειάζεται να κάνεις ούτε κι αυτό.

Είναι οι καημένες  ασυγχώρητα χορταριασμένες. Πώς να μην είναι θυμωμένες μαζί μου έτσι που τις παραμέλησα.  Και να που ήρθε ο καιρός της καραντίνας και  ήρθεν η  ώραν τους. Τα καημένα τα φυτάκια μου, έχουν μεγαλώσει αλλά ασφυκτιούν.  Έπρεπε να τους έχω αλλάξει γλάστρες προ πολλού  και χώμα. Να τα πλακώσω στο κομπλεζάλ και φυσικά να τα ξεχορταριάσω.

Αν και ο μπαμπάς ήταν ένα με την γη, ήξερε πότε κλαδεύουμε, πότε φυτεύουμε και τί, πότε σκαλίζουμε το δέντρο να αναπνεύσει και άλλα πολλά και χρήσιμα, εγώ δεν κληρονόμησα ούτε το ένα εκατοστό από την ικανότητά του αυτή. Για να είμαι ακριβής, μόνο τα φυτά που αντέχουν την κακουχία έχουν κάποια ελπίδα με μένα. Και δη, όλα τα κακτοειδή.

Και να΄μαι τώρα να τον μνημονεύω τον μπαμπάκα μου, πάνω από μερικές δαφνούλες και κάτι αλλοπρόσαλλα λιγούστρα με κλαδιά σαν αποτυχημένη περμανάντ, να ξεπετάγονται σαν παλαβά  προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις!  Πού είσαι πατέρα να με «καμαρώσεις» !

Και κει που αρχίζω τις βουτιές στα χώματα και τις ακάλεστες πρασινάδες, βλακωδώς  χωρίς γάντια, αισθάνομαι ένα κάψιμο στο δεξί μου χέρι και με πιάνει μια τρομερή φαγούρα.

Κοιτάζω το πάνω μέρος της παλάμης μου που ήταν γεμάτο με κατακκόκινες φουσκάλες που με φαγούριζαν τρομερά.

Ο μπαμπάς δεν φορούσε ποτέ του γάντια. Μου ήρθαν στο μυαλό τα χέρια του. Δυνατά,  άγρια χέρια. Σταμάτησα ότι έκανα και κοντοστάθηκα. Αν ήταν τώρα εκεί θα του έδειχνα τα χέρια μου και θα τον ρωτούσα τί να κάνω. Και εκείνος θα μου έδειχνε τα χόρτα που ξερίζωνα με τόσο ζήλο. Τσουκνίδες, Ματινάκι. Δεν τις είδες;

Ωχ. Τσουκνίδες! Έριξα μιά πιό προσεκτική ματιά στις γλάστρες που δεν είχα ακόμη ξεχορταριάσει. Και τότε πρόσεξα τα μικρά φυτά με τα αγκαθωτά φύλλα. Μα πώς δεν το πρόσεξα νωρίτερα; Εντύπωση μου έκανε.

Η φαγούρα έγινε πιο έντονη και τότε ο πατέρας μου μου έδειξε ξανά τις γλάστρες με τις μικρές τσουκνίδες.

-Κοίτα πιο προσεκτικά. Κοίτα δίπλα από τις τσουκνίδες τί είναι.

Α! Θυμάμαι! Ναι, ναι,  τώρα θυμάμαι καθαρά αυτό το μάθημα μπαμπά.

Δίπλα από κάθε τσουκνίδα φυτρώνει πάντα μια μολόχα. Δίπλα από το δηλητήριο, η φύση φρόντισε να βάλει το αντίδοτό της! Δεν είναι καταπληκτικό;!

Έσκυψα και έκοψα ένα φυλλαράκι μολόχας και το έτριψα στο χέρι μου και ως δια μαγείας η φαγούρα ο πόνος και το πρήξιμο υποχώρησαν σχεδόν στο λεπτό!

Το θαύμα της φύσης! Η απόλυτη ισορροπία σε δύο τόσα δα φυλλαράκια. Πώς γίνεται κάτι τέτοιο μην με ρωτήσετε. Και πιστεύω πως όποιον και να ρωτήσετε δεν θα ξέρει να σας απαντήσει. Μπορεί να ξέρουμε τους μηχανισμούς της φύσης αλλά δεν θα μάθουμε ποτέ το γιατί.

Αυτή η σκέψη της απόλυτης και θαυμαστής ισορροπίας στην φύση με οδήγησε μοιραία σε μιάν άλλη σκέψη.

Πως, τελικά, οι μόνοι ανισόρροποι είμαστε εμείς, οι άνθρωποι. Και συνέχισα το ξεχορτάριασμα με γάντια αυτή την φορά και με την ελπίδα να με συγχωρέσουν οι παραμελημένες μου δαφνούλες και τα ημίτρελα λιγούστρα μου.

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr