Ανοιχτή πόρτα

Πού να ‘σαι τώρα Άννα;, της Δέσποινας Κοντάκη

Δέσποινα Κοντάκη - Τσιριγώτη

Δέσποινα Κοντάκη - Τσιριγώτη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δέσποινα Κοντάκη

 

 

 

 

 

Φωτογραφία: Δέσποινα Πιλάτη

b82aa852-1bfa-425c-9c30-a457e884c7eb.jpg

 

 

Καθώς έκλεινα την πόρτα πίσω μου, ένα σμήνος μαύρων μικρών πουλιών πέταξε πάνω απ το κεφάλι μου.

 

Είπα να βγάλω τη φωτογραφική από την τσάντα αλλά θα αργούσα στο ραντεβού με την ιστορία, εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα από τα τελευταία του Φλεβάρη.

Δεν υπάρχει μόνο ένας Φλεβάρης. Μην τρέχεις.

 

Η Άννα, ήταν μια μπαλαρίνα που πετούσε.

Είχε φτερά. Μαύρα τεράστια γυαλιστερά.

Κάποτε υπήρξε η αγαπημένη σου. Εκείνη δε ήξερε σύνορα. Ο κόσμος ήταν όπου υπήρχες. Χόρευε όλες τις νύχτες για χάρη σου.

 

Την πούλησες για μια άλλη. Η Άννα ήξερε να πετάει. Έξω από τοίχους.
Επέλεξες κάποια που την έλεγαν αλλιώς. Εκείνο που σου ‘δινε σιγουριά. Όταν θα γύριζες θα ήταν εκεί. Δεν θα περνούσε μέσα από τοίχους για να το σκάει κάθε φορά που θα την ξεχνούσες.

 

“Α…. πρέπει να σου πω, πως ήσουν μεγάλο παλιόπαιδο” σου είπε μετά από χρόνια σαν ζήτησε ένα ραντεβού μαζί σου. Την κοιτούσες χωρίς να χαμογελάς. Σοβαρός. Γκρέμιζε την εικόνα σου και δεν είχες μια λέξη συγγνώμης.

 

Ζήλεψα το όνομά της. Την συμπόνεσα για την θλίψη της.

 

Κάθεσαι απέναντι. Μυρίζεις ένα αντρικό βαρβάτο άρωμα. Δείχνεις έτοιμος να αφεθείς. Κι όμως ο χρόνος θαμπώνει.

 

Ο χρόνος ξεπουλά όλες τις μικρές ή μεγάλες προσδοκίες μας σ ένα παζάρι, όπου βαδίζουμε κι εμείς, ανάμεσα στον κόσμο που περνά αδιάφορος και νιώθεις ότι δεν έχεις όνομα πια. Δεν είσαι ό,τι υπήρξες. Δεν θα είσαι ποτέ ξανά όπου υπήρξες.

 

Κερνάς καφέ ή πορτοκαλάδα. Κουβέντες και κινήσεις παλαιάς κοπής. Όμως με εκείνη την αδιαπραγμάτευτη ζωή σε πρώτο πλάνο. Να οριοθετείς, κρύβοντας την αδυναμία ή την βόλεψη.

 

(Μ’ αρέσει να γράφω και σε πρώτο πρόσωπο)

 

Σκέφτομαι το σμήνος των πουλιών.

 

Στο λαιμό στο μικρό άνοιγμα του πουκάμισου, διακρίνεται κάτι που τρελαίνει. Μπορεί και να είναι παραίσθηση απλά. Η Άννα έχωνε το κεφάλι της εκεί και μύριζε. Ρουφούσε σαν δαιμονισμένη, τον άνδρα που ήσουν.

 

Ο Μίλαν στην ”Αβάσταχτη ελαφρότητα τού είναι” γράφει ότι κανείς δεν μπορεί να διανοηθεί ότι ό έρωτας της ζωής του είναι (ή ήταν) κάτι ελαφρύ, κάτι που δεν ζυγίζει (ή δεν αξίζει) τίποτα.

 

Σκέφτομαι ακόμα τα πουλιά.

 

Πέρασε η στιγμή στο χρόνο και δεν αποτυπώθηκε παρά μόνο στη μνήμη. Έπρεπε να την βγάλω τη μηχανή.

 

Άννα, σταμάτα να κλαίς. Σε διεκδικούσε τόσο όσο. Κι ήταν και οι άλλοι που σε τραγουδούσαν σαν εραστές αιώνιοι. Ταγμένοι.

 

Άννα μικρή πρόστυχη κυρία, σου τραγουδούσε ο άλλος. Πού να ‘σαι τώρα;

Άννα, δεν είναι η βροχή που σου χαράκωσε το βλέμμα,

Άννα, ποτέ δεν θα την πω, αν δεν την νιώσω αυτή τη λέξη.

 

Η ώρα πέρασε. Γύρισα να φύγω. Φόβοι φόβοι φόβοι παντού.

 

Φίλα με. Φίλα με, σκέφτομαι σαν να ναι πρώτη φορά. Σαν να ‘ναι πρώτο φιλί.

Δεν μου άρεσε ποτέ αυτό το ”ένα φιλί για το τέλος ή να δοθούμε ο ένας στον άλλον για τελευταία φορά” Πόσο θλιβερό αλήθεια.

 

Η ευτυχία είναι επιθυμία επανάληψης γράφει ο Μίλαν. Κι όμως τίποτα δεν είναι ίδιο Άννα. Βρίσκεσαι ξαφνικά μπροστά σ ένα οικοδόμημα όπου ήταν η ανάγκη μιας άλλης εποχής να στεγαστείς εκεί.

 

Και μέσα από την ανάγκη για σιγουριά γκρεμίζετε ο έρωτας. Και μένεις κάτω από έναν γυμνό ουρανό. Γυμνός χρόνος Άννα. Γυμνοί κι εμείς.

 

Ανάσανα. Νύχτωνε.

Γύριζα. Γύριζα. Χωρίς εσένα.

 

Άννα, πού είσαι;

Νύχτωνε αργά.

 

Κάτι φτερούγησε εκεί ψηλά. Κοίταξα τον ουρανό.

Το σμήνος των μικρών πουλιών ήταν εκεί. Με ακολουθούσε.

Κάτι άρχισε να πέφτει πάνω μου.

Στέκονταν στα ρούχα μου στα μαλλιά. Άπλωσα το χέρι.

Μικρά γυαλιστερά εβένινα φτερά με έλουζαν.

 

Τα χάρισες λοιπόν εκείνα τα φτερά…

Άννα! Πόσο ζήλεψα κάποτε τ’ όνομά σου!…

 

(Για την Άννα. Την όποια Άννα)

 

 

Για πες μου μήπως ξέρεις
γι’ αυτήν που σου μιλώ
Άννα
τ’ όνομά της το μικρό.

 

 

 

[iframe width=”560″ height=”315″ src=”https://www.youtube.com/embed/de9zA460FdE” frameborder=”0″ allowfullscreen ]


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Ξενοφώντας Ζορμπάς, του Βίκτωρα  και της Αριάδνης, το γένος ελ Νίνιο, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Το καλύτερο μασάζ, του Δημήτρη Κατσούλα
Ρόδος, 5 Μαρτίου “Ματωμένα Χώματα” με τον Γρηγόρη Βαλτινό στην αφήγηση. Μουσική παράσταση από τον Δήμο Ρόδου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.