Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Γάλα, της Χριστίνας Μπουγά

Spread the love

Εγκαταστάθηκα στο νέο γραφείο. Μουντό και γκρίζο το τοπίο. Συννεφιά. Ησυχία. Λίγη αταξία. Οι χαρές της μετακόμισης. Αύριο πάλι συνεχίζουμε.
Φτάνω στο παλιό μου πατρικό. Βλέπω το κρυστάλλινο βάζο με τα πανύψηλα κόκκινα τριαντάφυλλα στην κουζίνα. Είναι τόσο ψηλά που γέρνουν λίγο πριν το ταβάνι. Δεν μου αρέσει που είναι έτσι αραιά και καμπουριασμένα. Πρέπει να κόψω τους βλαστούς. Ο Χάρης βγαίνει στη βεράντα. Έχει αγώνα πόλο μετά και μου λέει να πάω να τον δω. Μόλις φτιάξω τα λουλούδια.

 

Εκείνη την ώρα έρχεται η φίλη μου. Ο αγώνας αναβάλλεται για μένα. Θα τα ακούσω από τον Χάρη. « Γιατί θέλεις να τα κόψεις; » μου λέει. «Δεν βλέπεις; είναι πολύ ψηλά» απαντώ ενώ βγάζω ένα τριαντάφυλλο από το βάζο που ο βλαστός του έχει σπάσει χαμηλά κι έχει αρχίζει να σαπίζει. Με κοιτάζει χωρίς να πει τίποτα. Φαίνεται να διαφωνεί. «Θέλω καφέ» μου λέει. «Με γάλα;» ρωτάω. Γνέφει καταφατικά. Να πάρει, δεν έχω γάλα. Μπαίνει κι άλλη φίλη. Κάθεται.
Έχω τελειώσει με τα λουλούδια. Πρέπει να πάω για γάλα. Δίνω στις φίλες μου ένα βιβλιαράκι με τις διαφορετικές γεύσεις καφέ για να διαλέξουν και να κερδίσω χρόνο. Κατεβαίνω τις σκάλες. Ξέχασα το πορτοφόλι μου. Δανείζομαι 20 ευρώ από τον αδερφό μου και φεύγω.

 

Βρίσκομαι στην Καλλιθέα. Είναι Κυριακή. Περπατώντας φτάνω στο κέντρο – Πανεπιστημίου, Αιόλου, Αθηνάς. Γυρίζω ανάμεσα σε κόσμο που δεν μου αρέσει και δεν καταλαβαίνω. Φτάνω σε ένα περίπτερο. Δεν έχει ψυγείο. Κίνηση. Φανάρια. Περνάω μαγαζιά, μία ανοικτή κάβα, περίπτερα χωρίς ψυγεία. Γάλα πουθενά. Έχω αργήσει τραγικά. Οι φίλες μου στο σπίτι θα αναρρωτιούνται τι έγινα. Τι αγένεια εκ μέρους μου. Παίρνω το λεωφορείο από την Πανεπιστημίου για να γυρίσω στο σπίτι. Όποτε φτάσω. Ίσως να πάρω και κανένα γλυκό για να τις εξευμενίσω. Μία ωραία τάρτα με ξηρούς καρπούς…

 

Κάθομαι στο λεωφορείο. Δίπλα μου κάθεται μία γνωστή. Την αναγνωρίζω αν και έχω να τη δω χρόνια. Δεξιά μου κάθεται μία κοπέλα που αρχίζει να με πειράζει και να μιλάει σχεδόν ασταμάτητα. Δεν θέλω να την κοιτάξω. Της λέω να με αφήσει ήσυχη αλλά δεν σταματά. Της εξηγώ ενοχλημένη ότι δεν ενδιαφέρομαι για όσα λέει. Η οδηγός του λεωφορείου γυρίζει προς το μέρος μου σχεδόν θυμωμένη και φωνάζει το όνομα μου με πολλά ερωτηματικά… είναι σαν να τα βλέπω να αιωρούνται στον κενό χώρο μεταξύ μας. Σηκώνομαι και κάθομαι μόνη μου απέναντι. Η κοπέλα έρχεται πάλι δίπλα μου και με ενοχλεί. Κατεβαίνω από το λεωφορείο και περπατάω σε ένα δρόμο όπου εμφανίζεται πάλι δίπλα μου. Την παίρνω αγκαλιά. Τότε γίνεται ψυχρή και με απωθεί. Την αφήνω μπερδεμένη. Συνεχίζει να περπατά δίπλα μου. Σκέφτομαι αν θα καταφέρω να βρω γάλα κι αν θα μου φτάσουν τα χρήματα που έχω για να πάρω και το γλυκό για τις φίλες μου. Φτάνουμε σε ένα μικρό σούπερ μάρκετ. Είναι Κυριακή βράδυ και όλοι έχουν μαζέψει το γάλα για επιστροφή. Το γάλα όμως κρατάει για αρκετό καιρό, μπορεί και για δεκαπέντε μέρες μετά τη λήξη του. Στο μυαλό μου δεν λήγει πότε. Μία κυρία στο ψυγείο έχει μία μαύρη σακκούλα και μαζεύει κάποιες τελευταίες συσκευασίες του λίτρου με γάλα. «Σας παρακαλώ» της λέω, «χρειάζομαι το γάλα και δεν έχει πουθενά. Δώστε μου έστω μία συσκευασία. Ληγμένη. Δεν με πειράζει.» Με κοιτάζει με κατανόηση. Σκέφτεται. «Τα έχουν ήδη εγγράψει για επιστροφή. Δεν μπορώ να κόψω απόδειξη ούτε να λείψει κανένα.» Καταλαβαίνω ότι θα έχει πρόβλημα στη δουλειά της. Μα συνεχίζω να την κοιτάζω παρακλητικά. Μου λέει να πάμε στην άκρη και να σκεφτούμε πως θα γίνει.

 

Όνειρο ήταν. Το καταλάβατε. Γάλα. Η Μάνα που μετουσιώνεται σε ζωογόνο δύναμη για το μικρό της. Το δομικό υλικό της ύπαρξης μας. Η αγάπη. Μιά αναζήτηση που δεν τελειώνει ποτέ.

 

Χθες, ένα αγαπημένο μου πρόσωπο, γενναίο και υπέροχο, φώναξε στον κόσμο πως είναι διαφορετική. Χθες το βράδυ, το μυαλό μου αποπειράθηκε να σκιαγραφήσει, ένα μικρό βηματάκι από το μεγάλο ταξίδι της φωνής της. Αυτό που μέσα μου σε κάποιο βαθμό αντιλαμβανόμουν ίσως, αλλά δεν ήθελα να δω, αυτό λέει το όνειρο. Δύσκολα θα κατανοήσω πως είναι να είναι κανείς στη θέση της. Εύκολα δηλώνω ότι δεν αλλάζει τίποτα. Πως θα μπορούσα να πάψω να θαυμάζω και να αγαπώ ένα τόσο ξεχωριστό πλάσμα; Οι αντιδράσεις μόλις άρχισαν. Μην σε νοιάζει φιλαράκι. Δεν θα ξεμείνεις ποτέ. Στο δικό μας ψυγείο θα υπάρχει πάντα ένα φρέσκο μπουκάλι γάλα με το όνομα σου.

 

 

Χριστίνα Μπουγά

SHARE
RELATED POSTS
Δημήτρης Κατσούλας
Μαμά μου, πες το από τώρα στο δάσκαλό μου, του Δημήτρη Κατσούλα
Σε στυλ να μην ξεχνιόμαστε…
Ο μεγάλος Περίπατος, του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.