Αναγνώστες

Ο Σνούπυ και η φουντίτσα Volume 2 out of 3, της Τζούλυς Γιαννοπούλου

july.jpg
Spread the love

july.jpg

 

 

Τζούλυ Γιαννοπούλου

 

9736634990_8d4103fb5d_z.jpg

 

 

-Μ’αγαπάς;

-Σ’αγαπώ

-Ακόμα;

-Πάντα;

– Ορίστε;

– Ρώτησα πώς σας λένε.

– Εμένα με λένε Εύα αλλά εσάς σας λένε Σνούπυ; Δεν είναι όνομα αυτό! ‘Η μάλλον είναι όνομα σκύλου!

– Δε μοιάζω,ε; Η αλήθεια είναι πως έτσι με φωνάζουν. Κάτι σα παρατσούκλι ας πούμε.

-Είστε ‘Ελληνας. Κοίτα σύμπτωση…Πώς βρεθήκατε στη Βιέννη;

Ο άνδρας είχε σηκωθεί όρθιος πια. Είχαν το ίδιο ύψος, έτσι η Εύα μπορούσε να τον κοιτάξει κατάματα χωρίς ντροπή. Λέμε τώρα. Κατά βάθος της είχαν κοπεί τα γόνατα. ‘Ελληνας ημίθεος σε μια πλατεία της Βιέννης καταμεσήμερο. Εντάξει, τον μονόκερο της τον ήθελε γαλάζιο παρακαλώ…

-Εδώ ζω.

-Πώς ξέρατε πως είμαι Ελληνίδα και μου μιλήσατε Ελληνικά;

-Από το βιβλίο. Είμαι συγγραφέας. Τα βιβλία είναι η ειδικότης μου.

-Α, μάλιστα.

Η αμηχανία ήταν εμφανής, αλλά κανείς δε φάνηκε να πτοείται από αυτή.

-Θέλετε να πάμε για ένα καφέ; ‘Εχει ωραίο απόγευμα. Αν φυσικά δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε.

Η Εύα τον περιεργάστηκε για λίγο. Πολύ χαμογελαστός, πολύ φιλικός, πολύ εξυπηρετικός.

‘Υποπτον.

-Γιατί όχι; Πάμε.

Ξεκίνησαν να περπατούν και να συζητούν διεξοδικά σχετικά με τις ζωές τους. ‘Ενιωθε απίστευτη οικειότητα αλλά την απέδωσε στο γεγονός πως βρήκε έναν ομοεθνή της ανάμεσα στους βαρβάρους. Πού και πού του έριχνε κλεφτές ματιές, τις στιγμές που δε μετρούσε τις πλάκες της πλατείας όσο αυτός τις περιέγραφε τη διαδικασία της συγγραφής.

Μίλησαν πολύ για βιβλία. Κοινό όπως αποδείχτηκε αγαπημένο θέμα. Κάθισαν σε ένα καφέ.

Ο ήλιος του μεσημεριού έδινε τη σειρά του σε ένα γλυκό απογευματινό χρυσοκόκκινο, με το αεράκι να μη λέει ν’αποχωριστεί τη συντροφιά του. Μιλούσαν, μιλούσαν, μιλούσαν.

Είπαν, και τί δεν είπαν. Για τη ζωή τους, για την Ελλάδα που πληγώνει, σαν εραστής που βασανίζει και βασανίζεται από τον έρωτα του, για τις δουλειές, για τη ζωή στη Βιέννη.

-Ξέρετε, εγώ θα μείνω λίγο εδώ. Σε κανα δυό εβδομάδες θα φύγω για την Ελλάδα.

-Τυχερή είστε. Εγώ δε μπορώ να φύγω. Παρόλο που η δουλειά μου δεν απαιτεί να βρίσκομαι συνεχώς στη Βιέννη, εγώ βρίσκω πάντα λόγους που με κάνουν να μένω. Ας πούμε, λατρεύω τη σοκολάτα που σερβίρουν εδώ.

Η Εύα χαμογέλασε. Αστείος ήταν τελικά. Ναι. Αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσει, αστείο θα τον έλεγε. ‘Η παράξενο. Η ώρα πέρασε γρήγορα, νύχτωσε και ο Σνούπυ συνόδεψε την Εύα στο ξενοδοχείο. Μπροστά στην είσοδο, της έδωσε τη κάρτα του. Της ζήτησε αν ήθελε να του τηλεφωνήσει το πρωί, να ξαναβρεθούν. ‘Ηξερε ένα καταπληκτικό ελληνικό εστιατόριο και θα χαιρόταν πολύ αν πήγαιναν μαζί.

-Θα το σκεφτώ, είπε η Εύα.

-Ωραία! Απάντησε με ενθουσιασμό ο Σνούπυ.

‘Εσκυψε και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Μπορεί να κοκκίνησε μέχρι και το λευκό βρακί που φορούσε. Τόσο σοκαρίστηκε. ‘Εφυγε χοροπηδώντας και τραγουδώντας. Μα τί παράξενος άνθρωπος στ’αλήθεια. ‘Η σκύλος. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα. Ανέβηκε στο δωμάτιο της και πέταξε τα πάντα πάνω στο κρεβάτι. Γδύθηκε εντελώς και μπήκε για ντους. Σκεφτόταν το ρεπορτάζ που έπρεπε να παραδώσει στην εφημερίδα. ‘Ισως θα τους άρεσε αν μπορούσε να του πάρει συνέντευξη. Στο κάτω κάτω, συγγραφέας είναι. Κάτι ενδιαφέρον θα έχει να πει. Και έδειχνε καλός άνθρωπος. Ναι, το αποφάσισε. Αύριο κιόλας θα του τηλεφωνούσε να βρεθούν και θα του ζητούσε συνέντευξη. Αυτό ήταν! Το ρεπορτάζ που έψαχνε! Κοίτα να δεις από το πουθενά πώς μπορεί να έρθει κάτι καλό…Με αυτή τη σκέψη ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε. Την άλλη μέρα ξύπνησε με ενθουσιασμό. ‘Ηπιε τον καφέ της στο ξενοδοχείο και ξεκίνησε να πάει για φωτογράφιση. Γιατί κάτι έπρεπε να φωτογραφίσει από τη Βιέννη. Τί στο καλό πήγε εκεί να κάνει. Γνωριμίες; Κατάφερε να γελάσει με τον εαυτό της. Πόσο καιρό στ’αλήθεια είχε να γελάσει με τον εαυτό της. Να γελάσει γενικά. Περπάτησε μερικά τετράγωνα όταν συνάντησε χωρίς να το θέλει ένα πανέμορφο κτίριο που έμοιαζε με παλάτι. Σήκωσε τη μηχανή της και τράβηξε όσες περισσότερες φωτογραφίες μπορούσε. ‘Εβαλε στο κάδρο τους περαστικούς, ένα παιδί που έτρωγε παγωτό, έναν πλανόδιο πωλητή φυσικών χυμών, μια γάτα κι ένα μπαλόνι που είχε ξεφύγει προς την ελευθερία του ουρανού. ‘Εμεινε ικανοποιημένη από τις πόζες και περπάτησε βιαστικά προς την αγαπημένη της πλατεία. Είχε καλό καιρό και η φουντίτσα στο κεφάλι της παλλόταν από το απαλό αεράκι καθώς περπατούσε γρήγορα. Κάθισε στο ίδιο παγκάκι. ‘Εβγαλε τα αποξηραμένα της φρούτα από το σακίδιο και ξεκίνησε να μασουλά.

 

Διάλειμμα. ‘Όχι ότι είχε κουραστεί με καμιά τριανταριά φωτογραφίες, αλλά αν βρεις την ευκαιρία, άρπαξε την. Απ’όπου προεξέχει τέλος πάντων. ‘Εβγαλε το βιβλίο της. Ευκαιρία για διάβασμα! Με το ένα χέρι μασουλούσε αποξηραμένα βερίκοκα και με το άλλο κρατούσε το βιβλίο. Ε, δεν άργησε πολύ. Το βιβλίο ξανα στο έδαφος. Ξεφύσηξε. Αν είχε ζωή, θα έβγαζε χέρια και θα της έλεγε, «Να, ζώον!»

Και τότε ένα χέρι έσκυψε και μάζεψε το βιβλίο από κάτω.

-Ξέρεις, μπορεί να μας γίνει συνήθεια αυτό.

-Δηλαδή;

-Να σου σηκώνω ότι σου πέφτει.

Γέλασαν και οι δύο δυνατά με αυτή τη δήλωση. ‘Ηταν το πρώτο κοινό τους γέλιο. Η πρώτη κοινή χαρά.

-Καλημέρα φουντίτσα!

-Καλημέρα Σνούπυ! Φουντίτσα;

-Ναι, το δικό σου όνομα! Σε βάφτισα ξανά! Το Εύα είναι ωραίο αλλά βαρετό. Ας βάλουμε λίγες τρίχες στη ζωή μας!

Ξαναγέλασαν εγκάρδια.

Πέρασαν τις υπόλοιπες μέρες τους μαζί. Περπατώντας, συζητώντας, ανταλλάσσοντας απόψεις.

 

Της άρεσε η παρέα του αλλά κι εκείνος έδειχνε ν’απολαμβάνει τη δική της.

Κατάφερε και του πήρε συνέντευξη. Κι όχι μόνο. Του πήρε τα μυαλά.

Οι δύο μέρες έγιναν δύο εβδομάδες και οι δύο εβδομάδες έξι μήνες. ‘Εστελνε ανταποκρίσεις στην εφημερίδα από τη Βιέννη κι εκείνοι βλέποντας την εμφανώς ικανοποιητική δουλειά της, την άφηναν ήσυχη να συνεχίσει να φωτογραφίζει και να γράφει κείμενα για την ιστορία, το πολιτισμό, τα βιβλία ακόμα και για τις πλατείες.

Ο,τιδήποτε θα μπορούσε να την κρατήσει κοντά στον Σνούπυ. Ο οποίος Σνούπυ δε σταματούσε να της εκφράζει το θαυμασμό του, την αγάπη του, τον έρωτα του που καθημερινά μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Δεν τον ρώτησε ούτε μία φορά πώς τον έλεγαν στη πραγματικότητα. Της φαινόταν απίστευτη η τροπή που πήρε η ζωή της ξαφνικά.

 

Αλλά το απολάμβανε, χωρίς δεύτερες σκέψεις.

Μέχρι τη στιγμή που στρίγκλισαν τα φρένα.

 

 

 

SHARE
RELATED POSTS
Προσθαφαίρεση, του Νάσου Αθανασίου
787313_exafanisi.jpg
Έκκληση για εξαφανισμένο 20χρονο φοιτητή – Γνωρίζεις κάτι;
Βραδιά μουσικής, της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.