iporta.gr

Λόρδος Βύρων – Lord Byron, του Βαγγέλη Παυλίδη

  

 

 

 

 

 

 

 

Βαγγέλης Παυλίδης

 

 

 

 

 

 

 

“Μπορεί να αποκαλείς τον λαό όχλο, μα μην ξεχνάς πως ο όχλος εκφράζει συχνά τα αισθήματα του λαού.”

Lord Byron

Μια μέρα σαν σήμερα, 19 Απριλίου 1824, πέθαινε στο Μεσσολόγγι ύστερα απο επιπλοκές της υγείας του ο George Gordon Byron, ο γνωστός μας Λόρδος Βύρων. Ήταν 36 ετών. Ο πλέον φανταχτερός από τους Ρομαντικούς ποιητές και θερμός φιλέλληνας.

Το ποίημα είναι σε ελεύθερη και πρόχειρη μετάφραση δικιά μου

Τα νησιά της Ελλάδας

Lord Byron

……….Τα βουνά βλέπουν τον Μαραθώνα-
Κι ο Μαραθώνας βλέπει την θάλασσα-
Και καθώς μονάχος εκεί συλλογιζόμουν
Ονειρεύτικα πως η Ελλάδα μπορεί να είναι ακόμα ελεύθερη
Γιατί, στου Πέρση τον τάφο καθώς στεκόμουν
Tον εαυτό μου σκλάβο δεν μπορούσα να τον θεωρήσω.
Στην άκρη του βράχου που αγναντεύει την θαλασσογεννημένη Σαλαμίνα
καθόταν ένας βασιλιάς
Και πλοία, χιλιάδες πλοία, ήταν κάτω απλωμένα
Και έθνη ανθρώπων -όλα δικά του ήταν!
Τα μέτρησε την αυγή
Κι όταν ο ήλιος έγειρε, πού είναι; Πού είναι; και πού είσαι εσύ
πατρίδα μου; Στην άφωνη ακτή σου
Το ηρωικό τοπίο είναι τώρα σιωπηλό-
Τα ηρωικά στήθη δεν χτυπούν!
Κι η θεία λύρα σου
Γιατί πρέπει να ξεπέσει στα δικά μου τα χέρια;

Για τους Έλληνες το πρόσωπο κοκκινίζει – για τους Ελληνες ένα δάκρυ κυλά.
Μα πρέπει άραγε να κλάψουμε για τα ένδοξα περασμένα;
Πρέπει να κοκκινίσουμε απο ντροπή; – Οι πατεράδες μας έχυσαν αίμα.
Ω γή! Από το στήθος σου δώσε μας πίσω
Ένα απομεινάρι των νεκρών Σπαρτιατών!
Απ’ τους τριακόσιους δώσε μας τρείς μονάχα
Να φτιάξουμε καινούριες Θερμοπύλες. Τι; Ακόμα σιωπή και όλα σιωπηλά;
Α! όχι. Των νεκρών οι φωνές
Ακούγονται σαν μακρινός χείμαρρος που πέφτει
και απαντούν, “Ας σηκωθεί ένα ζωντανό κεφάλι,
Έστω μονάχα ένα κι ερχόμαστε, ερχόμαστε!”

Στον βράχο του Σουλίου και στην ακτή της Πάργας,
έχει απομείνει το ίχνος μιας γενιάς
όπως αυτή που γέννησαν των Δωριαίων οι μανάδες.
Κι ίσως εκεί να είναι σπαρμένος ο σπόρος
Που φέρει μέσα του το αίμα του Ηρακλέα. Μην εμπιστεύεσαι τους Φράγκους για λευτεριά-
Ο βασιλιάς τους πουλά και αγοράζει:
Στα ντόπια σπαθιά, στα ντόπια μπράτσα,
Φωλιάζει η μόνη ελπίδα.

“You may call the people a mob, but do not forget that a mob often speaks the sentiments of the people.”
George Lord Byron

George Gordon Byron died in Messolonghi, Greece, on a day like today, 19 April 1824. He was 36 years old. Poet, described as the most flamboyant and notorious of the major Romantics, Byron is regarded as one of the greatest British poets. A great Philhellene, later in his brief life he joined the Greek War of Independence fighting the Ottoman Empire, for which Greeks revere him as a national hero.

The Isles of Greece

Lord Byron

”The mountains look on Marathon—
And Marathon looks on the sea;
And musing there an hour alone,
I dream’d that Greece might yet be free
For, standing on the Persians’ grave,
I could not deem myself a slave.A king sat on the rocky brow
Which looks on sea-born Salamis;
And ships, by thousands, lay below,
And men in nations;—all were his!
He counted them at break of day—
And when the sun set, where were they?And where are they? and where art thou,
My country? On thy voiceless shore
The heroic lay is tuneless now—
The heroic bosom beats no more!
And must thy lyre, so long divine,
Degenerate into hands like mine?’Tis something, in the dearth of fame,
Though link’d among a fetter’d race,
To feel at least a patriot’s shame,
Even as I sing, suffuse my face;
For what is left the poet here?
For Greeks a blush—for Greece a tear.Must we but weep o’er days more blest?
Must we but blush?—Our fathers bled.
Earth! render back from out thy breast
A remnant of our Spartan dead!
Of the three hundred grant but three,
To make a new Thermopylae.What, silent still, and silent all?
Ah! no; the voices of the dead
Sound like a distant torrent’s fall,
And answer, “Let one living head,
But one arise,—we come, we come!”

 

On Suli’s rock, and Parga’s shore,
Exists the remnant of a line
Such as the Doric mothers bore;
And there, perhaps, some seed is sown,
The Heracleidan blood might own.Trust not for freedom to the Franks—
They have a king who buys and sells:
In native swords and native ranks,
The only hope of courage dwells