Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Επετειακό για ό,τι χάσαμε, για ό,τι κερδίσαμε, της Δέσποινας Κοντάκη

Spread the love
  • 1
    Share

222827_1689218872778_3158471_n.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

* Η Δέσποινα Κοντάκη είναι ποιήτρια. 

 

 

 

 

Φωτογραφία: Δέσποινα Πιλάτη

 

_δπ_65.jpg

 

Βραδιές καλοκαιριού δίπλα στη θάλασσα ανάβοντας φωτιές και τραγουδώντας όλη νύχτα παίζοντας κιθάρα.

Την πρώτη και τελευταία κιθάρα μου την αγόρασα από γνωστό κατάστημα στη Χαλκίδα με είδη μουσικής-μουσικά όργανα. Έμαθα να παίζω μόνη κάποια τραγούδια. Κάποια άλλα, μου τα έμαθε ένας φίλος.

Δεν υπάρχει σήμερα. Πέθανε από καρκίνο. Ούτε η κιθάρα. Πέθανε από την αρρώστια της λήθης. Μιλούσαμε για βιβλία και για αυτό που είχαμε μέσα μας και μας παίδευε.

Ο Β ένα βράδυ με σήκωσε στα χέρια να με πετάξει στη θάλασσα. Προχώρησε στο νερό μέχρι και πάνω από τα γόνατα. Τα πέλματά μου βρέχονταν και φώναζα να με βγάλει έξω.

Ούτε ο Β υπάρχει σήμερα. Έπεσε με το αυτοκίνητό του πάνω σε ένα δέντρο μετά από λίγους μήνες από εκείνη τη βραδιά. ‘’Είμαι βαρύς, γίνομαι βαρύς ’’ έλεγε κάνοντας τη φωνή του παιχνιδιάρικη γεμάτος ερωτισμό.

‘’Είμαι βαρύς, γίνομαι βαρύς’’ ξανάλεγε. Φίλος. Να μιλάς ώρες και να μη τα τελειώνεις.

Είχε μια παράξενη γοητεία. Σκεφτόμουν συχνά πως αν γνώριζα ποτέ τον Τζέημς Ντιν, θα ήταν έτσι ακριβώς. Αψηφούσε τον κίνδυνο ή τουλάχιστον αυτή την αίσθηση μου δημιουργούσε.

Με τρόμαζε κάπως αυτό. Με τρόμαζαν οι άνθρωποι που αψηφούσαν τη ζωή τους την ίδια..

Έτσι τελικά μια βραδιά, έφυγε κοντράροντας τη ζωή με το θάνατο.

Ανακατεύαμε τα μέσα μας και βγάζαμε κομμάτια κρυφά του εαυτού μας. Ψάχναμε αλήθειες που μας έκρυβαν οι κοινωνίες που ζούσαμε, οι δικοί μας άνθρωποι, οι μεγαλύτεροί μας.

Ό,τι χρήματα είχαμε τα κάναμε βιβλία από τα 14 και μετά. Σκοντάφταμε πάνω σε κλειστά μυαλά κάθε μέρα.

Φοβάται ο κόσμος να ανοιχτεί μη τυχόν κι αυτό που μάθει το παραπάνω, δεν θα μπορέσει να το διαχειριστεί , να το επεξεργαστεί.

Όση ελευθερία μας έδινε αυτή η ηλικία, άλλη τόση θλίψη μας γέμιζε.

Αυτός ο κόσμος με κάνει να μένω στην άκρη. Μου δημιουργεί θλίψη ακόμα και σήμερα.

Γελάσαμε… και;

Και παρέες κάναμε και ξενυχτίσαμε και ερωτευτήκαμε και ματώσαμε έτσι όπως ξαφνικά αρχίζει να βρέχει και δεν έχεις μια στέγη για λίγο.

Και χαιρετίσαμε φίλους που έφυγαν νωρίς. Και δεν είχαμε λέξη στο στόμα για τον τελευταίο φίλο-αγαπημένο που έφυγε.

Μας στέρεψαν οι λέξεις, ένα τελευταίο χάδι πώς να το δώσεις όταν ο χρόνος γίνεται απόσταση; Να θες να φωνάξεις και να ματώνεις τα χείλη σου δαγκώνοντάς τα.

Τα τελευταία βράδια του Σεπτέμβρη η άμμος γινόταν πιο υγρή και πιο υγρή. Όλο και πιο υγρή.

Είδα τον Ντύλαν στον ύπνο μου, τους είπα ένα βράδυ. Και τί ήθελε; με ρώτησαν. Μακάρι να ήξερα, απάντησα. Με κοίταζε και μου πρότεινε την κιθάρα του. Μπορεί να ήθελε να γίνει δάσκαλός μου. Πώς να εξηγήσεις λογικά ένα όνειρο;

 

Ερχόταν χειμώνας και το μόνο όπλο μας για να τη βγάλουμε καθαρή ήταν η τρέλα μας.

 

Αυτός ο κόσμος με κρατάει στην άκρη. Ακόμα.

 

Θυμάμαι το δέντρο. Ακόμα.

 

 

{youtube}mWzxMHbhxN4{/youtube}

 

 

  • 1
    Share
SHARE
RELATED POSTS
11805980_1612074449065268_1929602863_n.jpg
‘Ενδον, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Όχι στον Τζόκερ…, του Νίκου Βασιλειάδη
Κωστής Α. Μακρής: Η Άννα Σφάλια και οι Καβγατζήδες της Βρέστης και Πάρτης

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.