Ανοιχτή πόρτα

Λογοτεχνικά Βραβεία επί πληρωμή και άλλα Fo Bijoux, της Δέσποινας Κοντάκη

222827_1689218872778_3158471_n.jpg
Spread the love

222827_1689218872778_3158471_n.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δέσποινα Κοντάκη 

 

 

 

 

 

rodakinaiporta.gr.jpg

 

Ιστορία Α’

 

-Γίνεται ένας διαγωνισμός ποίησης. μου λέει η φίλη μου. Θα πάρουμε μέρος;

 

-Με τι όρους συμμετοχής και τι θέμα;

 

-Θέμα ελεύθερο. Μπορείς να στείλεις και πάνω από μια συμμετοχές. Βέβαια, είναι επί πληρωμή.

 

-Τι εννοείς; ρωτάω εγώ.

 

-Είναι 15 ευρώ το κάθε ποίημα. Δηλαδή αν στείλεις δύο, τριάντα ευρώ κλπ…

 

-Όχι ευχαριστώ. Δεν θα πάρω μέρος. Και ποιοι κάνουν τον διαγωνισμό;

 

– … έτσι λέγονται.

 

Ρωτάω κάποιους φίλους από δω από κει και μου λένε: Ρε συ αυτοί είναι μασόνοι!.Τι δουλειά έχετε εκεί;

 

Το λέω στη φίλη η οποία είχε αρχίσει κι αυτή να ψάχνει περί τίνος πρόκειται και της λένε τα ίδια. Μασόνοι.

 

-Τι δουλειά έχουμε εμείς εκεί με αυτούς; την ρωτώ.

 

-Την δουλειά μας θα κάνουμε ρε, μου απαντά.

 

-Ποια δουλειά μας; Εγώ δεν έχω καμιά δουλειά μαζί τους και δεν θέλω να έχω καμιά δουλειά με δαύτους, της λέω.

 

-Έλα έστω μαζί μου σε παρακαλώ να με συνοδέψεις μόνο για να μην πάω μόνη μου.

Τίποτα δεν ”μας-σώνει” σκεφτόμουν….

 

Πήγα. Αγέλαστα πρόσωπα παντού. Κάτι κυρίες και κάτι κοπέλες (που πολύ μου έμοιαζαν και με μάρτυρες του Ιεχωβά) σαν να είχαν βγει μόλις από το μάθημα του κατηχητικού και γενικώς περίεργες φάτσες.

 

Έδωσαν 7 πρώτα βραβεία. 9 δεύτερα και 13 τρίτα. Θυμάμαι συνολικά γύρω στα 27 ή 29 ποιητικά βραβεία. Δεν θυμάμαι αν κάποιοι πήραν 2 βραβεία…και πρώτο και δεύτερο ή τρίτο ανάλογα με τις συμμετοχές που είχαν στείλει.

 

Η φίλη καμάρωνε με ένα από τα πρώτα βραβεία ανά χείρας.

 

Μια αηδία με είχε ζώσει και ο κόσμος γύρω μου, ήταν απλά ψεύτικος και φτηνός.

 

 

Ιστορία Β’

 

Έχω πάρει μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό γνωστής ένωσης λογοτεχνών και βρίσκομαι στο Δημαρχείο των Δελφών για τις απονομές. Παίρνω ένα ειδικό τιμητικό βραβείο για το ποίημα ‘’Ερήμην’’ το 2003.

 

Τρίτη φορά που έπαιρνα μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό και τρίτη πού έπαιρνα και βραβείο ή διάκριση. (Χωρίς πληρωμή και χωρίς κανένα κονέ)

 

Το πρώτο βραβείο το έδωσαν σε έναν από την Ρόδο εκείνη την χρονιά. Ο κόσμος δυσανασχέτησε και συζητούσαν όλοι φανερά ενοχλημένοι για το περίεργο βραβείο στον ροδίτη. Το υποτιθέμενο ‘’ποίημά’’ του δεν ήταν ούτε καν ποίημα του στυλ ‘’αρνάκι άσπρο και παχύ, της μάνας του καμάρι’’. Ήταν κάτι άλλο. Ρεπορτάζ κανονικό. Άρθρο για εφημερίδα. Ο τύπος έλεγε μέσα μέχρι για τους δίδυμους πύργους και κάθε γεγονός στον πλανήτη με δημοσιογραφικό περιγραφικό ύφος καθαρά.

 

Βγήκα έξω και καθόμουν σε ένα πεζούλι αφού δόθηκαν τα βραβεία. Φανερά εκνευρισμένη και έτοιμη να ξεσπάσω. Όχι για το δικό μου ποίημα. Για κάποιων άλλων ανθρώπων που άξιζαν πραγματικά το πρώτο βραβείο.

 

Κάθισα αρκετή ώρα εκεί βυθισμένη σε σκέψεις. Για τα βραβεία και τις ‘’απευθείας αναθέσεις’’. Μετά από αρκετή ώρα σκέψεων, σηκώθηκα κι έφυγα, γυρνώντας πίσω στην πόλη μου. Απογοητευμένη και εκνευρισμένη για τις αδικίες και την έλλειψη αξιοκρατίας που συναντούσα σχεδόν καθημερινά, παντού. Απογοητευμένη ακόμα κι από τις περίεργες φάτσες κάποιων ποιητών αλλά κυρίως ποιητριών τρομάρα τους. Τα μαλλιά ξεμαλλιασμένα και μακιγιάζ σαν κλόουν. Φύλαξέ με να μη γίνω ποτέ έτσι , έλεγα μέσα μου.

 

Όσες φορές βρέθηκα σε τέτοιους κύκλους Συλλόγων Ενώσεων και λοιπών σχετικά με λογοτεχνία και ποίηση αναρωτιόμουν τί θέλω εκεί. Έχανα την ταυτότητά μου μέσα σε ένα παράξενο πλήθος.

(Αναφέρομαι πάντα σε Ενώσεις και Συλλόγους Λογοτεχνών και διαγωνισμούς κι όχι σε όμορφες ποιητικές βραδιές)

 

Μετά από δυο μέρες χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού μου. Το σήκωσα. Ήταν κάποιος που είχε πάρει κι εκείνος μέρος στον διαγωνισμό αυτόν. Καθηγητής στο πανεπιστήμιο Θράκης. Κοινωνιολόγος. Ποιητής με αρκετές ποιητικές συλλογές και κάποια άλλα ιστορικού περιεχομένου. Τον είχε παρουσιάσει και ο Βασίλης Βασιλικός μια φορά στην εκπομπή του…(Αυτό έγινε μετά τον διαγωνισμό)

 

-Γεια σας. Είμαι ο τάδε. Ήμουν κι εγώ εκεί την Κυριακή….

 

-Δεν σας θυμάμαι κύριε. Πού να θυμάμαι τόσα ονόματα άλλωστε;

 

-Ήμουν έτσι, φορούσα αυτά. Ψηλός λεπτός με γαλάζιο πουκάμισο. Δεν έστειλα εγώ συμμετοχή στον διαγωνισμό. Η γραμματέας μου την έστειλε.

 

(!!;; Υπεράνω διαγωνισμών και καλά!)

 

-Δεν σας θυμάμαι. Τι να κάνω τώρα δηλαδή; Και τι θέλετε κύριε;

 

-Σας κοίταζα εκεί έξω που καθόσασταν στο πεζούλι…

 

-Και;

 

– Σας κοίταζα…ήσασταν θλιμμένη.

 

– Αρπαγμένη ήμουν. Πέστε μου πού βρήκατε το τηλέφωνό μου… και τί θέλετε;

 

-Τηλεφώνησα στα γραφεία της Ένωσης και μου το έδωσαν… Είπα η κυρία από τη Χαλκίδα με το ‘’Ερήμην’’ Έτσι το βρήκα. Ήθελα να σας πω ότι στην επιστροφή προς Αθήνα, μέσα στο πούλμαν δημιουργήθηκε μεγάλο θέμα. Μιλούσαν για μεγάλη αδικία σε σχέση με κάποια ποιήματα και για το δικό σας. Ο κόσμος τα έβαλε με την επιτροπή η οποία ταξίδευε μαζί μας και μάλιστα χωρίστηκε στα δυο με το θέμα αυτό.

 

-Έγινε τέτοιος χαμός και δεν ξέρω τίποτα; Μα ήταν ποίημα αυτό κύριε για πρώτο βραβείο; Δεν έπρεπε ούτε καν να τον καλέσουν εκεί.

 

-Ακούστε την συνέχεια, μου λέει. Ο κύριος αυτός είναι δημοσιογράφος κι έχει δικό του τηλεοπτικό κανάλι στη Ρόδο. Έδωσε κάτω από το τραπέζι στην Ένωση 6.000 ευρώ. Γι αυτό πήρε πρώτο βραβείο!

 

Έμεινα άφωνη για λίγο. Γιατί το πιο εύκολο που μπορούσα να σκεφτώ για την βράβευση αυτή, ήταν ότι απλά είχε συγγένεια ή κονέ με κάποιους από την επιτροπή. Δεν μπορούσε να πάει το μυαλό μου στα χρήματα. Αναρωτιέμαι γιατί ένας καναλάρχης δημοσιογράφος πληρώνει για να πάρει πρώτο βραβείο ποίησης; Φιλόδοξος; Ματαιόδοξος;

 

Είπα πολλά με τον κύριο και όταν έκλεισα το τηλέφωνο πήρα τσακ μπαμ την απόφαση.

 

Έκλεισα το ‘’ειδικό τιμητικό’’ βραβείο σε έναν ‘’ειδικό τιμητικό φάκελο’’ με μια ωραία καθόλου τιμητική 4σέλιδη επιστολή και τα έστειλα στην Ένωση.

 

Σας επιστρέφω αυτό το κουρελόχαρτο διότι δεν έχει καμιά αξία για μένα. Ντρέπομαι κιόλας που μου το απονείματε. Είστε ανάξιοι να σχετίζεστε με την ποίηση. Θλιβερά ανθρωπάκια… (Είχα νεύρα πολλά)

 

(Δεν μου απάντησε κανείς ποτέ. Δηλαδή με έγραψαν αφού τους έγραψα εγώ πρώτη. Φαντάζομαι το βραβείο ότι θα κατέληξε σε κανένα καλάθι αχρήστων, σκισμένο σε κομματάκια με ένα: άντε γ@….. κυρία μου εσύ και η γνώμη σου για μας. Το ταμείο μας γεμίσαμε κι είμαστε μια χαρά)

 

Ήταν η τελευταία φορά που έστειλα συμμετοχή σε διαγωνισμό.

 

Α! Ξέχασα! Έστειλα και το 2011 αν θυμάμαι καλά μετά από προτροπή μιας φίλης η οποία έστειλε κι αυτή.. Καλύτερα να μη μιλήσω πολύ για αυτό γιατί θα έχουμε αίματα. Σε έναν Σύλλογο που για να μπεις εκεί και να πάρεις βραβείο πρέπει να είσαι τουλάχιστον ο μικρός αδελφός του Σικελιανού ηλικιακά.

 

Ο καθηγητής, μου έστειλε δώρο τρία βιβλία του (ποιητικές συλλογές) Είχε μια φωτογραφία τουλάχιστον 18 – 20 χρόνια νεότερος στο αυτί των βιβλίων. Γύρω στα 40 ήταν στην φωτό.

 

-Με θυμάσαι τώρα; με ρώτησε…

 

-Μήπως τράκαρες μετά τη φωτογραφία αυτή ; Δεν θυμάμαι κανέναν με αυτό το πρόσωπο!

 

(Και αλήθεια λέω)

 

Την φάτσα του την όπως ήταν τότε στους Δελφούς την είδα στην εκπομπή του Βασιλικού. Αλλά και πάλι δεν μου έλεγε τίποτα απολύτως. Δηλαδή εννοώ ότι είχε περάσει στα αδιάφορα από το μάτι μου και το αυτί μου.

 

Το βραβείο πριν το στείλω πίσω, το φωτοτύπησα για να κρατήσω ντοκουμέντα Με τον ποιητή-καθηγητή έκοψα τις διαπροσωπικές- τηλεφωνικές σχέσεις γιατί ήθελε να με βοηθήσει με τα γραπτά μου. Του είπα ότι στα γραπτά μου δεν βάζει κανείς χέρι εκτός του δικού μου χεριού και τον έστειλα σπίτι του. (μου είχε γίνει και βδέλλα. Άσε που πολλοί σε πλησιάζουν για να γνωρίσεις και να θαυμάσεις εσύ το καταπληκτικό εγώ τους και ψάχνουν για χειροκροτητές)

 

Έτσι τέλειωσα με τους διαγωνισμούς των Συλλόγων και Ενώσεων νιώθοντας βαθιά αποστροφή για όλα αυτά τα μαγαζάκια των λογοτεχνών που τα βραβεία πληρώνονται. Ο καθένας με την χρυσόσκονή του. Υπάρχουν βέβαια, πάντα οι εξαιρέσεις και οι άνθρωποι που αξίζουν και ελπίζω ότι είναι περισσότεροι από τους άλλους που πληρώνουν.

 

Αναρωτιέμαι τι αξία έχει ένα βραβείο αγορασμένο; Τι αξία έχει όλο αυτό το μαγαζάκι που μοιράζει βραβεία σε όλους για να είναι όλοι ευχαριστημένοι, αφού όλοι πλήρωσαν για την συμμετοχή τους;

 

Πώς τοποθετεί ο κάθε ένας από αυτούς τους ανθρώπους μέσα του αυτά τα βραβεία; Με καμάρι; Με περηφάνια; Δεν μπορώ να βρω απάντηση. Το μόνο που μπορώ να πω είναι… ότι έχει γεμίσει ο κόσμος με ανοησία και ψέμα. Φο μπιζού παντού.

 

Ιστορία Γ’

 

Πανευβοϊκή βραδιά ποίησης. Καλεσμένοι και πρόεδροι τέτοιων αξιοκρατικών ενώσεων. Σηκώνεται πάνω ένας κύριος από αυτούς να κάνει (περιμέναμε) χαιρετισμό και να ευχαριστήσει για την πρόσκληση (αφού πήρε τα πόδια του και τον κακό του εαυτό και ήρθε ως εδώ) και πριν ακούσει κανέναν από τους Ευβοείς να απαγγέλει, άρχισε να μιλά λέγοντας ότι μόνο ο δεκαπεντασύλλαβος είναι ποίηση. Όλα τα άλλα είναι ΤΙΠΟΤΑ.

 

Η βραδιά βιντεοσκοπείτο και κρατήθηκα για να μη χαλάσω το όλο κλίμα για έναν αγενή καράβλαχο που ήρθε να μας πει ότι δεν υπάρχουμε. Είμαστε τίποτες. Ο δεκαπεντασύλλαβος υπάρχει αλλά δεν είναι ο μόνος τρόπος να γράψεις ένα ποίημα. Όλα τα άλλα είναι απλά δική σου γνώμη και δεν μας αφορά κύριέ μου. Κι όταν είσαι και πρόεδρος τέτοιου φορέα ΔΕΝ λες τέτοια. Πρέπει να είναι ανοιχτός και αμερόληπτος. ΚΑΙ όταν είσαι καλεσμένος κάπου και δεν σ αρέσει κανένα άλλο είδος γραφής, δεν πας. Κάθεσαι στο σπίτι σου και βγάζεις τον σκασμό. (και λίγα λέω)

 

Και για να αναφερθώ στον Κωστή Παλαμά τον οποίο αγαπώ σαν πολύ μεγάλο ποιητή, κύριε κομπλεξικέ μου, σου λέω λοιπόν, ότι ο Παλαμάς καλώς έμεινε στην κορυφή των ελληνικών γραμμάτων ΤΟΤΕ.

 

Αν ζούσε όμως τώρα σ αυτή την εποχή δεν θα ήταν στην κορυφή των ελληνικών γραμμάτων. Παρότι άξιζε να μείνει τότε εκεί επί σαράντα χρόνια όπως και έμεινε. Ναι. Τον αγαπάμε τον Παλαμά. Χρησιμοποιούσε τις λέξεις σαν σπαθιά που έσκιζαν τον αέρα.

 

Τότε που ήταν στην κορυφή, ήταν άλλη εποχή και άλλες οι ανάγκες της και τον κράτησαν εκεί. Σήμερα, οι ανάγκες είναι διαφορετικές και σίγουρα θα ήταν ένας άλλος κι όχι κάποιος που θα έγραφε σήμερα με δεκαπεντασύλλαβο. Ο γραπτός λόγος έχει μια μαγεία δική του κι ο καθένας μας βρίσκει τους δικούς του κώδικες να επικοινωνεί. Που μπορεί να είναι πολύ πιο απλοί και άμεσοι. Είναι ο τρόπος που δίνεις κάτι στους αναγνώστες κι όχι η ποσότητα συγκεκριμένων συλλαβών σε ένα ποίημα.

 

Επίσης μια άλλη αλήθεια είναι ότι… δεν ξέρω πώς να τελειώσω αυτό το κείμενο…(φούντωσα)

 

Τα είπα όλα μαζεμένα. Να σκεφτώ τους νάρκισσους;

 

Νάρκισσοι είμαστε όλοι. Λίγο ή πολύ. Αγαπώ όσους αυτοσαρκάζονται και ξέρουν να γελούν αυθόρμητα.

 

Σκεφτείτε ό,τι άλλο τέλος θέλετε εσείς, αν ο ναρκισσισμός σας φάνηκε αδιάφορος για το τέλος.

 

‘Οσο για την φωτογραφία του κειμένου…βλέπετε μέσα στο τελάρο με τα ροδάκινα, σε σελίδα εφημερίδας τον Βρετανό ζωγράφο Lucian Freud.

 

Την έχω βρει εδώ και κάτι χρόνια σε σελίδα φίλου στο φβ. Δεν θυμάμαι τον φωτογράφο και λυπάμαι ειλικρινά.

 

Αυτή η ακριβή τέχνη της ζωγραφικής, τουλάχιστον βρέθηκε να είναι χρήσιμη ακόμα και μέσα από τον τρόπο αυτό μέσω μιας σελίδας κάποιας εφημερίδας. Προσφέροντας ροδάκινα με 2 ευρώ το κιλό.

 

Τα Βραβεία Fo Bijoux δεν θα έχουν ποτέ ούτε αυτήν την τιμητική, απλή όσο και παράξενη κι όμορφη θέση που βρέθηκε το άρθρο για τον Lucian Freud.

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.   

  The article expresses the views of the author  

   iPorta.gr

 

 

SHARE
RELATED POSTS
“Αδιαφορώ, Πιστεύω, Επιθυμώ, Περιφρονώ” του Μάνου Χατζιδάκι
Περί αστυνομικών PR, του Γιάννη Πανούση
Τικ-τακ, της Ματίνας Ράπτη-Μιλήλη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.