Απόψεις

Αύρα, της Χριστίνας Μπουγά

Spread the love

 

Η πρωινή αύρα του λιμανιού της έδινε κουράγιο. Πήρε μια βαθιά ανάσα ενώ η παλάμη της κατέρρεε κάτω από το βάρος του ασήκωτου σάκου με τα πράγματα της. Η γλώσσα της ξερή και ακίνητη. Το στομάχι της πονούσε. Στεκόταν σαν πεταμένη όπως-όπως μέσα σε ένα άβολο αόρατο όρθιο καλούπι. Την έβλεπαν όλοι. Ανακουφισμένοι που δεν ήταν εκείνη. Μία Λίτσα από το σκονισμένο διαμερισματάκι της παλιάς πολυκατοικίας στη δυτική όχθη του Κηφισού.

 

Στα 45 της χρόνια. Σκέφτηκε τις κόκκινες ανταύγειες στο κεφάλι της. Στεκόταν. Μόνη της. Δεν είχε φίλους. Δεν ήταν κακή. Ήταν καλό παιδί το Λιτσάκι. Κοντούλα κι αδύνατη. Άχρωμη κι αθόρυβη. Χαμένη πίσω από την οθόνη του υπολογιστή της καθημερινά 08.30-16.30. Για 8 ώρες την ημέρα γινόταν οι ρυθμικοί ήχοι στο πληκτρολόγιο σε ένα άδειο γραφείο. Ένα κλικ στο ποντίκι. Επόμενο τιμολόγιο. Κάθε δύο ώρες αρχειοθέτηση. Ενημέρωση του προγράμματος. Νέο πακέτο με τιμολόγια. Το απόγευμα εμφανιζόταν η κυρία Τούλα, η καθαρίστρια. Μεγάλη γυναίκα, κόντευε τα 70, έλαμπε σαν μικρό κοριτσάκι. Της μιλούσε λίγο. Σφουγγάριζε.

 

«Γιατί αναστενάζεις κορίτσι» της έλεγε συχνά και το Λιτσάκι κοιτούσε απορημένο. Είχε γίνει ένα με τον αναστεναγμό της. Ούτε που τον πρόσεχε πια. Πληκτρολόγιο. Ποντίκι. Τιμολόγιο. Πληκτρολόγιο. Ποντίκι. Τιμολόγιο. Σπάνια χτυπούσε το τηλέφωνο. Για να πάει να πληρωθεί από τη μισθοδοσία. Ή για να της ζητήσει ο κύριος Μενέλαος να του στείλει μία αναφορά. Που και που έμπαινε κάποιος να χρησιμοποιήσει το φωτοτυπικό στην άλλη άκρη του γραφείου.

 

Καμπούριαζε περισσότερο και χτυπούσε τα πλήκτρα πιο γρήγορα να φανεί απασχολημένη μη και την ενοχλήσουν. Δεν σηκωνόταν ούτε για την ανάγκη της. Δεν έτρωγε και δεν έπινε τίποτα στη δουλειά. Σιχαινόταν. Μια φορά είχε πάρει το αυτί της ότι μια κοπέλα είχε κάτι κολλητικό. Έτσι της φάνηκε. Αηδία. Κάπνιζε 2 τσιγάρα πριν μπει στο γραφείο το πρωί. Κάπνιζε 2 τσιγάρα στη στάση του λεωφορείου όταν έφευγε. Γυρνούσε σπίτι. Έτρωγε. Έβλεπε δραματικές σειρές. Κοιμόταν. Μία φορά το δίμηνο έκοβε ένα δακτυλάκι τα μακριά μαλλιά της. Μία φορά το μήνα τα έβαφε μόνη της. Μαύρα.

 

Το Φλεβάρη έγινε 45. Μόνη της. Κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέφτη. Τα καστανά μάτια της φαίνονταν θλιμμένα. Βυθισμένα. Θλιμμένα…; Είχαν γραμμούλες γύρω τους. Ποιος ξέρει από πότε. Ρουφηγμένα χλωμά μάγουλα χωρισμένα από μια μικροσκοπική μύτη. Χείλη λεπτά και σφιγμένα, σε μία τέλεια ευθεία γραμμή. Χαμογελούσε εύκολα. Ντροπαλά. Όταν την έβλεπαν. Όταν της μιλούσαν. Χαμογελαστή και χαμηλόφωνη. Ακόμα κι όταν ήταν άρρωστη και το κεφάλι της έσπαγε από το βουητό. Χαμογελαστή και χαμηλόφωνη. Ακόμα κι όταν έβλεπε τους γείτονες που δεν την άφηναν να ησυχάσει. Την πήρε η θειά της η Νεκταρία από τη Σαλαμίνα. Να πάει να τη δει λέει, να γνωρίσει και την Ευθυμίτσα. Ευθυμίτσα ετών 71, λίαν ευτραφής, με αραιά χάλκινα βαμμένα-καμένα μαλλιά και πιο αραιά κιτρινισμένα δόντια, καλοσυγυρισμένη σε ένα πέπλο από μοσχολέμονο κι ελληνικό καφέ.

 

Η Ευθυμίτσα είχε ένα γιό τον Λάμπη. Ετών 53, υποχόνδριος, κακομαθημένος, υπετροφικός μπεμπές που η Ευθυμίτσα δεν θα άφηνε να μεγαλώσει ποτέ. Ο Λάμπης δούλευε στο ταχυδρομείο. Όταν πήγαινε. Η Ευθυμίτσα χρειαζόταν μια αόρατη νύφη για το γιό της. Κι η Νεκταρία βάραινε. Λεφτά δεν είχε. Η κόρη της ούτε να τη δει. Όσο να πεις το Λιτσάκι αίμα της ήταν, δεν θα την άφηνε. Η Ντόρα επέμενε για τις ανταύγειες. Η νευρική, ισχνή και παραβαμμένη κομμώτρια Ντόρα, η δεν-είμαι-αλλά-θέλω-να-φαίνομαι-νεόπλουτη-η-ωραία-της-παρέας-κοιτάξτε-με. Φορούσε ένα λευκό-ροζ καρό φουστάνι με ασορτί μαντήλι στο λαιμό εκείνο το πρωί. Ντόλι της Δυτικής όχθης.

 

«Λιτσάκι να κάνεις μία αλλαγή. Έλεος. Φτιάξου λίγο να σε δει και κα”νας άντραααας. Άστο. Κούκλα θα σε κάνω. Κούκλα.» Φοβήθηκε να πει ναι. Φοβήθηκε να πει όχι. Όχι ότι πρόλαβε. Η Ντόρα ανακάτευε ήδη το χρώμα βιαστικά με τα βραχιόλια της να χτυπούν τα κεφάλια τους παραζαλισμένα, ενώ η βοηθός Νία-με-το-στόμα-που-χάσκει εμφανίστηκε με ένα πακέτο αλουμινόχαρτα στο χέρι. Νόμιζε ότι θα κάνει εμετό το Λιτσάκι όταν είδε τις χοντρές πύρινες ρίγες στο κεφάλι της. Και πώς να τις κρύψει. Ήθελε να ξεριζώσει με τα χέρια της τις τούφες μία-μία. Και μετά να σκοτωθεί. Να μάθει κι η Ντόρα κι η Νία-με-το-στόμα-που-χάσκει.

 

Έκλαιγε το βράδυ καθαρίζοντας καρότα για τη σούπα το Λιτσάκι. Έκλαιγε μαζί κι ο Παντελίδης στο ραδιόφωνο. Αποκοιμήθηκε εξαντλημένη μόλις άρχισε το Τούρκικο. Τώρα περιμένει να μπει στο πλοίο. Να περάσει απέναντι στη Νεκταρία. Στέκεται στο άβολο αόρατο όρθιο καλούπι που γεμίζει και την πνίγει. Έκανε να κινηθεί προς το πλοίο. Αδύνατον. Δεν ξαναπροσπάθησε. Δεν πονούσε πια. Δεν πνιγόταν. Ένιωθε όμορφα. Ανέπνεε ήρεμα την πρωινή αύρα με το βλέμμα στον ορίζοντα. Δεν άκουγε. Δεν έβλεπε. Δεν κουνήθηκε όταν το πλοίο έφυγε.

 

Έμεινε ακίνητη. Ευτυχισμένη.

 

 

 

 

Χριστίνα Μπουγά

SHARE
RELATED POSTS
Τα “Ναι” και τα “Όχι” της ζωής μας, του Δημήτρη Μπρούχου
Ο άνδρας πρέπει να’χει παρελθόν;, της Τζίνας Δαβιλά
Για ποια Ελλάδα αγωνίζεσαι, Ρωμανέ;, του Χρήστου Μαγγούτα
2 Σχόλια
  • ΝΟΤΑ
    26 Μαΐου 2014 at 04:44

    Φιλεναδιτσα μου εισαι καταπληκτικη… μπραβο…

  • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
    24 Μαΐου 2014 at 09:10

    Πολύ καλό! Μπράβο Χριστινάκι. Καλή συνέχεια.

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.