iporta.gr

Black & White, του Βαγγέλη Παυλίδη

Δυο αλήτες που βρέθηκαν να τριγυρνούν στα δρομάκια της Λαχανιάς, χωρίς ούτε οι ίδιοι να ξέρουν απο πού ήρθαν και που πηγαίναν. Πεινασμένοι και καθόλου βέβαιοι για τις προθέσεις και την καλωσύνη των ανθρώπων, δεν πλησίαζαν όταν τους φώναζες αν και πολύ θα το’θελαν όπως φαινόταν. Με τα πολλά κάποιος τους μάζεψε με κόπο. Πρώτα τον ένα κι ύστερα τον άλλο. Τους περιποιήθηκε, τους έκανε “ανθρώπους” που θα λέγαμε. Πλύσιμο, χτένισμα, “τσεκ απ” στον γιατρό, και αγάπη, όση δεν είχαν μέχρι τότε. Κι ύστερα η φίλη μας η Γιούτα, γιατί αυτή ήταν η καλή Σαμαρείτιδα, μας ρώτησε αν θα τους θέλαμε. Τους θέλαμε, μια και πρόσφατα είχαμε χάσει την Άναμπελ και τον Οθέλο.

Τώρα, φοράνε κολάρο για να φαίνεται πως δεν είναι αλήτες, του δρόμου. Έχουν τζάμπα φαγητό, τέσσερα στρέμματα χωράφι με δέντρα και θάμνους για να παίζουν κι έναν φράχτη κατά μήκος του αγροτικού δρόμου για να τρέχουν πάνω κάτω και να κυνηγούν ο,τι και όποιον περνάει απο την άλλη μεριά.

Κι εμείς, δυο βδομάδες αργότερα, προσπαθούμε ακόμα να τους πείσουμε πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι κακοί. Πως όταν απλώνουμε το χέρι είναι για να τους χαιδέψουμε και όχι να τους χτυπήσουμε. Πως μπορούν να είναι μέσα στο σπίτι αρκεί να μην ανεβαίνουν στον καναπέ και να μην τρώνε τα χαλιά. Προσπαθούμε ακόμα να τους μάθουμε πως δεν πρέπει να ξαπλώνουν στα λουλούδια κι ούτε να μασουλάνε τα λάστιχα του ποτίσματος. Μ’ άλλα λόγια, περνούμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα.

Σπάσαμε το κεφάλι μας με την Νοομι να τους βρούμε ονόματα. Είπαμε, είπαμε και τι δεν είπαμε. Κι όταν κάτι αποφασίζαμε το ξεχνούσαμε και μπερδευόμαστε ύστερα απο λίγο…”Ποιός είπαμε πως είναι αυτός;” Τελικά, καταλήξαμε στο πιό απλό. Ναι, το μαντέψατε: O άσπρος λέγεται “Ασπρος” και ο μαύρος “Μαύρος”. Τελεία και παύλα.

 

Two bums, found wondering in the narrow streets of Lachania, not knowing where they cαme from and where they were going. Starving, not sure at all of human intentions and kindness, would not come near even though they would like to. Finally, with much effort someone picked them up, one first then the other. They were taken care of -they were washed, combed, had a thorough medical check-up, and were given love, more love than they ever had until then. Then, our friend Jutta -for she was that good Samaritan woman- asked if we would like to have them. We did, as we had recently lost Annabelle and Othello.

Now they have a collar to show they are not homeless street bums. They have two free meals daily, one acre of land with trees and bushes to play, and a fence along the road to run and chase whatever or whoever is passing by on the other side.

And we, two weeks later we are still trying to convince them that not all humans are bad, that when our hand reaches out is not to strike but to caress. That they can come in the house as long as they don’t climb on the sofa or eat the carpets. We are also trying to explain they should not lie in the flower beds or chew up the water pipes. In others words, we are all having a great time!

Noomi and I wracked (or racked) our brains to find names for them, without success. Even when we thought we had found something we liked the next moment we’d forget… “What did we say was HIS name?”. In the end we decided on the obvious. Yes, you guessed it: The white one is “White” and the black is “Black”.

And that, said Pooh, is that!

 

Βαγγέλης Παυλίδης

η ιστοσελίδα του