Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Μνήμες του νερού, σε μια ανοιχτή επιστολή, της Δέσποινας Κοντάκη

Spread the love

222827_1689218872778_3158471_n.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δέσποινα Κοντάκη

 

 

3bae09eb-0faf-4152-8b4c-b08d746c4b85.jpg

 

Σου γράφω λίγο πριν το βραδινό τσάι, μετά από εκείνο το τελευταίο γράμμα μου, πριν χρόνια.

Είμαι καλά. Το ίδιο επιθυμώ και δι’ υμάς.

Εδώ βρέχει από χθες. Έβρεχε όλη τη νύχτα. Ξεκίνησε μια ψιλή ήσυχη βροχή και σιγά σιγά δυνάμωνε όπως η μουσική στο ραδιόφωνο, όταν μας αρέσει. Τα ζουμπούλια άργησαν νομίζω φέτος να ανθίσουν. Μόνο κάτι ασθενικές φρέζες είδα στην άκρη του κήπου. Έριξα ψίχουλα στο δρόμο, για τα σπουργίτια.

 

Δεν ξέρω αν θυμάσαι τις στιγμές που γελούσαμε χωρίς ανάσα. Υπήρχε πάντα αυτή η αίσθηση της φυγής όμως πίσω από εκείνο το γέλιο. Να έρχεται το απόγευμα, να γέρνει ο ήλιος και η πόλη να σκοτεινιάζει. Καμιά φορά, έκανα ότι διάβαζα κάτι, καθισμένη στο παγκάκι, για ν αποφύγω αυτή την αίσθηση της πραγματικότητας. Ανέβαινε ο Εύριπος μέχρι τον λαιμό και μας έπνιγε.

 

Θυμάσαι τα τετράδια στις τσάντες; Παντού υπήρχαν. Έγερνα πάνω στα κάγκελα του Κρηπιδώματος. Κοιτάζοντας τα μικρά καράβια να περνούν.
Λίγο πριν δύσει ο ήλιος έπεφτε ένα φως και με τύφλωνε. Θαμπός ο κόσμος. Κι έγραφα χαζά στιχάκια εκεί στο παγκάκι για να ξορκίσω την λύπη. Νομίζω ότι όλο και πιο δικιά μας την κάναμε όμως. Ποιά λύπη; Ξέρεις καλά ποιά. Εκείνη που είμαστε ταγμένοι να διανύσουμε. Ποιός μας έταξε, μη με ρωτάς.

 

Ασημένιες ανταύγειες μου θαμπώνουν τα μάτια.

Θαμπός ο κόσμος, οι άνθρωποι γύρω ξεθωριασμένοι.

Και εγώ είμαι εδώ σ’ άλλη παράλληλο γερμένη.

Λουσμένη σ’ ασημένιο φως κάποιο απόγευμα

Γυρεύοντας, μην είμαι τάχα μια οπτασία

στα μάτια των ανθρώπων που περνάνε.

Μην είναι αυτοί, ή είμαι εγώ που δεν υπάρχω;

 

Μα αλήθεια, ξέρεις να μου πεις τί ψάχναμε; Όλα δεν τα είχαμε; Ή μήπως όχι;

Αγοράζαμε βιβλία τσέπης και ευχετήριες κάρτες από το παλιό βιβλιοπωλείο του κυρ Αντώνη του Βρεττού. Χαρτιά αλληλογραφίας χρωματιστά, στυλό και μολύβια. Τότε γράφαμε ακόμα επιστολές με το χέρι. Τώρα πατάμε πλήκτρα. Σου έγραφα. Έγραφα σε φίλες και φίλους. Είχαμε επινοήσει κάποιοι φίλοι ένα δικό μας αλφάβητο. Άλλοτε γράφαμε με σήματα μορς. Άλλοτε με λατινικά.

Γράψε μου πώς είναι εκεί ο καιρός. Συνεχίζει να βρέχει εδώ. Ο κήπος με τις πορτοκαλιές και τις μανταρινιές γεμάτος νερόλακκους. Αγόρασα σήμερα ζεστό ψωμί. Είχα χρόνια να αγοράσω ζεστό ψωμί. Πάντα κρύο το έπαιρνα. Έμενα πάντα τελευταία και ήταν αργά. Όλα πάγωναν.

 

Η ψηφιακή έχει γίνει προέκταση του χεριού μου. Σήμερα ο κόσμος είναι υγρός όπου και να κοιτάξω. Η μέρα υγρή. Η νύχτα υγρή. Ο μέσα κόσμος υγρός. Κι αυτές οι λέξεις υγρές είναι.

Μια καλοκαιρινή ξαφνική μπόρα μας είχε στείλει μέσα στο σαλόνι του Παλίρροια. Πήραμε καφέδες και ανάψαμε τσιγάρα. Μιλούσαμε όλοι δυνατά και γελούσαμε. Τα καλοκαίρια στο Αργώ με τους γνωστούς αργοναύτες της ηλικίας. Έπιαναν τη ζωή και την φορούσαν κατά πως γούσταραν. Θυμάσαι;

 

Τώρα μετά από καιρό σου γράφω ξανά λίγο πριν γεράσω. Λίγο πριν αλλάξω ρούχα και χρώμα και συνήθειες. Τσάι με κονιάκ στη μεγάλη κούπα. Τσάι με αναμνήσεις και τωρινά γεγονότα. Σου γράφω για την ομορφιά του βοριά. Για την αγριεμένη θάλασσα που πάνω της περπάτησα πριν βυθιστώ. Για τα σπουργίτια που κατεβαίνουν στο δρόμο. Για το μικρό πεντάχρονο αγόρι που με κοίταξε παράξενα και δεν με χαιρέτησε.

 

Για εκείνον τον θαμπό κόσμο ξέρεις… ίσως έφταιγε το φως που έπεφτε πάνω μας. Ίσως να ήμασταν εμείς οι παράταιροι αυτού του κόσμου.

 

Να χαμογελάς κάθε που σου βρίσκεται ένα χαμόγελο. Σε θυμάμαι. Μια νύχτα πριν λίγο καιρό, ήρθες και σε ρώτησα που ήσουν όλα αυτά τα χρόνια. Μου είπες πως κάπου είχες κρυφτεί για να μου κάνεις πλάκα. Και εκείνη; Δεν σε έψαξε ποτέ; Ποτέ, είπες. Συνήθισε την απουσία μου. Έτσι απλά. Συνήθισε την απουσία μου.

 

Πάντα σε σκεφτόμουν. Εκείνο το διεισδυτικό παράξενο κοίταγμα και εκείνα τα σημειώματα εδώ κι εκεί κρυμμένα. Μια νύχτα το έσκασες και ήρθες και με βρήκες. Χαθήκαμε μέσα στο δάσος με τις αλεπούδες και τις νυφίτσες. Μύριζαν τα σκοίνα. Κόντευε να ξημερώσει όταν βρήκαμε το δρόμο της επιστροφής.

 

Δεν έχω άλλες μνήμες από δάση. Η θάλασσα είναι η παρηγοριά μας, σου είπα μια μέρα. Είχαν περάσει χρόνια. Η θάλασσες είναι γεμάτες με ψυχές πνιγμένων, μου απάντησες. Βουβάθηκα.

 

Μόλις ανθίσουν τα μωβ ζουμπούλια, σου υπόσχομαι πως θα κόψω μια μικρή ανθοδέσμη όσο κρατά η χούφτα μου και σου στείλω να τα μυρίσεις.
Θα είναι το τέλος του χειμώνα.

 

Σε φιλώ.

 

Υ.Γ Θα περιμένω ένα μικρό (κι ας είναι τελευταίο) σημείωμα κάτω από την μεγάλη πέτρα. Ελπίζω αυτό το γράμμα να το πάρεις. Να μη γυρίσει πίσω όπως τα προηγούμενα.

 

SHARE
RELATED POSTS
Μεταθανάτια απονομή δικαιοσύνης, του Δημήτρη Κατσούλα
Αστρικό έτος…σήμερα, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Επιστροφή στη θάλασσα, του Στάθη Παναγιωτόπουλου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.