Ανοιχτή πόρτα

Ήταν άλλος ο Χρόνος κι ο Καιρός, της Δέσποινας Κοντάκη

Δέσποινα Κοντάκη - Τσιριγώτη
Spread the love

Δέσποινα Κοντάκη - Τσιριγώτη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δέσποινα Κοντάκη

 

 

 

 

sdfaw.jpg

 

 

 

Ο ήχος του τηλεφώνου έσπασε την ησυχία του σπιτιού. Το σήκωσα κι άκουσα μια φωνή από την άλλη άκρη να μου μιλάει. Ήταν μια παλιά φίλη. Είχαμε χαθεί για χρόνια. Είχε ζητήσει τον αριθμό από κοινούς γνωστούς. Ζητούσε μια συνάντηση των δυο μας.


Να μιλήσουμε για όλα όσα αφήσαμε κάποτε στη μέση μα κι εκείνα που είχαν τελειώσει. Καταστάσεις που είχαμε ζήσει μαζί στις ίδιες παρέες μα και για εκείνα τα γεγονότα που είχαν συμβεί στην κάθε μια προσωπικά και τα συζητούσαμε οι δυο μας αφού μας έδενε η φιλία.

 

Είχε αλλάξει πόλη πριν πολλά χρόνια η Μαρία. Γάμος, δουλειά με ένα παιδί. Κάποτε χώρισε. Και γύρισε στα πάτρια εδάφη. Είχαν αλλάξει πολλά στις ζωές και των δυο μας. Έκλεισα το τηλέφωνο και στο μυαλό μου έφερα τις ώρες που βγαίναμε μαζί, τις ώρες που εκμυστηρευόμασταν τα μυστικά μας εκείνα τα χρόνια. Τα γέλια, τα κλάματα, τις βόλτες, όλα.

 

Συναντηθήκαμε σε ένα ήσυχο Café ώρα 10.00 το πρωί. Αγκαλιαστήκαμε με χαρά αλλά και με λαχτάρα να μάθει η μια της άλλης τα νέα. Δεν είχε αλλάξει πολύ παρόλα τα χρόνια που μεσολάβησαν. Θα την γνώριζα εύκολα αν την έβλεπα τυχαία στον δρόμο. Καθίσαμε η μια απέναντι στην άλλη. Το γκαρσόνι ήρθε να πάρει παραγγελία.
Έναν διπλό ελληνικό μέτριο, είπα .

Ένα διπλό ουίσκι, είπε εκείνη.

 

Προς στιγμήν έμεινα για λίγο ακίνητη. Αρχίσαμε να μιλάμε. Την άφησα να ξεδιπλώσει το παρελθόν που δεν γνώριζα. Όλα εκείνα τα χρόνια της απουσίας και της απόστασης. Χρόνια καλά μα και άσχημα. Κάποια στιγμή το διπλό ουίσκι τέλειωσε και παράγγειλε άλλο ένα. Άρχισε να το πίνει κι αυτό. Παράλληλα τσιμπολογούσε και τα φιστίκια που το συνόδευαν.

 

Η παλιά μου φίλη μιλούσε συνεχώς. Ήθελε να κάνει μια καινούρια αρχή κι έψαχνε τους παλιούς φίλους και φίλες. Μου έλεγε για κάποιες ομάδες όπου έφτιαχναν χειροτεχνήματα κι αν ήθελα κι εγώ να πάω εκεί. Της είπα ότι δεν είχα χρόνο για χειροτεχνήματα. Προσπαθούσε να δείχνει ενθουσιασμένη για την επανασύνδεση αλλά διαισθανόμουν ότι δεν ήταν και τόσο. Την κοιτούσα και κάποια στιγμή έπαψα να ακούω. Συνειρμικά πήγαινα αλλού. Η φωνή της είχε αρχίσει να μην έχει σταθερότητα.

 

Ένιωσα θλίψη ξαφνικά. Κατάλαβα ότι υπήρχε πρόβλημα εθισμού στο αλκοόλ. Μια απογοήτευση με κατέλαβε. Ένα αχ που δεν μπορούσα να το βγάλω. Ένα αχ τόσο αβάσταχτο που με βάραινε ξαφνικά κι ήθελα να βγω έξω να ανασάνω, να το αφήσω να ταξιδέψει στον άνεμο για να ξαλαφρώσω. Για όλα εκείνα τα ωραία χρόνια που είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Προσπαθούσα να ακούω με αφοσίωση αλλά η φωνή της ήταν h φωνή ενός άλλου ανθρώπου που δεν γνώριζα πια.

 

Κάποια στιγμή επανήλθα στην πραγματικότητα. Ήθελε να βρισκόμαστε και να βγαίνουμε μαζί. Της είπα όταν έχω χρόνο ναι, να το κάνουμε. Για τον λόγο ότι ασχολούμαι με κάποια πράγματα τα οποία απορροφούν αρκετό από τον προσωπικό χρόνο μου. Αυτό είπα. Κι έφυγα.

 

Μιλήσαμε δυο τρείς φορές ακόμα στο τηλέφωνο. Δεν θέλησα ποτέ να κάνω καμιά νύξη για το πρόβλημα που διαπίστωσα. Κάποια στιγμή χάθηκε ο αριθμός τηλεφώνου της με την αλλαγή τηλεφωνικής συσκευής. Χάθηκε κι εκείνη κι εγώ μαζί. Ξαναχαθήκαμε πάλι. Έτσι όπως σκορπίζει ο καιρός τους ανθρώπους.

 

Έτσι όπως κλείνει ένα βιβλίο και το βάζεις στο ράφι, αφού το έχεις διαβάσει και σου έχει δώσει μέσα από τις σελίδες του χαρά και ταξίδι, εκείνον τον καιρό που το διάβαζες.

 

Σκεφτόμουν ότι ήταν άλλος ο χρόνος και ο καιρός τότε. Ήταν άλλες οι αγάπες που μας ένωσαν κάποτε. Αγάπες που έγιναν παρελθόν. Μετά τόσα χρόνια απόστασης πολλά ξεφτίζουν, πολλά αλλάζουν, πολλά ξεχνιούνται. Είναι η άτιμη η ροή τού χρόνου που σε παίρνει μαζί της και σε πάει αλλού. Άλλοι δρόμοι, άλλα ενδιαφέροντα, άλλες καταστάσεις για τον καθένα.

 

Δεν φταίει καμιά μας. Αυτό λέω. Αυτό λέω για να ξορκίσω εκείνο το βαρύ συναίσθημα τής λύπης εκείνη την ημέρα στο ραντεβού αυτό.

Κι αν οι άνθρωποι είμαστε σαν τα βιβλία που διαβάζουμε, αυτό το βιβλίο τού άλλου εκείνου χρόνου και καιρού, μου προκαλούσε τώρα λύπη. Ίσως και σε σένα αλλά δεν θα το μάθω πια.

 

Αυτό το αχ με βαραίνει ακόμα αλλά μαζί με εκείνο το αίσθημα που δίνει ο χρόνος όταν κυλάει και τ’ αλλάζει όλα. Και έχω αλλάξει. Κι έχεις αλλάξει.

 

Ναι. Ναι, ήταν άλλος ο χρόνος κι ο καιρός τότε Μαρία.

Αυτός ο καιρός που τότε μας ένωσε.

 

SHARE
RELATED POSTS
Άρης 105 ετών!, του Γιώργου Αρκουλή
Ο Δρ Βασίλης Μαστρογιάννης απαντά σε 10 ερωτήσεις καλωσορίζοντας με αισιοδοξία το φθινόπωρο
«Τα δύσκολα ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ κοινωνικής συμβίωσης»: 69ο, της Μαρίας Γεωργαλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.