Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Ένας άλλος κόσμος, της Δέσποινας Κοντάκη

Spread the love

Ξυπνάω μ’ εκείνη την αίσθηση της αγωνίας πως κάτι έχω αφήσει μισό. Και πρέπει να προλάβω να το τελειώσω.

Κοιτάζω στον κήπο μια πεταλούδα να προσπερνά τις τριανταφυλλιές και να κάθεται στις ζέρμπερες. Πίνει το νέκταρ από τη μια και πάει στην άλλη. Μια μεγάλη κίτρινη πεταλούδα με μαύρα σχέδια. Πόσο ζει άραγε εκείνη;

Προλαβαίνει να κάνει όλα όσα θέλει; Έχει σχέδιο ή κινείται μόνο με το ένστικτο της επιβίωσης; Ή κινείται απλά κατά πως ορίζει η φύση της; Χορεύοντας σαν μικρή μπαλαρίνα πάνω στα ανθισμένα λουλούδια. Η φύση της την τοποθετεί εκεί. Ζει με τα αρώματα και τα χρώματα παρέα.

Κι εμείς; Τι ορίζει η φύση μας; Είμαστε όντα εξελισσόμενα. Αγοράζουμε πράγματα, έχουμε δραστηριότητες. Αισθανόμαστε.

Πρέπει να πετάξω από τα ντουλάπια πράγματα που δεν τα έχω χρησιμοποιήσει για πάρα πολύ καιρό. Να αδειάσω τις ντουλάπες από ρούχα και πράγματα που δεν χρησιμοποιούμε πια.
Πότε θα προλάβω να τα κάνω όλα; Παντού με περιμένουν βιβλία που δεν έχω ακόμα διαβάσει, να τα τελειώσω. Ή κάποια που τα έχω ακόμα στη μέση.

Το μυαλό μου άδειο. Διαπιστώνω πως δεν έχω κανένα πρόγραμμα. Κάθε μέρα που περνά αντιμετωπίζω αυτά που έρχονται με το ξημέρωμά της.

Ξυπνάω με μια αγωνία, πως κάτι έχω αφήσει μισό, λέω στη φίλη μου στο τηλέφωνο.

Ξέρεις τι είναι; με ρωτά εκείνη.

Ξέρω, απαντώ αργά. Εγώ είμαι. Έχω αφήσει εμένα στη μέση σαν να έχω χαθεί στη μέση του πουθενά να ψάχνω τις συντεταγμένες. Ή μάλλον, δεν προλαβαίνω καν να τις ψάξω.

Σίγουρα είμαι εγώ, σκέφτομαι. Και σίγουρα δεν είναι ούτε οι ντουλάπες ούτε τα ντουλάπια της κουζίνας. Υπάρχει μια αναρχία μέσα μου. Κάποιες φορές την ελέγχω. Κάποιες άλλες με αποσυντονίζει.

Η φαντασία μου, φτιάχνει ένα δωμάτιο σ έναν βράχο πάνω από τη θάλασσα μακριά από τον κόσμο. Να είμαι εκεί μόνη μου και να γράφω ή να διαβάζω και να κάνω βόλτες στην ακτογραμμή. Εδώ και πολλά χρόνια από τότε που διάβασα το ‘’ Η μοναξιά είναι από Χώμα’’ της Μάρως Βαμβουνάκη, μου καρφώθηκε στο μυαλό. Να δουλεύω μέσα μου αυτά που έζησα χωρίς μοιρολατρία.

Να βγάζω το απόσταγμα της ψυχής μέσα από το ταξίδι της ζωής, τους ανθρώπους που γνώρισα, που αγάπησα, που έχασα ή δεν έχασα. Τις αφίξεις και τα αντίο.

Ο ήλιος όσο πάει ανεβαίνει ψηλά και φτιάχνω καφέ να έρθω λίγο στα ίσα μου. Με αγχώνουν κάποια κείμενα που έχω ξεκινήσει να γράφω και τον τελευταίο καιρό, λιώμα από την κούραση, δεν έχω αντοχή ούτε αυτό να κάνω. Όπως εκείνο με τη γυναίκα που ονειρευόταν πεταλούδες και τις δυο βαλίτσες. Κι η ιστορία έχει κάπως έτσι:

-Δυο παράξενες βαλίτσες-

«Εκείνο το πρωί της άνοιξης, το τραίνο έτρεχε πάνω στις ράγες του διασχίζοντας την έρημη πεδιάδα. Δεν υπήρχαν πουθενά δέντρα και λουλούδια. Ένας έρημος τόπος απλωνόταν παντού γύρω.

Σε λίγο έφτασε στον σταθμό της μικρής επαρχιακής πόλης και σταμάτησε. Η άγνωστη γυναίκα κατέβηκε από το βαγόνι κρατώντας στα χέρια της δυο βαλίτσες. Η μια ήταν γυάλινη, η άλλη από ξύλο τριανταφυλλιάς.

Κανείς δεν την περίμενε στην πλατφόρμα. Προχώρησε προς την πλατεία κοιτάζοντας γύρω της με ένα παράξενο χαμόγελο.

Δίπλα της περνούσαν άνθρωποι αγέλαστοι και σκοτεινοί. Συνέχισε να χαμογελά ώσπου άρχισαν να την κοιτούν περίεργα.

Της είχε ανατεθεί μια αποστολή που έπρεπε να φέρει εις πέρας.

Οι άνθρωποι σ αυτόν τον τόπο είχαν πάψει εδώ και πολλά χρόνια να γελούν και να χαμογελούν. Δεν ερωτεύονταν. Δεν έβλεπες μικρά παιδιά πουθενά γύρω.

Στο καφενείο της πλατείας έπαιζαν τάβλι με κάτι περίεργα πούλια σβησμένων αστεριών.

Καλημέρα, είπε μπαίνοντας μέσα.

Όλοι γύρισαν και την κοίταξαν.

Εδώ δεν λέμε καλημέρα, είπαν όλοι με μια φωνή.

Καιρός να αρχίσετε να λέτε, σιγομουρμούρισε χωρίς να ακουστεί καν.

Μια λεμονάδα με φρέσκο λεμόνι, είπε στον ιδιοκτήτη του καφενείου.

Με φρέσκο λεμόνι; ρώτησε αυτός. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα φρέσκο κυρία μου. Δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά δεν υπάρχουν καν δέντρα και λουλούδια στον τόπο μας… Αν θέλετε λεμονάδα θα πιείτε κονσέρβας.

Καιρός να ξανανθίσουν τα λουλούδια και τα δέντρα, σιγομουρμούρισε πάλι εκείνη χωρίς να ακουστεί καν»

Η αρχή της ιστορίας. Φαντάζομαι λοιπόν παρόλη την αναρχία που επικρατεί στο μυαλό μου, ότι η γυναίκα αυτή ανοίγει τη βαλίτσα από τριανταφυλλιά η οποία είναι γεμάτη σπόρους, κουκούτσια και βολβούς, δέντρων και λουλουδιών κι εκείνη χαρίζει σπόρους και βολβούς στους ανθρώπους στην πλατεία λέγοντας: Έχω φέρει δώρα για όλους σας. Αυτός ο τόπος πρέπει να ξαναζωντανέψει! Φυτέψτε τα! Είναι το αύριο που θα έχετε. Ένα χρωματιστό γεμάτο μυρωδιές και γεύσεις. Όμως το καλύτερο δώρο, το κρατώ για το τέλος.

Στην αρχή οι άνθρωποι την κοιτούν παράξενα και διστακτικά. Ύστερα περνούν ένας ένας και εκείνη τους βάζει στη χούφτα τούς μικρούς θησαυρούς της φύσης… Στη συνέχεια λοιπόν, φαντάζομαι ότι ο τόπος μετά από ένα χρονικό διάστημα, γεμίζει λουλούδια και δέντρα γεμάτα με καρπούς.

Οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να χαμογελούν σιγά σιγά και να ερωτεύονται. Γεννάνε μωρά, τα μωρά μεγαλώνουν γίνονται παιδιά και αρχίζουν να παίζουν χαρούμενα κάτω από τα δέντρα. Κι ύστερα η γυναίκα μια μέρα κι εφόσον η φύση είναι ολάνθιστη ανοίγει την κρυστάλλινη βαλίτσα και ξεχύνονται παντού πολύχρωμες πεταλούδες. Χορεύουν πάνω στα λουλούδια και τα παιδιά γελούν και τις κοιτάζουν χαρούμενα.

Είναι ένας άλλος κόσμος. Ένας κόσμος όπου έβαλες κι εσύ το χεράκι σου για να γίνει καλύτερος. Στη μύτη μου νοιώθω τη μυρουδιά από το δέρμα ενός μωρού. Η αθωότητά μας. Την έχουμε απολέσει κάπου στη διαδρομή. Κι είναι τόσο, μα τόσο καθαρή αυτή η μυρουδιά.

Κάπως έτσι σκέφτηκα το τέλος αυτής της ιστορίας. Όμως ακόμα δεν το έχω γράψει.

Τελευταία ξυπνώ πάλι με εκείνη την αγωνία πως κάτι έχω αφήσει μισό, λέω στον καθρέφτη μου.

Τίποτα. Καμιά απάντηση. Στέκομαι σιωπηλή και σκεφτική κοιτάζοντάς με. Είμαι ρομαντική; Όχι. Αυτό το απαντώ με βεβαιότητα. Εκτός αν είναι ρομαντισμός να σκέφτομαι έναν άλλο κόσμο πιο αθώο. Πιο δίκαιο.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θαυμάζεις για την αντοχή και την καθαρότητά τους. Που θα μπορούσαν να αλλάξουν σε κάποιο μικρό ή μεγάλο βαθμό τα πράγματα. Όμως ποιος τους πιστεύει; Τους λένε γραφικούς και ονειροπόλους. Στην καλύτερη περίπτωση. Γιατί στη χειρότερη είναι απογοητευτικό.

Και πρέπει να έχεις γερό στομάχι για να αντέχεις και να προχωράς.

Έχει αξία να δικαιώνεις τα πράγματα ή κάποιους ανθρώπους μετά; Αφού έχει γραφτεί η ιστορία μόνο για να είσαι εντάξει με τη συνείδησή σου;

Μικρά όμορφα πράγματα που σου δίνουν χαρά και δίνεις χαρά. Αυτό είναι το ζουμί. Να σκέφτεσαι ένα πρόσωπο που χαμογελά.

Πιανόμαστε από κάπου για να αντέχουμε. Ένα βράδυ, άναψα το τελευταίο τσιγάρο μου απ΄ το φίλτρο και το κατέστρεψα. Καθόμουν εκεί κοιτάζοντας τον ουρανό στενοχωρημένη. Μετά από κάποια ώρα απελπισίας, άδειασα το μυαλό μου κι έπεσα για ύπνο. Και αν εξαφανιστούν τα τσιγάρα; Δεν θα πρέπει να συνεχίζω να ζω; Οι μη καπνίζοντες τι κάνουν δηλαδή;

Χτυπά το τηλέφωνο και οι σκέψεις σκορπίζονται στον αέρα.

Γεια σας. Ονομάζομαι …….. και σας καλώ από την ………… πώς είστε;

Πολύ καλά, και δεν χρειάζομαι τίποτα για να αγοράσω, απαντώ.

Μα δεν ακούσατε καν την προσφορά! Δεν σας ενδιαφέρει να ακούσετε;

Όχι. Καθόλου δεν με ενδιαφέρει κύριε, λέω και κλείνω το τηλέφωνο.

Όχι δεν χρειάζομαι τίποτα για να αγοράσω. Θέλω μόνο να μπορώ να συνεχίζω κάθε φορά που ξυπνάω με αυτή την αγωνία πως κάτι έχω αφήσει μισό.

Να ξαναβρίσκω τις συντεταγμένες μου σ αυτό τον κόσμο.

Όσο για εκείνη τη γυναίκα με τις παράξενες βαλίτσες, σκέφτομαι ότι θα συνεχίσει το ταξίδι της. Για έναν άλλο τόπο που θα πρέπει να γίνει κι αυτός όμορφος. Γεμάτος παιδιά και πεταλούδες.

Έτσι θα τελειώνει και θα ξαναρχίζει η ζωή και η παράξενη αυτή ιστορία.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

 


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Η χρονιά του μεταλλικού βουβαλιού, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Θυμός…, της Μαρίας Σκαμπαρδώνη
ΔΕΥΑΡ: Επισκέψεις από Σχολεία για την Παγκόσμια Ημέρα Νερού δέχτηκε η Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ρόδου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.