Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Αύρα (μέρος γ’), της Χριστίνας Μπουγά

Spread the love

 

Το Λιτσάκι στεκόταν ακίνητη ακόμα με το βλέμμα βυθισμένο στο απέραντο τίποτα του ορίζοντα. Παράξενο που είναι το μυαλό του ανθρώπου. Τόσες μέρες το σκεφτόταν. Χθες με τη στενοχώρια με τα μαλλιά της το ξέχασε εντελώς. Μερικές φορές ένας αντιπερισπασμός είναι ακριβώς ότι χρειάζεται πριν από μία μεγάλη απόφαση. Το Λιτσάκι αποφάσισε εκείνο το πρωί, στο πολύβουο λιμάνι, να ξαναγεννηθεί από τη μήτρα της θαλασσινής αύρας σε μία άλλη ζωή. Ήσυχα, αθόρυβα.

 

Το γράμμα είχε φτάσει στο σπίτι της πριν δέκα ημέρες ακριβώς. Ήταν από ένα γραφείο ιδιωτικών ερευνών στο κέντρο του Πειραιά. Της ζητούσαν να επικοινωνήσει μαζί τους για ένα πολύ σοβαρό οικογενειακό της θέμα. Το μυαλό της πήγε στον πατέρα της. Τον πατέρα της, τον ναυτικό, που δεν είχε δει ποτέ. Η μητέρα της η Χρυσούλα, ήταν δεκαεπτά χρονών όταν τον γνώρισε. Είχαν μία σύντομη σχέση στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η Χρυσούλα ονειρευόταν γάμους και πανηγύρια και βιάστηκε να γκαστρωθεί για να δέσει τον γάϊδαρό της. Μόνο που ήταν… παντρεμένος. Της το είπε όταν του ανακοίνωσε ότι ήταν έγκυος. Κι όπως έχει συμβεί αμέτρητες φορές ως τώρα σε παρόμοιες ιστορίες, εκείνος εξαφανίστηκε. Η μάνα της Χρυσούλας, η Ευαγγελία, είχε γεννηθεί στον Πειραιά το ’30 από γονείς πρόσφυγες που έφτασαν εκεί από τη Σμύρνη. Μπορεί να γλύτωσε από την κατοχή και τον εμφύλιο αλλά ακόμα πάλευε να βγάλει την ταμπέλα της Τουρκάλας από πάνω της. Μόνο αυτός ο νέος διασυρμός της έλειπε. Να το ρίξει η κόρη της, ούτε λόγος. Μεγάλη αμαρτία. Όλα κι όλα.

 

Πήρε τη Χρυσούλα άρον-άρον και την άδειασε στη νιόπαντρη τότε μεγαλύτερη αδερφή της, τη Νεκταρία που είχε εγκατασταθεί με τον άντρα της στη Σαλαμίνα. Είπαν ότι τάχα είχε αδύνατη κράση και αναιμία και επέμενε η Νεκταρία να πάει να μείνει μαζί της στο νησί που θα της έκανε καλό. Για καλή τους τύχη έμεινε έγκυος κι η Νεκταρία μα είχαν δύο-τρεις μήνες διαφορά. Μάνα και κόρες επιστράτευσαν όλη τους της δημιουργικότητα για να μην φαίνεται η εγκυμοσύνη της Χρυσούλας ενώ διατυμπάνιζαν με καμάρι την ευλογία της κοιλιάς της Νεκταρίας. Γύρω στον έκτο μήνα που η κοιλιά της Χρυσούλας δεν κρυβόταν πια, διέδωσαν πως η υγεία της χειροτέρεψε κι είχε ανάγκη από απόλυτη ησυχία κι απομόνωση. Τρεις μήνες θαμμένη ζωντανή σε ένα δωμάτιο. Δεν της έλειπαν οι περιποιήσεις μα πνιγόταν. Από την κλεισούρα κι από τη στενοχώρια. Ευτυχώς ο συγχωρεμένος ο Βασιλάκης, ο άντρας της Νεκταρίας, μπακάλης στο επάγγελμα, ήταν καλό ανθρωπάκι και βολικό και δεν τους έφερνε καμία αντίρηση. Ίσα-ίσα έκανε ότι μπορούσε για να βοηθήσει. Έβαλε και τηλέφωνο στο σπίτι. Της πήρε κι ένα όμορφο μεγάλο ραδιόφωνο. Το καταφύγιο της. Αυτό το κουτί την έσωσε από την τρέλα. Κουβαλούσε κάθε μέρα και του πουλιού το γάλα απ’ το μπακάλικο ο Βασιλάκης κι ολόφρεσκα ψάρια από τις βάρκες όταν έβρισκε. Πήγαινε κάθε μέρα στη στάνη του Τσέρκου για φρέσκο γάλα. Κατέβηκε και στον Πειραιά και βρήκε έναν γιατρό. Τον άγγιξε τόσο η ανθρωπιά και η αγάπη αυτού του ανθρώπου για την Νεκταρία και την άτυχη Χρυσούλα, που δέχτηκε συγκινημένος να πάει ο ίδιος στο νησί να τις δει. Τις εξέτασε πρώτη φορά όταν η Νεκταρία ήταν πεντέμιση μηνών περίπου κι η Χρυσούλα οκτώ. Ευτυχώς όλα φαίνονταν καλά.

 

Ο γιατρός έφτασε δύο ώρες μετά το τηλεφώνημα. Η Χρυσούλα δάγκωνε με λύσσα το διπλωμένο πανί στο στόμα της μα οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι και τα ξεφωνητά ανεξέλεγκτα. Έβαλαν το ραδιόφωνο να παίζει δυνατά. Κλασική μουσική είχε εκείνη την ώρα. Οι μεγάλες ωδύνες της τελικής ευθείας κόντρα στην εκκωφαντική κορύφωση της Ωδής της Χαράς. Μέχρι που πέθανε η Χρυσούλα, σαν ακουγόταν κλασική μουσική οι μύες της συσπώνταν, την έκοβε κρύος ιδρώτας κι έτρεμε. Το Λιτσάκι βγήκε γρήγορα, χωρίς προβλήματα. Ήσυχα, αθόρυβα. Ακόμα και το ραδιόφωνο σώπασε μόλις ήρθε. Μα έπρεπε να την κρύψουν. Κι έτσι το μωρό, πέρασε δύο μήνες περίπου στο κλειστό δωμάτιο, ήσυχα, με το ραδιόφωνο να σκεπάζει τους λιγοστούς ήχους της ύπαρξης του. Και μόλο που στερήθηκε τα φιλιά του ήλιου και τα χάδια του αέρα, το έθρεψε η μουσική και η αγάπη του Βασιλάκη που έλιωνε σαν την έβλεπε και κουβαλούσε και με τα δυό του τα χέρια για να μην λείψει τίποτα στη λεχώνα και στο μωρό.

 

* Το έργο είναι του  Ρενέ Μαγκρίτ.

 

Χριστίνα Μπουγά  

 

SHARE
RELATED POSTS
Θεματικές δυσκολίες…, του Νότη Μαυρουδή
Ο Χάρος και η πλώρη, του Χάρου Χάρου
Μέρκελ:«Δεν αντέχουμε άλλη νίκη», του ανταποκριτή Kostis McRees

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.