Ανοιχτή πόρτα

Νιρβάνα, της Δέσποινας Κοντάκη

222827_1689218872778_3158471_n.jpg
Spread the love

222827_1689218872778_3158471_n.jpg

 

 

 

 

 

 

Δέσποινα Κοντάκη 

 

 

despoina.jpg

 

Η σκέψη γίνεται φίδι, και σέρνεται για ώρες μέσα στα τεράστια δωμάτια της φαντασίας.


Ξετρυπώνει στιγμές κλειδωμένες στο χθες. Όλα είναι εκεί κι όλα λείπουν.

Άλλη μια νύχτα χαράζει. Μια ανάσα χαϊδεύει το πίσω μέρος του λαιμού.

Μια αγωνία τρυπώνει ξαφνικά στο στομάχι και το σφίγγει σαν να ’χει χιλιάδες χέρια.

Μια αγωνία σαν κόμπος στο λαιμό. Δεν μπόρεσα ποτέ να εξοικειωθώ με αυτό το ξαφνικό σφίξιμο. Ποτέ. Προάγγελος του ¨κάτι θα γίνει¨.

Κι ύστερα έρχεται το ρίγος από τη μια άκρη του κορμιού μέχρι την άλλη.

Λες και τα θροΐσματα των δένδρων υποδηλώνουν πως κάποιος ή κάτι πέρασε δίπλα τους. Πως κάτι αόρατο με παρακολουθεί.

Ανάβω όλα τα φώτα και σηκώνομαι όρθια. ¨Ατρόμητη¨ και με το δέρμα ανατριχιασμένο…

Υπάρχει κανείς; Θα σε κοιτάξω κατάφατσα κι ό,τι κι αν είσαι θα σε τρομάξω εγώ κι όχι εσύ.

Βάζω μουσική και αρχίζω να λικνίζομαι σαν βάρκα πάνω σε απαλό κύμα.

Αυτές οι νύχτες αγάπη μου είναι δικές μου.

Η ανάσα στο πίσω μέρος του λαιμού, γίνεται φιλί. Απαλό, κι ύστερα βίαιο, άγριο, ερωτικό.

Νιώθω τα δόντια να βυθίζονται στη σάρκα.

Υπάρχει κανείς;

Και είναι σου λέω κάτι ¨περίεργες¨ ώρες, που δεν έχεις να πας πουθενά.

Κλειδώνεσαι και περιμένεις ό,τι αργεί. Σιωπές διαρκείας. Δεν θέλεις να βγεις έξω στο πλήθος.

Το σφίξιμο επιμένει και μέσα και έξω. Όχι. Δεν μετράς ώρες.

Μόνο περιμένεις πως το τίποτα μπορεί να γίνει ¨κάτι¨.

Ώρες ανέραστες χάνεσαι στο λαβύρινθό σου. Ο κάθε ένας στον δικό του.

Νύχτα ώρα τρεις. Καταμεσήμερο ώρα τρεις.

Είναι κάτι καταμεσήμερα που σου καρφώνονται σαν σπασμένα γυαλιά στο στήθος.

Και κάτι νύχτες που φέγγουν μ’ ένα παράξενο φως.

 

«Είμαι πάντα εδώ κρυμμένος στη σιωπή μου.

Δεν θέλω να δω κανέναν.

Δεν θέλω να μιλήσω με κανέναν.

Δεν γνωρίζω κανέναν»

 

Τι να σου πω ρε φίλε;

Τι να σου πω που δεν βρίσκω λόγια να σου εξηγήσω.

Μερικά πράγματα δεν εξηγούνται.

Είναι και το άλλο…ότι ίσως να μην καταλάβεις κιόλας. ¨Βλέπεις¨ ίσως μόνο αυτό που φαίνεται.

Κάτι σκιές μυστήριες που χορεύουν στα ήσυχα δωμάτια δεν τις βλέπεις.

Μπορώ να τις κλείσω σ’ ένα φάκελο αν θέλω και να στις στείλω δώρο.

Είναι και το άλλο όμως…μπορεί και να μη τ’ ανοίξεις και ποτέ.

Κατάλαβες τώρα; Έστω λίγο; Έστω κάτι;

Μερικά πράγματα δεν εξηγούνται, γιατί ¨λέει¨ δεν έχει ερευνηθεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος…

Άκου τώρα φίλε!

Πώς να πλησιάσω το απλησίαστο;

Πώς να σπάσω αυτές τις σιωπές;

Μοιάζουν τόσο ¨ξεκάθαρες¨ που δεν τολμάς να ρωτήσεις γιατί;

Τόσο ολόκληρες.

 

Φίλε το γυαλί βρίσκεται στο χέρι μου.

Άυλε εραστή μου θα σε σκοτώσω.

Δεν ρωτώ τίποτα.

Έχε γεια.

 

(Φθινόπωρο 1999)

 

SHARE
RELATED POSTS
Παιδιά σηκωθείτε!, του Χρήστου Χωμενίδη
Η σιωπηλή παρηγοριά των βιβλίων…, του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη
“Me Too”? (η συνέχεια – continued), του Γιώργου Σαράφογλου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.