Αναγνώστες

Ο Σνούπυ και η Φουντίτσα Volume 3, της Τζούλυς Γιαννοπούλου

july.jpg
Spread the love
 

 

 

 

 

 

IMGP2370.jpg

 

 

Κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Ο ουρανός είχε απλώσει μπουγάδα τ’ άστρα του, μωσαϊκό εκεί ψηλά, φωτεινό κι αλλοπρόσαλλο. Είχε σταυρώσει τα χέρια στο στήθος. Ίσως από θυμό, αλλά πιο πολύ από απορία. Τι είχε γίνει τώρα; Και κυρίως γιατί;


Ποιόν Θεό χλεύασαν άραγε. Ποια κατάρα ξύπνησαν μέσα στο καταχείμωνο;

Γύρισε και τον κοίταξε. ‘Έτσι ξαπλωμένος καθώς ήταν, γαλήνιος, ήρεμος, σ’ ένα δικό του κόσμο, έμοιαζε με ξωτικό. Τα μακριά του μαλλιά έπεφταν στους γυμνούς ώμους. Το σεντόνι δεν έφτανε να καλύψει τις γάζες. Ήταν αναίσθητος εδώ και δύο μέρες. Μηχανική υποστήριξη το έλεγαν. Εκείνη το έλεγε ψυχολογική υποστήριξη. Δική της. ‘Όσο ήταν διασωληνωμένος , χόρευε η ελπίδα μέσα της.

 

Κοίταξε τ’ αυτοκίνητα στη λεωφόρο. ‘Ήταν αργά το βράδυ κι όμως η κίνηση ήταν μεγάλη.

Φώτα παντού αλλά σκοτάδι μέσα της. Σκεφτόταν πως έπρεπε να κινηθεί γρηγορότερα.

Έπρεπε να τον προλάβει. Αλλά τ’ ορκίζεται, δεν είδε το φορτηγό που ερχόταν καταπάνω τους.

Το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν το χέρι του, καθώς την έσπρωχνε προς τα πίσω για να την προστατέψει. Και ν’ αφήσει τον εαυτό του απροστάτευτο.

Ένα αίσθημα απόγνωσης κι αγωνίας τη κυρίεψε. Δε μπορούσε να φανταστεί πώς γύρισε η ζωή της από την απόλυτη ευτυχία στον απόλυτο φόβο. Μια στροφή αρκούσε.

Γέμισαν τα μάτια της δάκρυα. Αλλά από πείσμα τα κρατούσε εκεί. Να μη μπορούν να της ξεφύγουν, τουλάχιστον αυτά.

Του έπιασε το χέρι. ‘Άραγε την ένιωθε; Την αγαπούσε; Τη θυμόταν;

Μα πόσο εγωίστρια πια; Μάλωσε τον εαυτό της.

Έμεινε εκεί, σ’ εκείνο το δωμάτιο νοσοκομείου για αρκετές μέρες. Ώσπου ξημέρωσε μια τελευταία μέρα.

Καθώς είχε γύρει το κεφάλι της πάνω του, εκείνος σάλεψε απαλά και της χάιδεψε τα μαλλιά.

Της ξέφυγε μια μικρή κραυγή, αλλά ποιος νοιαζόταν! Ξύπνησε!

Την κοίταξε και της χαμογέλασε. Επιτέλους μπορούσε ν’ αφήσει εκείνα τα δάκρυα να φύγουν.

Του χαμογέλασε κι αυτή.

-Μ’ αγαπάς; Τη ρώτησε.

-Ναι. Του απάντησε.

-Ακόμα;

-Πάντα.

Τον αγκάλιασε από τη μέση, ενώ πίεζε το κουδούνι ειδοποίησης. Δε χρειαζόταν όμως γιατί οι γιατροί και οι νοσοκόμες ήταν ήδη μέσα στο δωμάτιο. Τον αποχωρίστηκε έως ότου τον εξετάσουν. Μάταια προσπαθούσε να καταλάβει από τις εκφράσεις τους τι γινόταν.

Αν ήταν Έλληνες, θα ρωτούσε. Αλλά οι Αυστριακοί ήταν κάπως αυστηροί και τους φοβόταν λιγάκι. Πίστευε πως θα την ενημέρωναν αργότερα.

Το μόνο που ήξερε είναι ότι ο Σνούπυ είχε υποστεί εσωτερικά τραύματα και χρειαζόταν 48 ώρες να παρακολουθείται η εξέλιξη του. Πήρε αρκετά παραπάνω, αλλά άξιζε το κόπο. Τον κοιτούσε και γελούσε. Κι έκλαιγε μαζί. Εκείνος της έβγαζε τη γλώσσα, πράγμα που την έκανε να ξεκαρδίζεται και οδήγησε το παγωμένο βλέμμα του γιατρού πάνω της σα μαστίγιο.

 

Χαμήλωσε το βλέμμα από ντροπή, αλλά δεν την ένοιαζε και τόσο. Εκείνος της γελούσε. Ήταν καλά! Φαντάστηκε ήδη την απογευματινή τους βόλτα στο παλιό εκείνο καφέ, τη ζεστή του σοκολάτα, το χάδι στο χέρι της που συνήθιζε να της κάνει πάνω στο μικροσκοπικό τραπεζάκι… Θα το ξαναπιάσουμε από την αρχή, αγάπη μου! Αυτό σκέφτηκε.

 

Οι γιατροί μαζεύτηκαν σε μια γωνία και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Ύστερα γύρισαν και μίλησαν στον Σνούπυ. Του είπαν πως η κατάσταση του εξακολουθούσε να είναι σοβαρή, αλλά το γεγονός πως συνήλθε ήταν καλό σημάδι. Χρειαζόταν ξεκούραση και ηρεμία. Ένας από αυτούς κοίταξε την Εύα αυστηρά. Εκείνη έκανε τιτάνιες προσπάθειες να μη γελάσει με αυτό.

Μα τι νόμιζαν επιτέλους! Ότι θα τον εξόντωνε σεξουαλικά στο κρεβάτι του πόνου;

Έλεος κάπου!

Βγήκαν από το δωμάτιο κι εκείνη έτρεξε κατά πάνω του. Τον αγκάλιασε σφιχτά, κάνοντας τον να βογκήξει λίγο. Ύστερα έμεινε ξαπλωμένη πάνω του και τον κοίταξε μες τα μάτια. Αυτά τα πανέμορφα μάτια που τα ερωτεύτηκε από τη πρώτη στιγμή που τα είδε.

Τον φίλησε απαλά στο στόμα κι ένωσε το μέτωπο της με το δικό του. Άφησε λίγα δάκρυα ακόμα να τρέξουν, μουσκεύοντας το μάγουλο του. Την έσφιξε πάνω του και της χάιδευε τα μαλλιά στοργικά, την καθησύχαζε. Εκείνη τη στιγμή θα ορκιζόταν ότι ζούσε την απόλυτη γαλήνη του νου. Ήταν σε να μην υπήρχαν σε αυτό τον κόσμο, αλλά κάπου απόκοσμα, μοναχικά, ελεύθερα.

Του έδωσε χυμό να πιεί. Του έκανε μασάζ στα χέρια και στα πόδια. Μίλησαν για το συμβάν.

Του έλεγε για τα σχέδια που έκανε, πόσα πράγματα άλλαξε μέσα της αυτή η εξέλιξη.

Θα πήγαιναν ένα ταξίδι. Το είχε αποφασίσει. Μόλις έβγαιναν από το νοσοκομείο, θα προγραμμάτιζαν ένα ταξίδι για τους δυό τους. Την κοίταζε που μιλούσε ακατάπαυστα και χαμογελούσε ευτυχισμένος.

(Σ’ αγαπάω φουντίτσα μου.. Πάντα θα σε αγαπάω. Να μην το ξεχάσεις. Να μη μας ξεχάσεις.)

Η Εύα συνέχιζε να μιλάει, να περιγράφει, να χειρονομεί. Κι αυτός την απολάμβανε. Μετά από αρκετή ώρα τον πήρε ο ύπνος. Τον σκέπασε κι έκατσε στη καρέκλα δίπλα του.

Ήταν ευτυχισμένη. Ήρεμη. Υπομονή τώρα.

Πέρασαν πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια και έξι μήνες στη Βιέννη. Κοιτούσε το εισιτήριο της επιστροφής στην Ελλάδα με μια κάποια θλίψη. Καθόταν στο αγαπημένο της παγκάκι.

Περιστέρια την τριγύριζαν και πού και πού τους πέταγε ένα κομμάτι από το κουλούρι της.

Έκανε κρύο. Δεκέμβρης. Χριστούγεννα στην Αθήνα. Και μετά πάλι πίσω. Δεν άντεχε μακριά από τη Βιέννη πια.

Γύρισε και τον κοίταξε. Τα μαύρα του μαλλιά έπεφταν στου ώμους του, μαζί με μερικά τσουλούφια που έκρυβαν τα μελιά μάτια του. Του έπιασε το χέρι και το έσφιξε.

Της χαμογέλασε. Του χαμογέλασε κι αυτή.

Ήταν μια όμορφη μέρα τελικά.

Ένιωθε ευτυχισμένη. Και τον αγαπούσε. Όχι, δεν τον αγαπούσε. Τον λάτρευε.

Ακόμα;

Πάντα.

 

– Μαμά! Γιατί κλαίς; Θυμάσαι τον μπαμπά, ε;

 

 

Διαβάστε το Α’ και Β’ μέρος 

 

SHARE
RELATED POSTS
Χορός, της Μαρίας Αναγνωστοπούλου
Οι αργόσχολοι και η πνευματική κρίση, της αναγνώστριας Μ.Β.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με τον ισλαμισμό, τα ήθη και έθιμά του, της Δέσποινας Κοντάκη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.