Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Ένα μπαμπού (με) ταξιδεύει στο χρόνo…, της Δέσποινας Κοντάκη

222827_1689218872778_3158471_n.jpg
Spread the love

222827_1689218872778_3158471_n.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δέσποινα Κοντάκη

 

 

 

 

4682_1072415293074_7166924_n.jpg

 

 

 

229b906d-546c-4f08-8032-67aa1547cce1.jpg

 

 

552b7a5a-11db-4f6b-9ed8-a177a26470cd.jpg

 

 

7059eb83-1cb3-4b00-aa6a-41948ab761c8.jpg

Το Παρίσι, η Πρίγκηπος, , η Χαλκίδα, η Exposition universelle de paris 1900, ένα μπαμπού και ο θείος Μενέλαος. Πώς μπορούν να δένουν

όλα αυτά μεταξύ τους; Κι όμως… Ακόμα κι αν η μνήμη ξεχνά, κάτι φανερώνεται μπροστά σου και σε πάει ταξίδι πίσω στο χρόνο.

 

Στην πρώτη φωτογραφία, ο θείος με το λευκό παντελόνι. Στις άλλες φωτογραφίες, είναι ένα “μπαστούνι ή ράβδος” από σπάνιο ξύλο

μπαμπού με πολύ κοντινούς κόμπους. Θα δείτε πάνω στο μπαμπού έναν πολύ μικρό φακό όπως το μάτι μιας καρφίτσας. (Όσο μπόρεσα

βέβαια με ένα χέρι να κρατώ σταθερό το μπαστούνι και με το άλλο να προσπαθώ να φωτογραφίζω μέσα από ένα μάτι καρφίτσας) Αν

κοιτάξετε μέσα του, θα δείτε αυτό που φαίνεται σε μια από τις άλλες φωτογραφίες. (Αναφέρω πιο κάτω το τι είναι αυτή η εικόνα) Στις άλλες

ο θείος Μενέλαος, μπροστά στο ΚΑΠΝΟΠΩΛΕΙΟΝ-ΨΙΛΙΚΑ-ΖΑΧΑΡΩΔΗ-ΠΑΧΝΙΔΙΑ (μαζί και Ραφείο, του αδελφού του)

 

 

Το μπαστούνι ή αυτή την μπαμπουδένια ράβδο αν θέλετε, το-την είχε φέρει ο θείος Μενέλαος Γραμματόπουλος απο την Πρίγκηπο της

Κωνσταντινούπολης. Εκείνος και η οικογένειά του ήρθαν στην Ελλάδα σαν πρόσφυγες, όταν διώχθηκαν από τους τούρκους από το 1923

και μετά.. Οι γονείς με τα 5 παιδιά. Η οικογένεια σκορπίστηκε.

 

Ένας αδελφός στο Παρίσι, άλλη αδελφή στην Αμερική, τρία αδέλφια εδώ.

 

Όλος ο κόσμος μια καινούρια προοπτική για όνειρα. Για ζωή απ την αρχή.

 

Ο Νικηφόρος στο Παρίσι, η Χαρίκλεια στην Αμερική, ο Μενέλαος ο Θεόδωρος και η Όλγα, εδώ στην Ελλάδα. Και στην πόλη των τρελών

νερών, τη Χαλκίδα.

 

Ο Νικηφόρος μεγάλος ράφτης στο Παρίσι. Τα παιδιά του και τα εγγόνια του ζουν εκεί. Και ο Θεόδωρος, ράφτης εδώ στη Χαλκίδα. Δεν

παντρεύτηκε ποτέ εκείνος και η Όλγα. Ο θείος Μενέλαος παντρεύτηκε την αγαπημένη του Σταυρούλα, έμπορος για χρόνια εδώ. Διατηρούσε

κατάστημα στην Οδό Κριεζώτου και κατόπιν στην οδό Αβάντων, απέναντι από το κινηματοθέατρο Μάγια.

 

Μια μέρα που καθαρίζαμε μαζί μια παλιά ντουλάπα, βρήκα αυτό το περίεργο μπαμπού και του το έδειξα. Κρυμμένο κάτω από βαριά ρούχα,

πανωφόρια και προίκες της Όλγας της αδελφής του που δεν παντρεύτηκε ποτέ. Μου έμεναν στα χέρια κομμάτια από ρούχα αφόρετα,

απαίδευτα από χρήση. Μόνο ο χρόνος και ο σκώρος τα παίδεψε.

 

-Θείε, τι είναι αυτό;

 

Το πρόσωπό του ξαφνικά άστραψε από χαρά κοιτώντας το.

 

-Α! Το μπαστούνι μου! φώναξε ενθουσιασμένος και αμέσως μετά, μένει σιωπηλός κοιτώντας το μπαμπού. 60 χρόνια έχω να το δω! Νόμιζα

ότι είχε χαθεί…

 

Τον είδα να συγκινείται. Άπλωσε το χέρι για να το πάρει κι το χέρι του έτρεμε.

 

-Μου το είχε φτιάξει ένας φίλος μου στην Πρίγκηπο όταν ήμασταν παιδιά ακόμα.

 

Η φωνή του έσπασε και τα χείλη του έτρεμαν.

 

-Πόση χαρά έχω που το βλέπω πάλι! Θα σου δείξω κάτι, μου είπε ξαφνικά. Κοίταξέ το καλά…

 

Άρχισα να το κοιτάζω από δω κι από κει και ξανά από δω κι από κει αλλά δεν έβλεπα τίποτα.

 

-Ξανακοίτα, μου λέει. Χαμογελούσε πονηρά σαν να έκανε σκανταλιά.

 

Πάλι τίποτα. Τελικά μου δείχνει πάνω σε έναν κόμπο του μπαμπού έναν φακό σαν το κεφάλι μιας καρφίτσας.

 

-Κοίτα μέσα, μου λέει.

 

-Τι είναι αυτό; Τι όμορφο που είναι! είπα δυνατά όταν είδα την εικόνα που έκρυβε μέσα. (Δεν φαίνεται τίποτα όταν το κρατάς στο χέρι σου)

 

Στάθηκε για λίγο σκεφτικός και μετά με κοίταξε με ένα ύφος σαν αυτά, όταν είσαι έτοιμος να δώσεις χαρά σε κάποιον κάνοντάς του

έκπληξη.

 

-Στο χαρίζω, μου λέει ξαφνικά. Αφού σου αρέσει τόσο στο χαρίζω! Ξέρω ότι θα το προσέχεις σαν τα μάτια σου. Είναι γεμάτο αναμνήσεις…. Η

φωνή του έσπασε ξανά.

 

Αγκάλιασα το μπαμπού κι έμεινα για λίγο με τα μάτια κλειστά, κάνοντας flashback στο χρόνο.

Τα παλιά αντικείμενα διηγούνται ιστορίες.

 

Ο θείος Μενέλαος δεν υπάρχει πια εδώ και κάτι χρόνια. Ήταν ένας αληθινός κύριος. Ένας τζέντλεμαν. Από τους λίγους ευγενικούς και

μεταξωτούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου… Από τον τρόπο που έτρωγε μέχρι τον τρόπο που η φωνή του έσπαζε όταν κάτι τον

συγκινούσε. Και συγκινιόταν συχνά. Πολύ συχνά θα έλεγα. Ήταν ένα μεγάλο παιδί πάντα με πολύ καλούς τρόπους. Και σου έβγαζε και

σένα τον καλύτερο εαυτό σου.

 

Κοιτώντας μέσα στο φακό βλέπουμε αυτό το κτήριο του Παρισιού, με ημερομηνία 1900. Το Palais de l’Electricité.

Αναφερέρεται σε μια έκθεση που έγινε εκεί το 1900.

 

Η Έκθεση Universelle του 1900 ήταν παγκόσμια έκθεση που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι, από 15 Απριλίου έως 12 Νοεμβρίου, για να

γιορτάσουν τα επιτεύγματα του παρελθόντος αιώνα και για την επιτάχυνση της ανάπτυξης του επόμενου.

 

Το στυλ που επικρατούσε στην Έκθεση ήταν η Art Nouveau. Την επισκέφτηκαν, σχεδόν 50 εκατομμύρια άνθρωποι.

 

Εμφανίστηκαν πολλές μηχανές, διάφορες εφευρέσεις, και η αρχιτεκτονική… που είναι τώρα σχεδόν καθολικά γνωστή,

συμπεριλαμβανομένου του Grande Roue de Paris (Τεράστια κυλιόμενη ρόδα για Λούνα παρκ) , ρωσική έκθεση με κούκλες, κινητήρες

diesel , ταινίες με φωνή , κυλιόμενες σκάλες , και το telegraphone η πρώτη μαγνητική συσκευή εγγραφής ήχου. Σε μια από τις

φωτογραφίες είναι ο Palais de l’Electricité, το οποίο υπάρχει στη φωτό στο εσωτερικό του μπαμπού.

 

Τους συνειρμούς τους αφήνω για σας. Το πώς ένα νεαρό παιδί από την Πρίγκηπο σκάλισε ένα μπαμπού κι έβαλε μέσα ένα σημαντικό

κομμάτι της ιστορίας του Παρισιού. 50 εκατομμύρια επισκέπτες… Κάποιοι από εκείνους, θα ήταν σίγουρα και από την Πρίγκηπο.

 

Αγκάλιασα πάλι το μπαμπού κι έμεινα για λίγο με τα μάτια κλειστά, κάνοντας flashback στο χρόνο.

Οι παλιοί μας άνθρωποι και τα παλιά αντικείμενα διηγούνται ιστορίες. Και τις ακούω.

 

Περνώ νοητά μέσα από εκείνον, το σαν κεφάλι καρφίτσας μικρό φακό.

 

Είμαι στο Παρίσι. Έτος 1900.

 

Είναι Μάης, είναι Αύγουστος, είναι Οκτώβρης.

 

Περπατώ μέσα στο πλήθος. Απέναντί μου βλέπω ένα άνδρα. Τον ακούω να μιλά γαλλικά, Δίπλα στην τεράστια κυλιόμενη ρόδα. Είναι ένας

ωραίος γάλλος με όμορφη φωνή.

 

Νιώθω αμηχανία γιατί δεν πήρα μαζί μου τα γυαλιά ηλίου από το έτος 2015, τα οποία φορώ και με βροχή ακόμα, και έτσι, μπορεί να με

κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια.

 

Έχει καστανά μαλλιά ελαφρώς σπαστά. Τα χέρια του υπέροχα. Το στόμα ποίημα. Τα μάτια ζεστά . Μου στέλνει ένα φιλί φέρνοντας τις άκρες

των δακτύλων στα χείλη του. Χαμογελώντας. Χαμογελάω κι εγώ.

 

Κι ύστερα χάνεται μέσα στο πλήθος.

 

-Στο Παρίσι έγινε τρομοκρατική επίθεση. Δεκάδες νεκροί και τραυματίες, ακούω κάποιον να φωνάζει.

Ανοίγω αργά τα μάτια. Είμαι πάλι εδώ. Ο κόσμος βάφεται με το αίμα του. Γι άλλη μια φορά. Έτος 2015.

 

 * Το άρθρο απηχεί στις απόψεις του συντάκτη του. 

 

iPorta.gr 

 

 

[iframe width=”420″ height=”315″ src=”https://www.youtube.com/embed/lasm1gGmck4″ frameborder=”0″ allowfullscreen ]
SHARE
RELATED POSTS
Χαρακώματα, του Δημήτρη Κατσούλα
Στο Πολεμικό Μουσείο, του Γιώργου Αρκουλή
“Να έχεις μια καρδιά που ποτέ δεν σκληραίνει, ένα χαρακτήρα που ποτέ δεν κουράζει, ένα άγγιγμα που ποτέ δεν πονά”, του Νίκου Βασιλειάδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.