Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Αύρα (μέρος β’), της Χριστίνας Μπουγά

Spread the love

 

 

To όνομα της σήμαινε καθήκον ή καλή πράξη.

 

Ο Λεωνίδας Παπαϊωάννου, ο πατέρας της, μεγάλωσε στο κλειστό περιβάλλον ενός χωριού της Νότιας Πελοποννήσου. Ένα χωριό που μισούσε και λάτρευε ταυτόχρονα. Κλειστοφοβικό κι ασφυκτικό. Τείχη από σκληρά πρόσωπα. Μάτια που τρυπούσαν και κατέγραφαν τα πάντα. Ψίθυροι και πνιχτά γέλια πίσω από κλειστές πόρτες. Άνθρωποι που ξέσκιζαν ο ένας τη ζωή του άλλου για να μη νοιώσουν τη ζωή που τους προσπερνούσε. Αλλά και τόπος μαγικός και άγριος. Έπρεπε να τον ζήσεις σπιθαμή προς σπιθαμή για να τον ξεκλειδώσεις. Κι αν τον ζούσες σπιθαμή προς σπιθαμή γινόσουν για πάντα σκλάβος του.

 

Νεραϊδοκτυπημένος με τις ξερολιθιές και το άγριο πέλαγος όπου ο Ποσειδώνας αναμετριόταν ατέρμονα με τον Αίολο. Τους χειμώνες της μοναξιάς κοιτούσε αχόρταγα τον ορίζοντα, αφουγκραζόταν το ουρλιαχτό του αέρα κι ονειρευόταν τη μεγάλη φυγή. Τα καλοκαίρια κρυβόταν κάτω από τις χαρουπιές με το «ράδιο» και τα περιοδικά ενός κόσμου πέρα από τις ξερολιθιές, που τον περίμενε. Ή στη θάλασσα. Μόνος του ή με την παρέα των λιγοστών νεαρών του χωριού. Δηλαδή μόνος του. Δεν είχε τίποτα κοινό μαζί τους κι ας νόμιζε πως ήταν ίδιοι. Είχε τόσο ανάγκη να ανήκει κάπου. Έτσι έκανε τα θέλω τους, θέλω του. Μιλούσαν για γυναίκες. Για λεφτά. Για τρελές διασκεδάσεις και ξενύχτια. Υπήρχαν κι οι παραθεριστές από τις μεγάλες πόλεις ή την πρωτεύουσα που σέρβιραν απίθανες ιστορίες με ντόπιες και πρωτευουσιάνες και στεφάνωναν τη δόξα τους με τα ορθάνοιχτα παραπλανημένα μάτια και τα πονηρά χαμόγελα των νεαρών του χωριού. Μυθικά πλάσματα οι γυναίκες πέρα απ’ τις ξερολιθιές. Αμέτρητοι οι κανόνες και τα τερτίπια που πρέπει να ξέρεις για να τις κάνεις του χεριού σου. Έπρεπε να είσαι άντρας, όχι σαν αυτούς τους κακομοίρηδες… και τα ψέματα των παραθεριστών με την ξεφούσκωτη ζωή και την ανύπαρκτη αυτοπεποίθηση συνεχίζονταν ώσπου έπιαναν τα πρώτα κρύα.

 

Έφυγε τρέχοντας στα 18. Μπάρκαρε λαχταρώντας να φτάσει σε έναν κόσμο που δεν τον ήξερε κανείς. Και να γυρίσει τρανός και χορτασμένος να τα πει και να τον κοιτούν εκείνοι με μάτια ορθάνοιχτα που γυάλιζαν. Τρανός και χορτασμένος. Ο παράδεισος τον περίμενε για να ζήσει αδίστακτα τις πιο τρελές φαντασιώσεις του…

 

Δεν τον βρήκε ποτέ. Βρήκε ανούσιες διασκεδάσεις. Βρήκε ανούσιες επαφές. Βρήκε ανούσια ανθρώπινα κατασκευάσματα. Βρήκε μουχλιασμένες ψυχές. Και κάπου εκεί βρήκε ανέλπιστα τον εαυτό του. Ένας ήσυχος, μετρημένος εαυτός που αγαπούσε τη μουσική και τη γνώση. Γύριζε τον κόσμο, μα τα βιβλία έγιναν το μεγάλο του ταξίδι και… ποιος να το φανταζόταν… μια ήσυχη, οικογενειακή ζωή στο χωριό του… η πιο ποθητή του φαντασίωση. Τα πιο εξωτικά μέρη του θύμιζαν μόνο πόσο λαχταρούσε να μετράει τις Αιγαιοπελαγίτικες ανάσες του στη δική του ακρούλα της Πελοποννήσου. Από πείσμα πέρασε άλλη μια ζωή στη θάλασσα. Από πείσμα κι από φόβο ότι δεν ήξερε τίποτα άλλο να κάνει.

 

Στα 36 του δεν άντεξε άλλο. Οικονομίες είχε αρκετές. Τα μάζεψε κι έφυγε για να γυρίσει στο χωριό του. Δεν πίστευαν στα μάτια τους οι γονείς του όταν τον είδαν. Τα τελευταία χρόνια ο γιός τους ήταν ένα λιτό γράμμα με επιταγή μια φορά το μήνα – όχι ότι είχαν ανάγκη από χρήματα, μα έστελνε – κι ένα σύντομο τηλεφώνημα – λίγες λέξεις και φορτισμένες σιωπές – κάθε Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και στις ονομαστικές τους γιορτές. Όταν τον είδαν χαράματα έξω από την πόρτα να καπνίζει κοιτάζοντας τον ορίζοντα, νόμιζαν ότι έχασαν τα λογικά τους.

 

Αγόρασε ένα αγροτικό. Έμαθε να καλλιεργεί τα αμπέλια του πατέρα του και τις ελιές. Πόσο αγαπούσε κάθε πέτρα, κάθε χορταράκι, κάθε ζουζούνι στον τόπο αυτό. Μία φορά την εβδομάδα πήγαινε στη γειτονική πόλη για προμήθειες και βιβλία. Κάποια φορά συνάντησε τον Κώστα τον Γιαννακάκο. Είχαν βρεθεί στο ίδιο πλοίο για κανά χρόνο. O Λεωνίδας δεν ήθελε πολλά-πολλά με κανέναν μα κάτι στην κοψιά της αδερφής του Κώστα που στεκόταν πλάι του τον έκανε να χάσει το μέτρημα στην ανάσα του. Μια λυγερόκορμη, ψηλή Σπαρτιάτισσα με Αιγαιοπελαγίτικα μάτια. Λακωνική και ανεκτίμητη. Με πλήρη άγνοια του πόσο ξεχωριστή είναι, όπως όλοι οι ανεκτίμητοι άνθρωποι. Η δεκαετία του ’80 θα αργούσε να φτάσει εκεί κάτω. Κι έτσι ο Λεωνίδας, που του ταίριαζε και στ’ όνομα μία Σπαρτιάτισσα, ζήτησε την Αμαλία και την πήρε. Λίγο αργότερα ήρθε στη ζωή και μία κόρη. Ένα αγγελούδι με Αιγαιοπελαγίτικα μάτια και σκούρα μαλλιά που άλλαξε τον κόσμο. Χάθηκαν τα τείχη από σκληρά πρόσωπα. Μαλάκωσαν τα μάτια που τρυπούσαν και κατέγραφαν τα πάντα. Σιώπησαν οι ψίθυροι και τα πνιχτά γέλια πίσω από κλειστές πόρτες. Σε αυτό το πλάσμα επέλεξε ο Λεωνίδας να δώσει το μοναδικό ενθύμιο της πρότερης ζωής του : την έβγαλε Ελένη – Ντάρμα. Ελένη, από τη μάνα του και Ντάρμα, από έναν άγγελο που είχε δει χρόνια πριν στην Τζακάρτα. Μια χριστιανή από το Poso που βρέθηκε στην Τζακάρτα για να γίνει δασκάλα. Τα λαμπερά καστανά μάτια της τον είχαν κάνει να χάσει το μέτρημα στην ανάσα του για πρώτη φορά. Μια ομορφιά τόσο αλλιώτικα οικεία. Τόσο καθαρή και αέρινη, που δεν τολμούσε να σκεφτεί να την αγγίξει. Το θυμόταν τo όνομα της, που σήμαινε καθήκον ή καλή πράξη. Τα μάτια της τον στοίχειωναν για χρόνια. Τα ξόρκισαν τα μάτια της κόρης του. Τι πιο ταιριαστό για έναν άγγελο που είχε ήδη αλλάξει τον κόσμο.

 

 

* Διαβάστε εδώ το πρώτο μέρος

 

Χριστίνα Μπουγά

SHARE
RELATED POSTS
Η ιστορία της Στεφανίας (συνέχεια), της Τζίνας Δαβιλά
Μοντέρνοι καιροί, του Αλέξανδρου Μπέμπη
Διός πεσούσης(*)…, του Αλέξανδρου Μπέμπη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.