Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Οι πόρτες, της Έφης Γεωργάκη

Spread the love

Σήμερα φίλοι μου καλοί, θα σας αφηγηθώ την Ιστορία του Κώλου. Μαμά, σε παρακαλώ μη σοκάρεσαι ακόμα που δεν γράφω με τις λέξεις των μεγάλων και διαχρονικών συγγραφέων. Αποδέξου το, το παιδί σου, έτσι μιλάει όταν δεν είσαι μπροστά και έτσι γράφει ακόμα και όταν είσαι μπροστά.

Αυτή λοιπόν η ιστορία που θα σας αφηγηθώ, είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Περπατώντας κάπου στην εξοχή, χωρίς κανέναν προορισμό και με στόχο μόνο να απολαύσω το τοπίο, έπεσα πάνω σε ένα δέντρο, που είχε κάτι μεγάλους ρόζους, ενωμένους και διαχωρισμένους με τέτοιο τρόπο που έμοιαζαν με έναν καλοσχηματισμένο ποπό. (Ελπίζω εδώ μανούλα να σου θύμισα λίγο τους μεγάλους και τρανούς συγγραφείς που διαβάζεις).

Σε αυτό λοιπόν το ποπόδεντρο αρχίζει η ιστορία μου. Ο Ποπός αυτός ήταν τόσο σφριγηλός και ελκυστικός που άπλωσα το χέρι μου θρασύτατα να τον χαϊδέψω. Την ώρα λοιπόν που τον χάιδευα, άνοιξε στη μέση και μου παρουσίασε μια σκάλα που οδηγούσε κάπου. Ή καλύτερα, που με καλούσε κάπου.
Κατέβηκα τη σκάλα, χωρίς δισταγμό. Τίποτα άλλωστε δεν με φόβιζε πιο πολύ από τον εαυτό μου, και ο φόβος αυτός με είχε κάνει τελικά θαρραλέα.

Η σκάλα μου θύμιζε κοχύλι, ή έργο του Γκαουντί που μετά γίνονταν Έσσερ και μου έφερε μια ζάλη και είναι διυπόστατο που δεν ήξερα αν το αντέχω.

Στο τέλος της σκάλας πόρτες. Εκατομμύρια πόρτες κλειστές χωρίς κλειδιά ή πόμολά. Έχετε παρατηρήσει ποτέ πόρτες; Εγώ κάποια φορά είχα αγοράσει και ένα λεύκωμα με πόρτες. Σιδερένιες, ξύλινες, πέτρινες, πλαστικές, ασφαλείας και καγκελόπορτες, άλλες τεράστιες σαν πύλες και άλλες μικρές, από το βασίλειο των νάνων. Άλλες διάτρητες και άλλες αμείλικτες. Χάζεψα τις χρυσές με τα διαμάντια, τις φιλντισένιες και τις καχυλένιες, τις ζωγραφιστές και τις γλυπτές. Όμως καμιά από αυτές δεν ήταν η πόρτα μου. Ποτέ, σε όλη μου τη ζωή δεν είχα αναρωτηθεί πως είναι η πόρτα μου.

Προχώρώ βαθιά μέσα, η ανάγκη μου να βρω την πόρτα μου, η περιέργεια μου είναι τεράστια. Μια παλιά ξύλινη πόρτα, φτιαγμένη από σανίδες σε βαθύ καφέ χρώμα, ξεθωριασμένο από τα χρόνια με σκουριασμένους μεντεσέδες και μια μπάρα αντί για κλειδαριά μου τραβά την προσοχή. Τραβώ τη βαριά μπάρα, σπρώχνω την πόρτα και μπαίνω.

Βρίσκομαι σε μια ημισκότεινη αποθήκη γεμάτη σκόνη, αράχνες και διάφορα αντικείμενα. Το πρώτο που μπορώ με βεβαιότητα να πω είναι πως η αποθήκη αυτή έχει μια πολύ χαρακτηριστική μυρωδιά. Αλλά δεν έχω καμιά βεβαιότητα για το τι θύμιζει αυτή η μυρωδιά. Ναι, μπορώ να πω τις εικασίες μου: μοναξιά, εγκατάλειψη, απώλεια, νοσταλγία. Το αίμα στις φλέβες μου κυλάει γρήγορα και έντονα. Σχεδόν το ακούω, ή μάλλον με ξεκουφαίνει μέσα στην ησυχία του χώρου.

 

Όταν τα μάτια μου έρχονται στα ίσα τους- όταν συνήθισα το σκοτάδι μαμά, βλέπω μπροστά μου μια αποθήκη. Τεντζερέδια, μεταλλικά τσουκάλια, μια γκλίτσα, ένα αδράχτι, ένα πράγμα που μοιάζει με ρακέτα, αλλά έχει επάνω του μεγάλα καρφιά, προφανώς για να ξάνουν το μαλλί και έναν αργαλειό. Παίρνω το τσουκάλι, και σκέφτομαι ότι διψώ. Τότε μια βρύση εμφανίζεται μπροστά μου. Μα βρύση πέτρινη με το πρόσωπο ενός Αράπη που από το στόμα του τρέχει γάργαρο νερό και δυο μεταλλικές κούπες περασμένες με μια αλυσίδα για να τα πιάνει κανείς και να πίνει. Δεν πίνω από τις κούπες, πλένω το τσουκάλι και πίνω. Μυρίζει μέταλλο και χρόνο. Στο μυαλό σπινθήρες φέρνουν μπροστά μου τα βουρκωμένα μάτια της γιαγιάς μου να πετάει νερό στο αυτοκίνητο και να μας χαιρετά.

Κάθομαι στο σκαμνί του αργαλειού. Έχει ένα υφαντό μισοτελειωμένο. Το θυμάμαι, το άφησα στη μέση 36 χρόνια πριν. Τα χέρια δεν ρωτούν το μυαλό μου. Αρχίζουν να υφαίνουν. Θυμάμαι το τραγούδι του νεκρού αδερφού. Δεν ξέρω γιατί. Υφαίνω σαν την Πηνελόπη, υφαίνω σαν την γυναίκα του πρωτομάστορα, σαν τα κορίτσια στα εργοστάσια, υφαίνω σαν δυο χέρια που γεννήθηκαν γι’ αυτό. Νιώθω μια ψύχρα κι ευθείς αμέσως ανάβει η γωνιά. Ένας τέτζερης είναι πάνω στη φωτιά και τότε βλέπω τα κρεμασμένα σκόρδα από το ταβάνι, κι ένα σκαμνί δίπλα στη γωνιά. Κάνω ησυχία και ακούω κότες από το διπλανό κοτέτσι και τη φωνή ενός αμνού που το σφάζει ο Θείος μου για το Πάσχα.

Φίλοι μου αγαπημένοι, αν βαρεθήκατε μπορείτε να φύγετε, γιατί θα συνεχίσω στο ίδιο μοτίβο.

Δίπλα στο τσουκάλι έχει αυγά και παντζάρια και ξύδι. Βάβω τα αυγά, σαν να το έκανα πάντα, κι ενώ περιμένω, σκαλίζω τη φωτιά με ένα σπαθί που είχε ξεμείνει από τον πόλεμο. Παραδίπλα είναι ένα κράνος αυθεντικό γερμανικό που δεν μπορώ να θυμηθώ σε τι είναι χρήσιμό πια. Η μήπως μπορώ: σκαλίζω τη φωτιά και εκεί μες’ τις φλόγες, μέσα στην αθλιότητα του πολέμου που περίμενα να δω είδα ένα κορίτσι με φακίδες να κάνει τσίσα του μέσα στο γερμανικό κράνος.

…Ένα βρυσάκι με ζωγραφιστά λουλούδια και ένας καθρέφτης δίπλα, έχει αποτυπώσει το πρόσωπο του Θείου μου για πάντα. Με το αγέρωχο μουστάκι και τη μυρωδιά από το άφτερ σέιβ. Το τρανζίστορ παίζει Ιταλικές μπαλάντες.

….Ο άλλος θείος μου παρακεί, ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τη Θεία μου να του κόβει βεντούζες.

…Η σκιά της πεθαμένης θεια-κου- Μήτσαινας έρχεται, ασαράντιστη όπως είναι να με χαιρετήσει…

Τη χαιρετώ, να μα χαιρετήσω πόσες σκιές ακόμα; Θέλω να φύγω. Παίρνω μαζί μου μόνο ένα δαφνόφυλλο. Ξερό και σκονισμένο. Το βάζω στον κόρφο μου και βγαίνω για άλλη πόρτα.

Η επόμενη πόρτα είναι βεραμάν η μισή μεταλλική μασίφ και η άλλη με αδιάφανο τζάμι και απ’ έξω μεταλλικό κάγκελο.

Ανοίγω και μπήκα. Μαμά, φώναζω ήρθα….. Το σπίτι μυρίζει ψητό και η μαμά και ο μπαμπάς μου είναι νέοι και φορούν τα καλά Κυριακάτικά ρούχα τους. Η αδερφή μου παίζει πιάνο, ο μπαμπάς ακορντεον και ο αδερφός μου ετοιμάζει κοκτέιλ καρπούζι για όλους. «Κόβεις τη σαλάτα να κάνω τα ποτά;» «Γιατί, όχι;» Και μαζί στην κουζίνα ο καθένας στο πόστο του.

Γυρίζω το βλέμμα στην επόμενη στιγμή: τσακωμός και το τσόκαρό στο κεφάλι του. Γρήγορα στο δωμάτιο της μαμάς που είναι και η βιβλιοθήκη μου. Φωνάζει ότι θα με σκοτώσει. Σπρώχνω με όλη μου τη δύναμη τη βιβλιοθήκη μπροστά στην πόρτα για να τον εμποδίσω. Το πόμολο κάνει μια μεγάλη τρύπα στο κόντρα πλακέ της βιβλιοθήκης.

Μετά μετακομίζει στον πάνω όροφο και έχω δικό μου δωμάτιο και μου λείπει και αυτός και οι τσοκαριές…

…Είναι η εποχή που φοράω τα πουλόβερ του μπαμπά: όσο πιο φαρδιά τόσο πιο ωραία. Μυρίζουνε και μπαμπάς. Το τραπέζι είναι έτοιμο. Τραγουδάμε στο πιάνο με την αδερφή μου η «Μικρή Ραλλού» και ο αδερφός μου κοροϊδεύει, ο μπαμπάς καμαρώνει τις καλλιτέχνιδές του και η μαμά φροντίζει τις τελευταίες λεπτομέρειες στο τραπέζι. Τα πιάτα τα μαζεύω εγώ με την αδερφή μου και στην κουζίνα λέμε τα μυστικά μεταξύ λίγδας και αποφαγιών.

….Αμέσως μετά (χρόνια μετά) στο δωμάτιο μου, αυτό που είχε ο παλιά ο πάππους ο συχωρεμένος, κάθομαι στο γραφείο μου πάνω στο οποίο ήταν τα βιβλία των μαθηματικών κλείνω την πόρτα του δωματίου και ανοίγω το συρτάρι μου. «Το όνομα του ρόδου» εκεί με ανοιχτή τη σελίδα. Διαβάζω το σημείο στο οποίο είχα μείνει όταν ανοίγει την πόρτα η μάνα μου και μπαίνει μέσα. Με το στήθος ενστικτωδώς κλείνω το συρτάρι και αρχίζω να λύνω ασκήσεις μαθηματικών.

…Σε άλλη γωνιά η Μάνα σε υστερία. Φωνάζει και όλη την οικογένεια να με θαυμάσουν. Έχω ξυρίσει τα μαλλιά μου. Όχι από μόδα ή ιδεολογία… μόνο και μόνο για να τα τιθασεύσω.

….Από τις φωνές, βρίσκομαι στο κρεβάτι με χειρουργημένο γόνατο, άπλυτη με μακριά μαλλιά να μου φέρνουν φαγητό στο κρεβάτι.

… Και από εκεί σε κάτι μεγάλες νύχτες να θυμάμαι κάτι κουβέντες τους να λένε πως κάτι πρέπει να γίνει με αυτό το παιδί που είναι τόσο ατίθασο. Που δε μοιάζει τα άλλα παιδιά που έχουν βρει το δρόμο τους.

Βγαίνω γρήγορα από την βεραμάν πόρτα.

Πρέπει να διαλέξω κάποια άλλη να μπω και σιχτίριζω την ώρα και τη στιγμή που χάιδεψα εκείνον τον κώλο.

Στην επόμενη πόρτα με περιμένει ο παππούς μου ο συχωρεμένος. Την ανοίγει προτού τη δω και μπαίνω μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο με τις αναμνήσεις του παππού. Κοιτάζω ένα ξύλινο έπιπλο με μια βιτρίνα. Στο ένα ράφι είναι ένα σετ φλιτζανάκια καφέ από πολύ λεπτή πορσελάνη άσπρα με μπλε λουλουδάκια πολύ πολύ λεπτά και εύθραυστα σαν την υγεία του παππού. Παραδίπλα δύο πήλινα παιδάκια, παλιά, κιτς τόσο χωρίς αξία που ακόμα τα κουβαλώ στα παραθυράκια του μυαλού μου. Δίπλα στο κρεβάτι του παππού μια φωτογραφίας της γιαγιάς και ένα καντηλάκι. «Το ανάβω κάθε μέρα, μου λέει και λέω στη γιαγιά σου όλα τα νέα της μέρας. Πως μεγαλώνετε, όλα αυτά τα απίθανα πράγματα που καταφέρνετε.» «Εκείνη απαντά παππού;» «Όχι αλλά ξέρω ότι ακούει και χαίρετε για σας».

…Αμέσως μετά ο παππούς στο κρεβάτι του και εγώ κλαίω, του πιάνω το λίπωμα που έχει στο χέρι και του λέω. Μη φύγεις παππού, μη φύγεις…. Χαμογελά κουρασμένος αλλά πολύ όμορφος και μου λέει. «Μην κλαις, είμαι χαρούμενος, είμαι καλά, πάω να βρω τη γιαγιά σου». Τον φιλώ, βγαίνω από το δωμάτιο και σε μισή ώρα μαθαίνω πως έφυγε… Βγαίνω από την πόρτα και κρατάω το χέρι μου στο σημείο που είχε ο παππούς το λίπωμα. Όταν είμαι νευρική πάντα εκεί πιάνω το χέρι μου, σαν να είναι η προέκταση του παππού.

 

Η επόμενη πόρτα είναι ωραία. Έχει έναν άγγελο που προσπαθεί να τιθασεύσει ένα διάβολο. Μπαίνω. Σκηνικά θεάτρου, κουστούμια, περούκες, υφάσματα και μακιγιάζ, μολύβια και χαρτιά, υλικά για κατασκευές, άχρηστα αντικείμενα, αντικείμενα που είναι πιο κιτς από οτιδήποτε και συννεφάκια ροζ, μωβ και βυσσινιά.

Εκεί δεν έχω να πιάσω, να μυρίσω να ακούσω. Είμαι εκεί γιατί είμαι. Χωρίς να ονειρεύομαι χωρίς να υπάρχει μια μνήμη ή ένα πρέπει να μου επιτάσσει κάτι. Μένω γιατί έχω να δώσω. Θέλω να κάνω την αλλαγή, να αλλάξω τον κόσμο, να κάνω το κοινό μου να γελάσει, να δακρύσει, να νιώσει. Ο κόσμος δεν νιώθει πια, πρέπει να του θυμίσω ότι υπάρχουν συναισθήματα, ότι είναι ωραίο να ζεις να υπάρχεις και να συμπάσχεις… Θέλω να είμαι ιεραπόστολος της τέχνης, φορέας της αγάπης, άγγελος επί της γης. Μα τέχνη δεν κάνω, αγάπη δεν μοιράζω, και αρχίζω να θυμίζω περισσότερο κακές παρά καλές δυνάμεις, φεύγω ήσυχα, ενώ μέσα μου νιώθω πως κοπανώ την πόρτα αυτή με δύναμη, τόση που ακόμα ακούω το θόρυβο της.

Κλάματα μωρών ακούγονται απ’ έξω και πάω και διαλέγω εκείνη την πόρτα με τους δυο αγκαλιασμένους ιππότες. Μωρά. Τα μωρά μου. Παιδιά τα παιδιά μου. Και όλα αυτά που τα συνοδεύουν. Σκούπα, φαράσι, τσεμπέρι, κατσαρόλες, ξεσκονόπανα, σίδερο. Πόνοι γέννας, πόνοι ανασφάλειας, πόνοι ανεπάρκειας. Γέλια γέννας, γέλια ασφάλειας, γέλια επάρκειας. Εδώ μπορώ να μείνω για πάντα. Ανήκω εδώ. Αλλά ή πόρτα έχει χρονοδιακόπτη και ξεγλιστρώ έξω.

Η πόρτα που διαλέγω δεν έχει κάσωμα και δεν έχει πόρτα. Η πόρτα είχε χαθεί. Είναι ένα άνοιγμα στον ήλιο. Εκεί μπαίνω. Κάθομαι και κοιτάζω τα χρώματα που αλλάζουν. Τα χρώματα που έχουν δημιουργηθεί από όλες τις προηγούμενες πόρτες που άνοιξα και από εκείνες που μ’ άρεσαν και δεν τις άνοιξα ακόμα. Είπα να μείνω μα έφυγα και από κει.

Βαρέθηκα φίλοι μου, αυτή την ιστορία του κώλου. Ανεβαίνω τη σκάλα και συνεχίζω τη βόλτα μου στην εξοχή. Άλλωστε η μέρα έχει μεγαλώσει και νιώθω την ανάγκη να κάνω μια βουτιά στα καταγάλανα νερά. Εκεί βρίσκω το Γιώργο και με παίρνει αγκαλιά. Το Γιώργο που γκρινιάζει που μου δυσκολεύει τη ζωή, αυτόν τον ίδιο που ερωτεύτηκα. Δεν έχω να μοιραστώ μαζί του κάτι από αυτά. Δε θα με καταλάβει άλλωστε. Όμως με παίρνει αγκαλιά και ήταν σαν να μου δίνει μια αρμαθιά κλειδιά. Όταν παίρνω τον δρόμο της επιστροφής το δέντρο με τον κώλο είχε χαθεί.

Έτσι τελειώνει αυτή μου αφήγηση. Και σίγουρα δεν έχω κάτι σπουδαίο να πω μέσα από αυτή ή όμως να η ζωή που καμιά φορά γεννάει από μόνη της ιστορίες του κώλου. Και πάλι συγνώμη μαμά.

Έτσι τελειώνει αυτή η ιστορία; Όχι παιδιά. Τελειώνει αλλιώς. Αυτή η ιστορία δεν είναι ιστορία του κώλου. Είναι ιστορία αγάπης. Η ιστορία της αγάπης που με γέννησε και που με κρατά ακόμα ζωντανή…. Δεν την ακυρώνω, αλλά την αξιώνω… και γυρνώντας πίσω βρίσκω την αγάπη και είναι τόσες ακόμα οι πόρτες που δεν έγραψα γι αυτές και κοιτώντας μπροστά αναζητώ την αγάπη και είναι τόσες οι πόρτες που δεν έχουν φτιαχτεί ακόμα… και τώρα η στιγμή είναι αγάπη και την μοιράζομαι με εσάς. Άλλωστε τώρα είστε μπροστά σε μια πόρτα…. Την έχετε ανοίξει… είμαστε μέσα μαζί…. Ας μοιραστούμε την αγάπη μας… αυτή ας είναι η κοινή μας πόρτα…

 

Έφη Γεωργάκη

SHARE
RELATED POSTS
Περί επικηδείων (αντί διαθήκης), του Γιάννη Στουραΐτη
Η μετριότητα, της Μαρίνας-Μαρίας Βασιλείου
Τα Χριστούγεννα έρχονται από μόνα τους ή τα φέρνουμε εμείς;, του Κωστή Α.Μακρή
4 Σχόλια
  • Έφη Ψαρογιώργου
    27 Αυγούστου 2014 at 12:19

    …Κι εγώ φυσικά δεν μπορούσα , παρά να συγκινηθώ για άλλη μια φορά….Άλλωστε αισθάνομαι πως ήμουν κι εγώ πολύ κοντά σε κάποιες απ΄αυτές τις πόρτες!!!!Καλή συνέχεια στις εμπνεύσεις σου που μας ταξιδεύουν….

  • Έφη Γεωργάκη
    26 Αυγούστου 2014 at 19:24

    Σας ευχαριστώ πολύ, που είσαστε ο καθένας με τον τρόπο του στην ζωή μου, που στις πόρτες μου, σας βλέπω ή σας διαβάζω…

  • Ελένη Ψαρογιώργου
    6 Αυγούστου 2014 at 08:58

    Υπέροχο!Τι μου θύμισες!

  • Γιάννης Στουραΐτης
    4 Αυγούστου 2014 at 18:52

    Μας παρασύρατε σ’ αυτήν την περιπέτεια ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο και τα πλέξατε τόσο αριστοτεχνικά για να μας οδηγήσετε τελικά στην σπουδαιότερη έκφανση της πραγματικότητας, που είναι η αγάπη ! Μου άφησε μιαν ωραία γεύση αυτή η περιπλάνηση…

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.