iporta.gr

O Ουΐλλιαμ Ληκ και ο Αλή Πασάς, της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου

Αρχίζουμε το ταξίδι μας, ακολουθώντας τον Άγγλο κατάσκοπο Ουίλλιαμ Λήκ, όπως σας υποσχέθηκα.

Το 1807, λοιπόν, παίρνει εντολή να σπεύσει και να συναντήσει τον Αλή Πασά. Οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι, η κρίση που ξέσπασε στην Ανατολή, η κατάληψη των Επτανήσων πρώτα από τους Γάλλους και ύστερα από τους Άγγλους, είχαν φέρει στο προσκήνιο τον σατράπη της Ηπείρου.

Η συνάντηση των δύο ανδρών έγινε το βράδυ της 12ης Νοεμβρίου 1807, κοντά στα ερείπια της αρχαίας Νικόπολης, κάτω από τρελές συνθήκες για να κρατηθεί μυστική από τον Γάλλο πρόξενο στα Γιάννενα, τον οποίο προσπάθησαν να αποπροσανατολίσον. Βάσει ενός περίπλοκου σχεδίου, ο Αλή υποδέχτηκε τον απεσταλμένο του Λήκ, έχοντας στο πλευρό του τον Γάλλο πρόξενο Πουκεβίλ, και τον έδιωξε περιφρονητικά, λέγοντας ότι η Αγγλία και η Τουρκία βρίσκονταν σε πόλεμο και ότι μόνο χάρη στη γενναιοδωρία του τον άφηνε να φύγει ζωντανός. Ο απεσταλμένος έφυγε, αλλά στο δρόμο τον πρόλαβε ο γραμματικός του Αλή και του έδωσε ένα σημείωμα για τον Λήκ, όπου οριζόταν το σημείο συνάντησης.

Ο καιρός χάλασε, έπιασε φουρτούνα και το καράβι, πάνω στο οποίο περίμενε ο Λήκ, δυσκολευόταν να κρατηθεί κοντά στην παραλία. Αν οι άνθρωποι του Αλή δεν άναβαν μια μεγάλη φωτιά και δεν πυροβολούσαν στον αέρα για αρκετή ώρα, ο Λήκ δεν θα μπορούσε να βρει πού έπρεπε να πάει. Ο Αλή τον περίμενε κάτω από ένα βράχο, με δυο αξιωματούχους στο πλάι του και κάμποσους φρουρούς πιο πέρα, έχοντας αφήσει τον Πουκεβίλ σε μια νησίδα να τρώει και να πίνει.
Ο Λήκ, ασκώντας όλη την επιρροή του, έπεισε τον Αλή να αναλάβει πρωτοβουλία για τη συμφιλίωση Αγγλίας-Πύλης. Πράγματι, οι σχέσεις των δυο κρατών αποκαταστάθηκαν στους επόμενους μήνες.

Ο Αλή, από την πλευρά του, έστειλε τον έμπιστό του Σεϊντ Αχμέτ στο Λονδίνο, εξασφαλίζοντας άμεση επαφή με την αγγλική κυβέρνηση. Οι Άγγλοι, ενθουσιασμένοι, όρισαν τον Λήκ επίσημο αντιπρόσωπο της Α.Μ. στον Αλή πασά.

 

Ο Λήκ είχε φροντίσει να πάρει πληροφορίες για τον Αλή, την αυλή του, την ομογένειά του και την πολιτική του αρκετά νωρίτερα, επισκεπτόμενος το Τεπελένι.
«Δεν εμπιστεύεται», γράφει, «ούτε τα παιδιά του. Όλα περνούν από το χέρι του, εκτός από την αλληλογραφία. Υπαγορεύει τις επιστολές στον γραμματικό του. Το δικό του γράψιμο είναι φρικτό κι ακόμα χειρότερη η ελληνική ορθογραφία του. Τα λίγα γράμματα που έμαθε, τα ξέχασε γιατί δεν τα χρησιμοποίησε ποτέ, αφού στην οθωμανική Ανατολή κάθε μεγάλος έχει το γραμματικό του. Μπορούσε να διαβάζει αραβικά, αλλά δεν δοκίμασε ποτέ να γράψει. Οι συνεννοήσεις του με την Πύλη γίνονταν στα Ελληνικά με διάμεσο τον αρχιτζοχαντάρη του, δηλαδή του επίσημου αντιπροσώπου του στην Πόλη. Ακόμα και με τους Αρβανίτες του επικοινωνούσε στα Ελληνικά, εκτός από κάποιες σπάνιες περιπτώσεις που επιθυμούσε να διαβαστεί η διαταγή του στα αρβανίτικα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι επιστολές γράφονται μεν στα αρβανίτικα, αλλά γίνεται χρήση του ελληνικού αλφαβήτου.( υπάρχουν αντιφατικές πληροφορίες για το αν ο Αλή ήξερε ή δεν ήξερε να γράφει και να διαβάζει).

Οι σημαντικότεροι αξιωματούχοι του είναι ο Σιλιχτάρ αγάς και ο Γιουσούφ αγάς Αράπης- ένας έξυπνος, δραστήριος, γενναίος, σκληρόκαρδος και αιμοβόρος άνδρας. Δίπλα τους ο μπουλούμπασης Τάτζα και ο Θανάσης Βάγιας- πρόθυμα όργανα για κάθε λογής ατιμία.

Περισσότερα για το περιβάλλον και τον τρόπο ζωής του Αλή και του περίγυρού του, θα βρείτε στην ανάρτηση της επόμενης εβδομάδας. Μέχρι τότε, να είστε όλοι καλά!

 

Δήμητρα Παπαναστασοπούλου