Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Έχει μια ψύχρα…, της Δέσποινας Κοντάκη

Δέσποινα Κοντάκη - Τσιριγώτη
Spread the love

Δέσποινα Κοντάκη - Τσιριγώτη

 

 

 

 

 

 

 

 

 Δέσποινα Κοντάκη  

 

 

 

 

  giagia.jpg

 

 

Έχει μια ψύχρα εδώ πάνω στο βουνό, λέει η κυρία με τα κοντά γκρίζα μαλλιά κοιτάζοντάς με.

 

Μπα, απαντώ. Δεν κρυώνω καλή μου.

 

Εγώ είμαι λίγο άρρωστη και δεν αντέχω, λέει, κλείνοντας λίγο περισσότερο το σακάκι της.

 

Κοιτάζω το σακάκι που φορά και την μπλούζα μέσα από αυτό.

Η μπλούζα έχει δαντελένιες λεπτομέρειες και το σακάκι λεπτά σιρίτια από παγέτες στα τελειώματα γύρω από τον γιακά στις τσέπες και στο κλείσιμο μπροστά. Μαύρα και τα δύο.

 

Σακάκι και μπλούζα.

 

Έχασα μια κοπέλα σαράντα χρονών και μετά τον άντρα μου, λέει κοιτάζοντας μακριά σαν να μονολογεί.

 

Άλλοτε το βλέμμα χάνεται κι άλλοτε επιστρέφει στην κουβέντα.

 

Δεν υπήρχε τέτοιας άντρας. Δυο καΐκια είχαμε…

 

[………………………………………….]

 

Τελευταία Κυριακή του Αυγούστου. Βράδυ. Λίγο πριν τέλειωσαν οι παραδοσιακοί χοροί στο λιμάνι μπροστά στον Ανεμόμυλο. Ακολουθεί συνεστίαση σε ένα σημείο ψηλά πάνω από τη θάλασσα στον μικρό λόφο με τα λίγα πεύκα.

 

Στο τραπέζι που κάθισα, κάθεται ήδη μια κυρία μερικά καθίσματα μακριά μου. Πριν καθίσω την χαιρετώ χαμογελαστή. Μου χαμογελά κι εκείνη ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό.

 

Έχει μια ψύχρα εδώ πάνω στο βουνό, μου λέει η κυρία με τα κοντά γκρίζα μαλλιά κοιτάζοντάς με.

 

Σκέφτομαι ότι δεν έχει καθόλου ψύχρα. Είναι μια όμορφη βραδιά χωρίς την ενοχλητική ζέστη που μας έλιωνε μαζί με την υγρασία τις προηγούμενες ημέρες. Η εσάρπα που έχω πάρει μαζί μου βρίσκεται στο βάθος της τσάντας μου και μάλλον θα μείνει εκεί για όλη τη βραδιά.

 

Δεν κρυώνω καλή μου, της απαντώ με χαμόγελο.

 

Κι έτσι αρχίζει η κουβέντα μαζί της…

 

Δέκα χρόνια που έχασα τον άντρα μου, λέει στεναχωρημένη.

 

Την κόρη σας από τί τη χάσατε, ρωτώ χαμηλόφωνα.

 

Από καρκίνο. Σαράντα χρονών κορίτσι. Άφησε δυο παιδιά. Τα αγκαλιάσαμε αμέσως και δεν αφήσαμε να νοιώσουν την απουσία της μάνας. Τα τακτοποιήσαμε. Να νιώθουν σιγουριά.

 

Κοιτάζω τα ρούχα της. Έχει ντυθεί με τα καλά της για να τιμήσει τα παιδιά που χόρευαν στον ανεμόμυλο.

 

Η προφορά χαρακτηριστική των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν πριν πολλά χρόνια στην περιοχή.

Τα μαλλιά της κοντά, χτενισμένα ωραία, στρωτά με τη χτένα της. Το πρόσωπο μαρτυρά την ηλικία. Γύρω στα 80 και κάτι.

 

Τη βλέπεις αυτή; Είναι η αγγόνα μου, της άλλης μου κόρης.

 

Γυρίζω προς το μέρος που μου δείχνει να δω την εγγόνα της. Μια όμορφη κοπέλα με γαλανοπράσινα μεγάλα μάτια. Βοηθά στην οργάνωση της βραδιάς εκεί στο τραπέζι.

 

Παντρεύτηκε αλλά χώρισε, μου λέει. Έχει ένα αγοράκι. Να αυτό εκεί!

 

Κοιτάζω ξανά εκεί που μου δείχνει και βλέπω ένα αγοράκι γύρω στα 10 να παίζει με μια μπάλα.

 

Μη στεναχωριέστε για αυτό, λέω συνεχίζοντας την κουβέντα.

 

Αν οι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι μαζί χωρίζουν. Και μάλλον είναι καλύτερα έτσι.

 

Δεν στεναχωριέμαι. Αλλά της λέω να βρει ένα καλό παιδί να μην είναι μόνη της, λέει δίνοντας έμφαση με τα χέρια της.

 

Ο χαμός του άντρα μου, μού στοίχησε πολύ. Μαζί ξεπερνάς πολλά στενάχωρα.

 

Μόνη σου πώς να τα αντέξεις; Δεν υπήρχε τέτοιος άντρας…

 

Κοιτάζω την ηλικιωμένη κυρία και κάνω τους δικούς μου συνειρμούς. Πόσο αλλάζουν οι ζωές των ανθρώπων όταν χάνουν αγαπημένα τους πρόσωπα; Σκέφτομαι χωρίς κανένα βαρίδι μελοδραματισμού συζητώντας με την άγνωστη κυρία.

 

Εδώ κάνει μικρή παύση κοιτώντας μπροστά χωρίς να κοιτάζει τίποτα. Κουνάει αργά το κεφάλι και συνεχίζει.

 

Δυο καΐκια είχαμε… Νοικοκύρης… Μετά που έφυγε τα πουλήσαμε. Αλλά είναι όλα τακτοποιημένα. Και τ’ αγγόνια μας. Και το σπίτι μας ήταν ανοιχτό για όλο τον κόσμο.

 

Ξανά παύση.

 

Εχθές το βράδυ όλοι οι χορευτές ήταν στο σπίτι μας. Έχω μεγάλο σπίτι, λέει ήρεμη. Ανοιχτό πάντα.

 

Όση ώρα μιλάμε, δεν με ρωτά τίποτα για το ποια είμαι ή πώς με λένε, τίποτα.

 

Κάποιος κύριος γνωστός της μάλλον έρχεται κοντά της. Εδώ σ’ αυτό το τραπέζι είπαν ότι θα καθίσουν τα μέλη του Δ.Σ, της λέει.

 

Κουνάει το κεφάλι της δείχνοντας ότι το ξέρει. Δεν κουνιέται από τη θέση της.

 

Κάποια στιγμή ήρθε μια φίλη και κάθισε δίπλα μου και η κουβέντα μας τέλειωσε εκεί.

 

Δίπλα στην κυρία πήγε μια άλλη κυρία αρκετά χρόνια νεότερη και κάθισε.

 

Η ώρα είχε πάει 12.00 μεσάνυχτα. Κόσμος πηγαινοερχόταν. Τα τραπέζια γέμισαν.

 

Έχει μια ψύχρα στο βουνό, την ακούω να λέει στη νεοφερμένη…

 

Έ όχι, απαντά εκείνη χαμογελώντας. Είναι μια χαρά αυτός ο καιρός…

 

Εγώ είμαι λίγο άρρωστη και δεν αντέχω….

 

 

SHARE
RELATED POSTS
Δημήτρης Κατσούλας
Κάθε πρωί στις ”εφτά ”, του Δημήτρη Κατσούλα
Όχι άλλα χαστούκια! Πλήηηηζ!, του Κωστή Α.Μακρή
Πολίτικη πολιτική πατατοσαλάτα, του Αλέξανδρου Μπέμπη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.