Απόψεις

Τα ροζ πασούμια, της Έφης Γεωργάκη

Spread the love

Δεν είχε ροζ πασούμια. Και δεν είχε ονειρευτεί ποτέ ροζ πασούμια. Και γιατί στην τελική αυτό να ήταν πρόβλημα; Έχουν όλοι ροζ πασούμια σ΄αυτόν τον κόσμο; Σαφώς και όχι. Άλλωστε τα ροζ πασούμια, είναι κάτι που το βρίσκει κανείς στα μαγαζιά, δεν συμβολίζουν τίποτα, δεν έχουν μεγάλη χρησιμότητα και δεν είναι τίποτα παραπάνω από δύο ροζ πασούμια. Οπότε κι εκείνη δεν είχε ροζ πασούμια και δεν ήθελε ροζ πασούμια. Ή νόμιζε πως δεν ήθελε τέλος πάντων.

 

Πενήντα χρονών. Δύο παιδιά, σύζυγος. Σπίτι. Γραφείο. Λογιστική. Μια μπερζέρα σε μια γωνιά το όνειρό της. Δεν την πήρε ακόμα. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε χρόνο να κάτσει. Αν την είχε όμως μήπως θα έβρισκε χρόνο; Να κάνει τον χρόνο τι; Ουπς…. Να χαζέψει τα ολοκαίνουρια ροζ πασούμια της.

 

Κάπως έτσι της μπήκε η ιδέα στο μυαλό. Ας ξεκινήσω από τα πασούμια σκέφτηκε. Και τα αγόρασε. Έβαλε το κουτί πάνω στο τραπέζι και τα κοίταξε. Και τώρα τι; σκέφτηκε. Ένα ζευγάρι ροζ πασούμια που δεν τα χρειαζόμουν, που θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτά που δεν συμβολίζουν τίποτα, που δεν τα ονειρεύτηκα ποτέ. Πόσο θα ήθελα ένα ταξίδι. Σκέφτηκε. Πόσο θα ήθελα λίγη ησυχία, πόσο θα ήθελα κάτι…. που δεν είναι σίγουρα τα ροζ πασούμια.
Όταν πήγε να μαγειρέψει και να καθαρίσει την κουζίνα, πήρε τα πασούμια μαζί της. Όταν μάζευε τα πεταμένα είχε το κουτί ανοιχτό δίπλα της, όταν πήγε να κάνει μπάνιο τα πήρε και αυτά στο μπάνιο χωρίς κανέναν μα κανέναν λόγο και το βράδυ στο κρεβάτι διάβασε ένα παλιό παραμύθι των παιδιών της με τις βασιλοπούλες που χόρευαν και έλιωναν τα παπούτσια τους.

 

Την άλλη μέρα ξύπνησε, άπλωσε ένα πλυντήριο, ετοίμασε πρωινό για όλους, κολατσιό για όλους, έχωσε στην τσάντα της τα ροζ πασούμια, και ξεκίνησε για το γραφείο.

 

Στο μετρό άνοιξε την τσάντα της κι στα κλεφτά διάβασε: Made in China. Χαμογέλασε. Ο κύριος στο απέναντι κάθισμα ορκίζονταν πως την είδε να διαβάζει ερωτικό ραβασάκι. Tόσο έλαμψε το πρόσωπο της.

 

Στο γραφείο είχε πολύ δουλειά. Εκείνη είχε την τσάντα ανοιχτή και συχνά πυκνά κοιτούσε μέσα και χαμογελούσε. Προς το μεσημέρι την πήρανε χαμπάρι. Εσύ παιδί μου λάμπεις, κάτι σου έχει συμβεί… Το ξέρει ο άνδρας σου;

 

Ο άνδρας της… δεν του είπε κάτι και αυτός δεν σχολίασε κάτι. Αλλά δεν την ένοιαζε. Κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει.

 

Στην επιστροφή είχε χώσει το χέρι της τσάντα τα χάιδευε και χαμογελούσε. Αλλά δεν πήγε κατ’ ευθείαν σπίτι. Κάθισε σε ένα πεζούλι, σε ένα ηλιόλουστο πεζούλι και χαμογέλασε. Άπλωσε τα πόδια της, τα κοίταξε, κοίταξε και την κλειστή τσάντα και τότε άρχισε να γελά. Της φαίνονταν τόσο μα τόσο αστείο όλο αυτό. Τόση ιστορία και κουβέντα για δυο ροζ πασούμια. Για κάτι τόσο γελοίο. Και εκεί κάτω από τον ήλιο, στο ηλιόλουστο παγκάκι άρχισε να κλαίει. Να κλαίει για όλα αυτά τα ασήμαντα που δεν χρειάστηκε ποτέ, που δεν συμβόλιζαν κάτι και εκείνη δεν τα ονειρεύτηκε.

 

Όχι, σκέφτηκε. Δεν θέλω η ζωή μου να είναι δράμα. Σηκώθηκε, σκούπισε τα δάκρυα της και πήγε στο σπίτι της. Όπως πάντα δεν ήταν κανείς εκεί. Τα παιδιά φοιτητές πια κάθε μέρα γύρισαν αργά και ο σύζυγος διευθυντής σε μια εταιρεία τα μεσάνυχτα.

 

Μπήκε μέσα φουριόζα, άνοιξε την τσάντα και έβγαλε τα πασούμια. Δίστασε. Δεν είχε βάλει ποτέ κάτι ροζ. Όταν διάβαζε αισθηματική λογοτεχνία, ταυτίζονταν πάντα με τον Ιππότη, ή τον εραστή με τους γκρίζους κροτάφους και τα λακκάκι στο μάγουλο. Έπρεπε να κάνει το μεγάλο βήμα. Τα φόρεσε, με τα ρούχα της δουλειάς, έτσι όπως ήτανε και δεν μπόρεσε να πάει ούτε μέχρι την τουαλέτα να πλύνει τα χέρια της. Τα φόρεσε και ένιωσε την ανάγκη να κάτσει, να κάτσει και να ξεκουραστεί. Εκείνη την μέρα για πρώτη φορά στα εικοσιπέντε χρόνια γάμου, δεν μαγείρεψε, δεν μάζεψε, δεν έστρωσε κρεβάτια, δεν έκανε τίποτα. Κάθισε και χάζευε τα ροζ της πασούμια.

 

Και εκείνη τη μέρα γύρισαν όλοι ενωρίς στο σπίτι. Την κοίταξαν, της έκαναν κριτική για το φαγητό που δεν μαγείρεψε, για τα κρεβάτι που δεν έστρωσε, για τα πεταμένα που δεν μάζεψε. Κάθισαν όλοι στον καναπέ και της έδωσαν χρόνο να σηκωθεί να τα κάνει. Για τα ροζ πασούμια δεν μίλησε κανείς. Εκείνη τότε, σηκώθηκε, φορώντας τα ροζ της πασούμια και πήγε να κάνει όλα αυτά που έπρεπε να κάνει. Ήταν τρία συγκεκριμένα πράγματα. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Είχε να κάνει πράγματα χωρίς καμία χρησιμότητα, είχε να κάνει πράγματα που δεν είχαν κανένα μα κανένα συμβολισμό, είχε να ονειρευτεί. Θα γυρίσω είπε. Σας αγαπώ και θα γυρίσω… Όταν λιώσουν τα πασούμια μου. Τα ροζ πασούμια μου.

 

Έφη Γεωργάκη

 

SHARE
RELATED POSTS
7 στους 10 Έλληνες θέλουν σύγκρουση με την τρόϊκα
Ένα άχρηστο κείμενο, του Αντώνη Κανάκη
Οι πολιτικοί και οι πολιτικάντηδες επί της ραχοκοκκαλιάς, του Νικήτα Οικονόμου
1 Comment
  • Χριστίνα Μπουγά
    5 Ιουνίου 2014 at 07:45

    Μπράβο Έφη. Έτοιμη ήμουν να μην έρθω στο γραφείο σήμερα και να στείλω τα ροζ πασουμάκια. 🙂

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.