iporta.gr

Γιατί κυβερνάει ο Σύριζα και όχι το Ποτάμι, του Νίκου Σταθόπουλου

Νίκος Σταθόπουλος

 

Ένα κόμμα μπορεί να ειδωθεί με πολλούς τρόπους. Σίγουρα όμως, υπάρχουν τρία διαφορετικής φύσης στοιχεία που διαμορφώνουν καθοριστικά τη φυσιογνωμία του:

– Οι θέσεις του, που απηχούν την αντίληψη που έχει για τα πράγματα

– Τα ηγετικά πρόσωπα, με τη διαφορετική προσωπικότητα του καθενός, τις ικανότητες και τις αδυναμίες

– Η πολιτική του επικοινωνία, που διαμορφώνει στο μέγιστο βαθμό την εικόνα που σχηματίζουν οι ψηφοφόροι γι αυτό.

Κάθε ένα από αυτά τα στοιχεία χρειάζεται να αντιμετωπίζεται αυτόνομα, αποδίδοντάς του την ανάλογη αξία.

Ας δούμε μέσα από αυτό το πρίσμα το Ποτάμι.

Το Ποτάμι, ως νέο κόμμα, έκρινε ότι πρέπει να δώσει πολύ μεγάλη σημασία στη διαμόρφωση θέσεων. Σε αυτό το σκοπό αφιέρωσε τη μεγαλύτερη προσπάθεια και διέθεσε το περισσότερο διανοητικό δυναμικό του. Η αφιέρωση τόσων πόρων σε αυτό το σκοπό αποδείχθηκε εκλογικά αναποτελεσματική και ήταν αναμενόμενο: Δε σπαταλάς τους περιορισμένους πόρους σου στην επεξεργασία αναλυτικών θέσεων, την ώρα που ούτε κατά διάνοια δεν ετοιμάζεσαι να γίνεις κυβέρνηση. Πολύ περισσότερο, την ώρα που δεν θα σε κρίνει κανένας με βάση τις θέσεις σου, καθώς αυτές αν δε συνοψιστούν σε έξυπνα συνθήματα, ούτε καν θα μαθευτούν ποτέ από τους εκτός των τειχών. Άσε, που και να μαθεύονταν, οι περισσότεροι ψηφοφόροι ίσως δεν θα μπορούσαν να τις αξιολογήσουν.

Από την άλλη, ως ηγετικά πρόσωπα ανέδειξε πραγματικά σοβαρούς ανθρώπους, με κύριο επόμενο χαρακτηριστικό τους την αναγνωρισιμότητα. Όλα τα άλλα όμως στοιχεία που συγκροτούν το πρόντακτ μιξ της εκλογικής επιτυχίας, έλειπαν. Και, πάνω απ’ όλα, η λάμψη, ο ενθουσιασμός, ο παλμός που παρασύρει, η αίσθηση του ανήκειν και, βεβαίως, το όραμα.

Η πολιτική του επικοινωνία του Ποταμιού ήταν ευθεία αντανάκλαση των προσώπων και των θέσεων που αυτά πρέσβευαν. Αναφερόταν κυρίως σε διαχειριστικά θέματα, τεχνικά ζητήματα και απολογίες για τις κατηγορίες που εκτοξεύονταν εναντίον του. Στην πραγματικότητα συνέχεε αφελώς τον αυθορμητισμό με την ειλικρίνεια και γι αυτό ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Η εικόνα που τελικά έμεινε στους πολλούς, είναι ότι το Ποτάμι θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι μια καλή εταιρία συμβούλων για μελέτες του δημοσίου. Από αυτές που μένουν στο ράφι.

Στην εφαρμοσμένη πολιτική, οι ‘θέσεις’ αυτές καθαυτές είναι το πιο ευμετάβλητο στοιχείο. Φυσιολογικά επομένως, για τους ψηφοφόρους έχουν μικρή αξία. Καθοριστική, αντίθετα, είναι η φιλοσοφία από την οποία εκπηγάζουν οι θέσεις, όπως και η ατμόσφαιρα που αποπνέουν. Αυτά τα αισθάνονται οι άνθρωποι. Το Ποτάμι, έχοντας στις τάξεις του και προτάσσοντας πολλούς ικανούς διαχειριστές, ακούστηκε τελικά στους ψηφοφόρους ως συνετός διαχειριστής πολυκατοικίας. Αυτό όμως δεν είναι πολιτική.

Ανάλογη κριτική θα μπορούσε κάποιος να ασκήσει και στη ΝΔ και στο ΠΑΣΟΚ. Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ, με την αριστοτεχνική επικοινωνία του, αξιοποιώντας το τεράστιο ηγετικό δυναμικό του κ. Τσίπρα και ειδικά το χαρακτηριστικό που πολλοί ονομάζουν αμοραλισμό, κατάφερε να πάρει με το μέρος του ένα πολύ μεγάλο, παραδοσιακά συντηρητικό τμήμα του κόσμου. Πώς; Απευθυνόμενος πάρα πολύ σωστά στο συναίσθημα των ψηφοφόρων που στόχευσε. Τους μίλησε για αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, εθνική υπερηφάνεια και τους έταξε ένα καλύτερο αύριο. Μίλησε αποτελεσματικά στην καρδιά τους, δηλαδή, έκανε ο,τι κάνει κάθε σωστός εθνάρχης και κάθε σωστός αρχιεπίσκοπος.

Και πάλι, πάνω από ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι δεν πήγαν να ψηφίσουν.

Είναι αυτοί οι άνθρωποι, που δεν θέλουν ένα καλό διαχειριστή ενός άθλιου κράτους. Είναι εκείνοι που δε θέλουν μια εφορία που να τη φοβάται ο κόσμος, όπως επαγγέλθηκε από τηλεοράσεως ο κ. Θεοχάρης μια εβδομάδα πριν τις εκλογές. Είναι εκείνοι που θέλουν ένα άλλο κράτος. Αποτελεσματικό, σύγχρονο, χωρίς να μπλέκεται στα πόδια τους και να εμποδίζει τη ζωή τους. Είναι και οι νέοι. Αν δεν μπορέσει να εκφράζει αυτούς τουλάχιστον το Ποτάμι, τότε για ποιους υπάρχει;

Οι άνθρωποι αυτοί συγκροτούν μια φυλή διαφορετική από εκείνους που ψηφίζουν και μάλιστα από αυτούς που ψηφίζουν τα τυπικά κόμματα εξουσίας. Τέτοιο δεν είναι το Ποτάμι ούτως ή άλλως. Για να επικοινωνήσει αποτελεσματικά μαζί τους όμως, πρέπει πρώτα να καταλάβει τη γλώσσα και την κουλτούρα τους, τις ευαισθησίες και τις αγωνίες τους, τους φόβους, τις ελπίδες και τις αξίες τους. Αυτό μπορεί να ξεκινάει διαισθητικά, δε μπορεί όμως να προχωρήσει ερασιτεχνικά, με το μάτι, αλλά με αντικειμενικές και έγκυρες αναλύσεις ειδικών.

Στη συνέχεια, για να τους αγγίξει ο πολιτικός λόγος, θα πρέπει να αρθρωθεί στη δική τους γλώσσα και να επικοινωνηθεί με τα δικά τους μέσα. Πάλι όχι ερασιτεχνικά, αλλά από επαγγελματίες της επικοινωνίας, που θα μετρούν διαρκώς και συστηματικά τον αντίκτυπο κάθε κίνησης.

Γιατί όμως μας ενδιαφέρει να εκφραστούν οπωσδήποτε αυτοί οι άνθρωποι, που σήμερα δεν ψηφίζουν;

Για τρείς πολύ σοβαρούς λόγους:

Κατ’ αρχήν διότι μεταξύ αυτών βρίσκεται το υγιέστερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας: Το τμήμα εκείνο που απεχθάνεται έμπρακτα την αποτυχημένη κατεστημένη τάξη πραγμάτων, η οποία εμποδίζει συστηματικά και επίμονα και τη δημιουργία και την ατομική ευτυχία. Αυτοί που δεν παρασύρονται εύκολα από τους κήρυκες του κάθε παραδείσου. Οι πιο ανεξάρτητοι, αυτοί που το παραδοσιακό σύστημα περιθωριοποιεί.

Κατά δεύτερον, διότι το σύνηθες δίπολο της εξουσίας αδυνατεί να συνθέσει και συνθλίβει εκ των πραγμάτων την πολιτική έκφραση της πολυχρωμίας και της πολυπλοκότητας της σημερινής κοινωνίας, που ασφυκτιά στα στενά όριά του. Η πρωτοτυπία της κυβερνητικής συνύπαρξης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, πολύ περισσότερο μάλιστα αν εμβολιασθεί με ‘εκσυγχρονιστές’ πολιτικούς, όπως συζητείται, συγκρότησε ένα ακαλαίσθητο, αλλά τελικά συμπαγές σύστημα, που προσπαθεί εκ των ενόντων να επιτύχει αυτή τη σύνθεση. Ένα σύστημα που επιδιώκει να συμπεριλαμβάνει, χωρίς ωστόσο ακόμα να εναρμονίζει, όλη την πολιτική ανθρωπογεωγραφία.

Τρίτο και σημαντικότερο, διότι καμία από τις προϋπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις δεν αντιλαμβάνεται και δεν προετοιμάζει το έδαφος για τις κατακλυσμιαίες αλλαγές που επέρχονται από την εξέλιξη της τεχνολογίας και της βιοτεχνολογίας, το νέο στάτους με την ΤΤΙΡ, τα πολυσύνθετα θέματα των προσφύγων και του περιβάλλοντος και τις εξελίξεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Πρόκειται για κολοσσιαία θέματα, που η εξέλιξή τους οδηγεί ταχύτατα, ούτε λίγο ούτε πολύ, στην πλήρη αναδιάρθρωση του τρόπου ζωής και εργασίας, των καθημερινών συνηθειών και του ίδιου του κοινωνικού συμβολαίου, που εκπνέει.

Με εξαίρεση ίσως την περίοδο Σημίτη, η διακυβέρνηση της Ελλάδας είναι μια διαρκής διαχείριση κρίσης. Ο πολιτικός ορίζοντας είναι ανάλογος της μέσης υπουργικής θητείας, δηλαδή από μερικούς μήνες ως δύο χρόνια. Λίγα πράγματα μπορεί κανείς να προγραμματίσει σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Όμως η πραγματικότητα έχει μεγαλύτερες διαστάσεις. Γιγαντιαίες προκλήσεις βρυχώνται μπροστά μας, αλλά, κατά το ελληνικό συνήθειο, εμείς ακόμα δεν τις έχουμε βάλει καν στο σκόπευτρο, πόσο μάλλον στην πολιτική ατζέντα.

Μήπως όμως είναι στην κρυφή ατζέντα των αναποφάσιστων;

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The articleEXPRESSES the views of the author

iPorta.gr