iporta.gr

Τήνος: Γιαννούλης Χαλεπάς, της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου

 

 

 

 

 

 

 

Δήμητρα Παπαναστασοπούλου

 

 

 

 

 

 

Φίλες και φίλοι,

 

Το οδοιπορικό στην Τήνο τελειώνει εδώ, αν και υπάρχει πολύ υλικό ακόμη, με ένα αφιέρωμα ψυχής στον μοναδικό γλύπτη που γέννησε η Τηνιακή γη, ο πιο δυστυχισμένος από όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες του νησιού του (Νικηφόρος Λύτρας, Δημήτριος Φιλιππότης, Γιάνης Γαϊτης), αφού η ζωή στάθηκε πολύ σκληρή μαζί του και τον εμπόδισε να κάνει αυτό που έκανε καλύτερα απ’όλα: να δημιουργεί.

 

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου 1851 στο χωριό Πύργος της Τήνου από πατέρα μαρμαρογλύπτη. Μετά την φοίτηση στο Σχολαρχείο τής Σύρου, κι ενώ ο πατέρας του τον προόριζε για έμπορο «δεν θέλω αυτά τα χεράκια να ταλαιπωρούνται όπως τα δικά μου, σκάβοντας τα μάρμαρα», εκείνος σήκωσε τα μάτια του και επέμεινε μέχρι που τον έπεισε, να τον αφήσει να φοιτήσει στην Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1869-1872).

 

Ο μαγικός τρόπος που άγγιζε το μάρμαρο και τού έδινε ζωή, τα σχέδιά του, άφησαν κατάπληκτους τους καθηγητές του. Αποφοίτησε με άριστα και μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, κατάφερε να φύγει για περαιτέρω σπουδές, με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, στο Μόναχο, καταπλήσσοντας και τους Γερμανούς καθηγητές της Σχολής του.

 

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, χωρίς να καταφέρει να πάρει υποτροφία για τον τελευταίο χρόνο που χρειαζόταν, βυθισμένος στη θλίψη για την αδικία, ανοίγει ένα μικρό ισόγειο κατάστημα στο κέντρο της πόλης και το κάνει εργαστήριο, στο οποίο κοιμάται.

Εδώ ολοκληρώνει το έργο του «ο σάτυρος παίζει με τον έρωτα» και την υπέροχη «κοιμωμένη», η οποία βρίσκεται στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών, στολίζοντας από τότε τον τάφο της νεαρής κόρης που άφησε τα εγκόσμια πολύ νωρίς.

 

Το 1878 παθαίνει νευρικό κλονισμό, εξ αιτίας μιας αισθηματικής απογοήτευσης, ένα κακόβουλο παιγνίδι που έπαιξαν εις βάρος του κάποιοι συντοπίτες του (Πυργιώτες) επί δύο συναπτά καλοκαίρια, που ο Γιαννούλης ξεκουραζόταν στον τόπο του.
Είναι η αρχή ενός ατελείωτου Γολγοθά: καταστρέφει με μανία πολλά έργα του, κάνει απόπειρες αυτοκτονίας, πέφτει σε κατάθλιψη.

 

Ο πατέρας του αποφασίζει να τον κλείσει στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας, μακριά απ’ όλους και όλα. Και εκεί, μέσα στην ηρεμία και τη γαλήνη του περιβάλλοντός, το λογικό του βρίσκει κάποιο δρόμο να επιστρέψει. Αρχίζει να σχεδιάζει και να πλάθει με ό,τι υλικό βρίσκει, γυρεύει με την δημιουργία να βρει τον εαυτό του. Και το μαρτύριο ξεκινά. Οι γιατροί, ανίκανοι να αντιληφθούν τον ψυχικό του κόσμο, καταστρέφουν τα έργα του, καταστρέφοντας – έστω και άθελά τους- τον δημιουργό. Η καταστροφή των έργων του λειτουργεί ανάποδα και επιδεινώνει την κατάστασή του.

 

Τα χρόνια περνούν μέχρι που ο πατέρας του πεθαίνει. Η μητέρα του αποφασίζει να τον βγάλει από το ψυχιατρείο και να τον πάρει μαζί της, στο σπίτι τους στον Πύργο. Αλλά οι γιατροί της επισημαίνουν τι πρέπει να κάνει: να καταστρέφει ό,τι προσπαθεί ο Γιαννούλης να κάνει. Κι εκείνη η άμοιρη μάνα, η αμόρφωτη, δεν έχει άλλη οδό, παρά να υπακούσει στους γιατρούς, σ’ αυτούς που «ξέρουν».

 

Ψηλά στον Πύργο, ο Γιαννούλης ανασαίνει τον μυρωμένο αέρα της γενέτειράς του, βόσκει τα λιγοστά πρόβατα της οικογένειας και μένει στο υπόγειο του σπιτιού, όπου πασχίζει, καθώς ηρεμεί σταδιακά, να δημιουργήσει και πάλι.

 

Όμως, το μαρτύριό του συνεχίζεται. Η μητέρα του καταστρέφει ο,τι φτιάχνουν τα μαγικά χέρια του. Κι εκείνος, συγχυσμένος και προβληματισμένος ξανά, καταφεύγει στην ύπαιθρο και μαζεύει πέτρες. Πέτρες που προσπαθεί να τις κάνει να μιλήσουν, να επικοινωνήσουν, αν μη τι άλλο, μαζί του.

 

Περνούν κι άλλα χρόνια, μέχρι που το 1916 πεθαίνει η μητέρα του. Ο Γιαννούλης είναι για πρώτη φορά ελεύθερος, αλλά ο νους του είναι μπερδεμένος. Ο μεγάλος γλύπτης φαίνεται να έχει χαθεί για πάντα. Η καθημερινότητά του είναι η καθημερινότητα ενός βοσκού, μα επιπλέον αντιμετωπίζει τη λοιδορία των συγχωριανών του, που τον θεωρούν τρελό.

 

Κανείς δεν τον περιποιείται, κανείς δεν τον βοηθά. Είναι μόνος. Κι όμως, το θαύμα συντελείται: αρχίζει να δημιουργεί και πάλι, νέες φόρμες, πιο αφηρημένες, πιο στοχαστικές, πιο βαθύνοες. Τα έργα αυτά γίνονται από γύψο και απλό πηλό, γιατί δεν έχει τον τρόπο να βρει άλλα υλικά. Είναι, όμως, αρκετά, γιατί σημασία έχει η σύνθεσή τους, η σκέψη που γυρίζει γύρω τους. Το πνεύμα του ισορροπεί.

 

Κάποιοι άνθρωποι της τέχνης θορυβούνται, προβληματίζονται, τον ανακαλύπτουν εκεί πάνω στην ερημιά. Τον ντύνουν, του δίνουν υλικά για τις δημιουργίες του και η Ακαδημία των Τεχνών τον βραβεύει με το Αριστείο των Τεχνών το 1927.

 

Ο ανιψιός του Βασίλης Χαλεπάς με τη γυναίκα του Ειρήνη τον φέρνουν μαζί τους στην Αθήνα γύρω στο 1930, μένει μαζί τους, επιστρέφει με χαρά στην πρωτεύουσα και την ξαναβλέπει, βλέποντας τα αγάλματά της, επισκεπτόμενος εργαστήρια γλυπτών.

 

Δημιουργεί με μεγαλύτερη άνεση και πλάθει τον Οιδίποδα με την Αντιγόνη. Η Ειρήνη τον ρωτά τι είναι αυτό το έργο κι εκείνος της απαντά: «ο Οιδίποδας και η Αντιγόνη».

 

Η γυναίκα δεν ξέρει τον μύθο, την τραγωδία και επιμένει: «θείε μου, ποιος είναι ο Οιδίποδας, ποια είναι η Αντιγόνη;» Κι εκείνος αποκρίνεται με τα μάτια της ψυχής του ορθάνοιχτα και λαμπερά: «Εγώ είμαι ο Οιδίποδας κι εσύ η Αντιγόνη», δείχνοντας με τον δικό του μοναδικό τρόπο την ευγνωμοσύνη του για όσα του προσφέρει.

 

Η ψυχή του θα ανέβει στον ουρανό το 1938, ανήμερα της Παναγίας (15 Αυγούστου).

 

Οι ειδικοί επί της γλυπτικής θεωρούν τα έργα αυτής της τελευταίας περιόδου «κατώτερα της τέχνης» του, αλλά εγώ, που δεν είμαι ειδικός, αλλά απλά φιλότεχνη, εγώ που τα είδα από κοντά, δίπλα στον εξωφρενικά ομηρικό χώρο που ζούσε εγκαταλειμένος, τα θεωρώ σπαράγματα ψυχής. Και τα σπαράγματα της ψυχής ποτέ δεν είναι κατώτερα.