Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Αύρα (μέρος δ’), της Χριστίνας Μπουγά

Spread the love

 

Κι ύστερα ήρθε η σειρά της Νεκταρίας. Απαίτησε να πάει σε ιδιωτική κλινική για να γεννήσει. Δεν πρόλαβε. Οι πόνοι ήρθαν δύο εβδομάδες πριν την προγραμματισμένη αναχώρηση της. Πάλι γεννητούρια στο σπίτι. Μόνο που αυτή τη φορά δεν χρειαζόταν να μείνουν κρυφά. Δυσκολεύτηκε να βγει το μωρό. Ερχόταν ανάποδα. Η Νεκταρία για μιάμιση μέρα πονούσε φρικτά, νόμιζε πως θα κοπεί στα δύο. Τη δεύτερη μέρα, εξαντλημένη πήρε απόφαση ότι θα πεθάνει με το μωρό σφηνωμένο μέσα της. Και τότε αποφάσισε να βγει η Στέλλα, ταλαιπωρημένη και παραπονεμένη. Φώναζε κι έκλαιγε με όλη της τη δύναμη τα παράπονα της.

 

Με τον ερχομό της Στέλλας άλλαξαν τα πράγματα στο σπίτι. Δεν χρειαζόταν πια να κρύβει κάτω-κάτω στις κούτες τα πράγματα του μωρού στο μπακάλικο ο Βασιλάκης, ούτε οι γυναίκες στο σπίτι να απλώνουν τα ρουχαλάκια και τα πανιά του μωρού με άκρα μυστικότητα τη νύχτα και να τα μαζεύουν αξημέρωτα μην τυχόν και τα δει κανά μάτι περαστικού. Την αγάπησε ο Βασιλάκης τη μικρή που πήρε το όνομα της μάνας του, μα το άλλο, το ήσυχο το πλασματάκι του είχε κλέψει την καρδιά. Και το Στελλάκι λες και το ‘ξέρε, κι όλο πύκνωνε το παράπονο. Αν πεις δε για την Νεκταρία, τρωγόταν το μέσα της και ήταν όλο γκρίνια κι όλο απαιτήσεις από τον Βασιλάκη αλλά και την μάνα της την Ευαγγελία.

 

Κι είχε κι αυτή τα δίκια της. Δεν της έφταναν οι ενοχές που κουβαλούσε από το τραύμα της ανατροπής που φέρνει πάντα στο πρωτότοκο παιδί το αδερφάκι του, είχε φορτωθεί και το δυσβάσταχτο ρόλο του κηδεμόνα της μικρότερης αδερφής της. Ο πατέρας τους, ο Γιώργος Ξενίδης, Ποντιακής καταγωγής, χάθηκε νωρίς. Ερωτεύτηκε την Ευαγγελία από την πρώτη στιγμή που την είδε στο δρόμο, λίγο μετά τον πόλεμο. Ρώτησε κι έμαθε. Ευαγγελία Κεζελή. Οι γονείς της ήταν πρόσφυγες από τη Σμύρνη. Είχαν χαθεί στον πόλεμο. Ζούσε τότε μόνη της σε ένα δωματιάκι στον Πειραιά και τον τελευταίο χρόνο δούλευε μοδίστρα σε ένα ημιυπόγειο μαγαζάκι στη Σωκράτους. Ήταν ξεχωριστή. Διαφορετική. Μπορεί να μην είχε κανέναν και τίποτα μα περπατούσε περήφανα σαν να της άνηκε ο κόσμος. Καλοφτιαγμένο θηλυκό. Ψηλή, ξανθή, με τσαγανό. Ετών δεκαέξι. Φαινόταν μεγαλύτερη. Δεν άφηνε κανέναν να την πλησιάσει. Δεν φοβόταν. Δεν είχε ανάγκη κανέναν. Γοητεύτηκε ο Γιώργης. Ράφτης κι αυτός, παιδί προσφύγων από τον Πόντο. Ο πόλεμος είχε κάνει τους ανθρώπους πιο γενναίους, πιο αποφασιστικούς τότε. Την διεκδίκησε. Την κέρδισε. Κι αυτή τον αγάπησε με όλη την αγάπη που είχε στερηθεί σε αυτόν τον αφιλόξενο τόπο και με όλη την αγάπη που δεν πρόλαβε να δώσει στους αδικοχαμένους γονείς της. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πόση τρυφερότητα και πόση ζεστασιά μπορεί να κρυβόταν κάτω από αυτήν την απρόσιτη, ανεξάρτητη κόρη της Σμυρνιάς. Μετά ήρθαν και τα κορίτσια. Ο Γιώργης είχε ένα ραφτάδικο όπου δούλευε νυχθημερόν για να ορθοποδήσει μετά τον πόλεμο και την ασχήμια του εμφυλίου. Και τα κατάφερνε καλά. Το όνομα του έγινε γνωστό σε όλο τον Πειραιά και την Αθήνα, ενώ δεν ήταν λίγοι οι ευκατάστατοι επαρχιώτες που λογάριαζαν πως θα βρουν ευκαιρία να κατέβουν στην πρωτεύουσα μόνο και μόνο για να γυρίσουν με το καινούργιο τους πουκάμισο από τον Ξενίδη. Έπιασε μεγαλύτερο κατάστημα, το επίπλωσε, πήρε υπαλλήλους κι εσωτερική υπηρέτρια στο σπίτι, και νταντά και μαγείρισσα. Καμάρωνε η Ευαγγελία και φρόντιζε οι κόρες της να μεγαλώνουν με ανέσεις ζηλευτές για την εποχή, με αγγλικά, γαλλικά, πιάνο και ύφος υπεροχής. Σαν τις κοιτούσαν καλά-καλά στο δρόμο χαμογελούσε μέσα της το πληγωμένο κοριτσάκι και ξέφευγε από τη μοναξιά, τη φρίκη του πολέμου και τον αέρα που σφύριζε «Τουρκάλα» πίσω της, πλάι της, (μα ποτέ μπροστά της), από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Πήγαινε και στο ραφτάδικο, στο «ατελιέ» όπως έλεγε, όλο και πιο συχνά κι όταν η δουλειά ήταν πολλή δούλευε κι εκείνη. Της άρεσε να είναι κοντά στο Γιώργη της και να βλέπει τα επιδέξια χέρια του να μετατρέπουν το πανί σε ένα καλοφτιαγμένο ρούχο. Και μπορεί να μεγαλοπιανόταν ντυμένη τον αέρα της νεόπλουτης και φορτωμένη στο χρυσαφικό, μα ούτε τεμπέλα ήταν, ούτε χαζή σαν τις γυναικούλες της γειτονιάς που την κορόϊδευαν. Μάθαινε γρήγορα και σύντομα εκτός από τη βελόνα έπαιζε και το εμπόριο στα δάχτυλα. Δυστυχώς η καρδιά του Γιώργη είχε δικά της πλάνα κι έτσι τον πρόδωσε άκαρδα στα σαράντα έξι του χρονια. Έμεινε ο καϋμένος με ένα λευκό πουκάμισο στην ποδιά του πριν προλάβει να πει το παραμικρό. Πάει ο όμορφος κόσμος της Ευαγγελίας. Απαρηγόρητο το μικρό κοριτσάκι με τα θλιμμένα μάτια μέσα της. Κλείστηκε στο δωμάτιο και δεν ήθελε να δει κανέναν. Μάταια έκλαιγαν τα κοριτσάκια της έξω από την πόρτα και την παρακαλούσαν να βγει. Μία εβδομάδα μετά, όμως, ξύπνησε το πείσμα της και το αίμα της το προσφυγικό. Πετάχτηκε όρθια ένα πρωινό σαν να την χτύπησε ρεύμα. Κοιτάξε το χλωμό της πρόσωπο στον καθρέφτη κάνοντας απολογισμό. Μελέτησε τους μαύρους κύκλους και τα πρησμένα κατακόκκινα μάτια, τα στεγνά, σκασμένα χείλη. Πήρε μία βαθιά ανάσα, ντύθηκε, στολίστηκε και πήγε να αναλάβει την επιχείρηση Ξενίδη. Και το έκανε. Δουλεύοντας για δύο. Χωρίς κουβέντα. Η Νεκταρία που τότε ήταν γύρω στα δεκατρία πήρε τη θέση του δεύτερου γονιού στο σπίτι. Χωρίς κουβέντα. Η Χρυσούλα που ήταν η μικρή κόρη γύρω στα δέκα… έμεινε η μικρή κόρη γύρω στα δέκα. Η Νεκταρία σταμάτησε το σχολείο. Έγινε η κυρία του σπιτιού. Φρόντιζε και νουθετούσε τη μικρή. Με την Ευαγγελία έγιναν Ομηρικοί καβγάδες για το θέμα του σχολείου. Δική της κόρη δεν θα βρεθεί κανείς να την πει αμόρφωτη. Στο τέλος από τον κόσμο που μπαινόβγαινε στο «ατελιέ» βρήκε μία γεροντοκόρη συνταξιούχο δασκάλα που τα έφερνε δύσκολα βόλτα και δέχτηκε με μεγάλη χαρά να κάνει μαθήματα στη Νεκταρία στο σπίτι. Για τα επόμενα τρία χρόνια η κυρία Ευτέρπη αγωνίστηκε να κάμψει τις αντιστάσεις της Νεκταρίας στη γνώση. Ακαδημαϊκό ή επιστήμονα μπορεί να μην κατάφερε να την κάνει, αλλά τα βασικά κατάφερε να ανοίξει το κεφάλι της και να τα βάλει μέσα. Δύσκολη η Νεκταρία. Από τις χαρές της εφηβικής ηλικίας δεν χάρηκε τίποτα. Μικρομέγαλη και συντηρητική μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Ένοιωθε υπεύθυνη για τη σωστή και κυρίως ηθική ανατροφή της αδερφής της, που όσο μεγάλωνε της φαινόταν όλο και πιο φαντασμένη και κακομαθημένη. Στην πραγματικότητα η Χρυσούλα ήταν θυμωμένη. Κι αδικημένη. Μέσα σε μια στιγμή έχασε πατέρα, μάνα κι αδερφή. Δεν άντεχε την τυρρανική κηδεμονία της Νεκταρίας. Ήθελε πίσω την αδερφή της. Γιατί την αγαπούσε. Και τις έλειπε. Κι όσο δεν έπαιρνε αυτό που ήθελε τόσο πιο πολύ αντιδρούσε για να την πονέσει και νά’χουν παρέα οι πληγές της.

 

Ο Βασίλης Αμπατζής βρέθηκε στου Ξενίδη για να ράψει κοστούμι για το γάμο ενός φίλου του από το στρατό, που του ζήτησε να γίνει κουμπάρος. Η Ευαγγελία τον ανέλαβε προσωπικά, τον ξεψάχνισε κι έμαθε για τη δουλειά του, ορφανός κι αυτός, είχε ένα μπακάλικο στη Σαλαμίνα και ένα πολύ ωραίο σπίτι από τους γονείς του με κήπο, κτήματα και κάποια ζώα που νοίκιαζε σε ντόπιους. Καλό παιδί κι ευαίσθητο. Γαλαντόμος, έξυπνος μα και αθώος. Γι΄ αυτό και όλοι τον φώναζαν Βασιλάκη παρότι είχε περάσει τα τριάντα. Ήταν εμφανές ότι είχε ανάγκη από οικογενειακή θαλπωρή και θα πλήρωνε όσο-όσο γι’αυτό. Ό,τι πρέπει για τη Νεκταρία, που σε λίγα χρόνια, με τα μυαλά που είχε, στο ράφι θα της έμενε σίγουρα. Την έβαλε να της φέρει κάτι από το σπίτι μία – δύο φορές όταν είχε πρόβα ο μελαχρινός νεαρός με τα ζεστά, καλόκαρδα μάτια και όταν βεβαιώθηκε ότι την καλοκοίταζε την κόρη της, – μπορεί να φερόταν σαν ξινή γεροντοκόρη μα ήταν όμορφη και όταν ήθελε ακόμα και γοητευτική – του μίλησε. Κι έτσι ο Βασίλης Αμπατζής, μπήκε εργένης και μόνος στο ατελιέ κι έφυγε αρραβωνιασμένος με οικογένεια. Ανέλαβε πρόθυμα το ρόλο του δεύτερου γονιού για τις δύο αδερφές. Χωρίς κουβέντα. Κι έτσι στα εικοσιένα της η Νεκταρία έγινε πάλι παιδί. Μέχρι που η μικρή έκανε πάλι του κεφαλιού της. Και στα εικοσι δύο της έγινε πάλι κηδεμόνας της Χρυσούλας που είχε και παιδί τώρα για να αποσπά την προσοχή όλων από εκείνη και τη Στελλίτσα της.

 

 

Χριστίνα Μπουγά

SHARE
RELATED POSTS
Γιατί με έλεγε Αρούρη;, του Κωστή Α. Μακρή
Παρταολαϊός (Partaolavirus), του Κωστή Α.Μακρή
Γιατρέ, τι έχω;, του Νίκου Βασιλειάδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.