Αναγνώστες

Αγάπης Ψείρες, της Χριστίνας Μπουγά

Spread the love

 

 

Δύσκολο πρωινό. Αδύνατο να πείσω τον εαυτό μου να ξυπνήσει. Με κλειστά τα μάτια φτιάχνω ένα ζεστό φλιτζάνι με ότι βρήκα μπροστά μου. Ενεργοποίηση τυφλού συστήματος εντοπισμού της στοματικής κοιλότητας. Στόχος. Γενναία γουλιά. Μεγάλο κάψιμο.

Τουλάχιστον ξύπνησα.

Με την επιδεξιότητα μεθυσμένου ελέφαντα που προσπαθεί να χορέψει τη λίμνη των Κύκνων ενώ πλέει ανάποδα σε εγκαταλελειμμένο διαστημικό σταθμό ετοιμάζομαι και φεύγω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Ξεκινάω. Ποπ ! πετάγεται το κουμπί του παντελονιού μου. «Όχι … δεν γίνεται αυτό τώρα». Γυρίζω πίσω.

Αυτοσχεδιάζω.

Ουφ ! Πάλι καλά. Λίγα λεπτά αργότερα οδηγώ στο κέντρο μιας θαλασσινής λιακάδας ενώ προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω τις κρυφές βουλές του σύμπαντος που σαν να τα έβαλε μαζί μου σήμερα το πρωί. Λίγο πριν φτάσω στο γραφείο, μία καραμπόλα 3 αυτοκινήτων ακριβώς μπροστά μου. Τη γλίτωσα από καθαρή τύχη, όταν μία στιγμή πριν, αλλάζοντας λωρίδα, επέλεξα – άγνωστο γιατί – να μειώσω ταχύτητα και να μπω πίσω από το αυτοκίνητο που δημιούργησε το ατύχημα. Εντάξει σύμπαν, λάθος συμπέρασμα, my bad.

 

Φτάνω στο γραφείο μουδιασμένη και κάπως αποσυντονισμένη. Γκρινιάζω λίγο. Δουλειά.

Μεσημέρι. Ποπ ! … όχι πάλι…

 

Την επόμενη το πρωί κοιτάζω το τραυματισμένο μου καινούργιο παντελόνι. Χρειάζομαι νέο κουμπί. Πηγαίνω στον πίσω δρόμο όπου υπάρχει ένα ημι-υπόγειο με είδη ραπτικής και διάφορα αξεσουάρ. Έχει κάτι από τα μαγαζιά της δεκαετίας του 60. Μυρίζει σαν το μαγαζί του κυρ Γιώργου που πηγαίναμε για κλωστές και εργόχειρα με τη γιαγιά μου όταν ήμουν μικρή, απ’ όπου γύριζα κάθε φορά με καινούργιο σετ κουζινικών.

Μπαίνω και χάνομαι στο σκηνικό Ελληνικής ταινίας. Ένας τοίχος γεμάτος από κουτιά με κουμπιά. Μπροστά μου ο γυάλινος πάγκος με τα ρέλια, τα αξεσουάρ,τις φιλέ κάλτσες, και… τι είναι αυτό; Σκουλαρίκια για τη μύτη; Δεν ήξερα ότι τα είχανε και τότε… για φαντάσου… α, ναι.

Ενώ ο κύριος ψάχνει για το σωστό μέγεθος μεταλλικού κουμπιού που θα καλύψει την καταναλωτική μου ανάγκη χαζεύω τα διάφανα κουτιά με την πολύχρωμη πραμάτεια πάνω στον πάγκο. Κοκαλάκια, τρέσες, λουλούδια, χάντρες, στρασάκια, και… τι είναι αυτό ;… «ψείρες» ; … η δίνη του χωροχρόνου ξανανοίγει … 

 

… αρχές του αιώνα… σε ένα παλιό, ψηλοτάβανο στούντιο πάνω από ξένη πόλη φτάνει ένα πακέτο με καφέ χαρτί και το γραφικό χαρακτήρα της μανούλας μου επάνω. Τόση δύναμη κρυμμένη σε ένα μουντό χαρτί με μπλε γράμματα. Θα μπορούσε να τινάξει συθέμελα όλη την πόλη, όλη την ήπειρο αν ήθελε. Το περιμένω μέρες. Έχω ξεμείνει από ένα φαρμακευτικό σκεύασμα που χρειάζομαι και σε αυτή τη χώρα δεν μου το δίνουν χωρίς συνταγή.

Ανοίγω το πακέτο και βλέπω το σκεύασμα και υπέροχους φρέσκους εργολάβους από τον κύριο Νίκο, τον ζαχαροπλάστη της γειτονιάς που με ήξερε όλη μου τη ζωή. «Για το παιδί», θα του είπε και εκείνος θα της έφερε τους σημερινούς από το εργαστήριο συνωμοτικά. Κι εκεί δίπλα στριμωγμένο, ένα μικρό πλαστικό σακουλάκι με «ψείρες». Μικρά, μικρότερα και μικροσκοπικά κλαμμεράκια, καλόγουστα και τακτοποιημένα προσεκτικά, στρατιωτάκια με αποστολή να συγκρατήσουν τις σκούρες μακριές μπούκλες μου όταν διαβάζω ή μαγειρεύω στη μικροσκοπική κουζίνα, που η Κωνσταντίνα από την Πάτρα λέει ότι μυρίζει σαν τη κουζίνα της μαμάς.

 

Ένα μικρό πακέτο γεμάτο με την έννοια για το παιδί που είναι μακριά. Ένα παιδί που μόνο παιδί δεν το έλεγες αφού πλησίαζε τότε τα 30. Για αυτό το παιδί έκανε ολόκληρη πατέντα να περάσει στο αεροπλάνο το μπουκάλι με το ελαιόλαδο από τον κήπο της, για να μην του λείψει. Για το παιδί που υποστήριζε όταν της είπε ότι σκέφτεται να μείνει εκεί, μακριά της, ενώ η φίλη της μαρτύρησε ότι υπέφερε και δεν κοιμόταν και ανησυχούσε και της έλεγε με παράπονο πως ανησυχεί πώς να τα περνάει κι αν τα καταφέρνει μόνο του. Το ίδιο παιδί που όταν γύριζαν μαζί στο αεροπλάνο και με δυσκολία κρατούσε το λυγμό του, έκανε την καρδιά της πέτρα και του είπε να πάρει την επόμενη πτήση να ξαναφύγει αν είναι να είναι δυστυχισμένο. Ένα παιδί που μετά από 4 δεκαετίες ζωής, το βλέπει ακόμα σαν το μικρό κοριτσάκι με τις μπούκλες που ρώταγε για τα περίεργα ξεραμένα πραγματάκια στο δρόμο δίπλα στο ρέμα κι όταν μάθαινε ότι ήταν απομεινάρια από βατραχάκια που τα έλιωσαν τα αυτοκίνητα έλεγε πονεμένα «τα κα΄μένα τα βλαταχάκια»…

 

Πόση αγάπη χωράει τελικά σε ένα μικρό πλαστικό σακουλάκι με «ψείρες» ;

ΟΛΗ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.

 

* Η Χριστίνα Μπουγά συμμετέχει στον διαγωνισμό της Πόρτας για την Γιορτή της Μητέρας


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Μάριος Βερέττας: Επίκουρος και Τριακοστή Όγδοη Δόξα
Μοναξιά, της Άννας Τσεκούρα
Η ελευθερία της Μαϊμούς, της Μαρίας Σκαμπαρδώνη
2 Σχόλια
  • Δημήτρης Μποσκαΐνος
    21 Μαΐου 2014 at 10:01

    τόσο απλά δοσμένο κι όμως τόσο συγκινητικό. Γράφεις πολύ όμορφα αγαπητή Χριστίνα.

  • Chris
    12 Μαΐου 2014 at 11:47

    Βαθειά συγκινητικό, συγχαρητήρια!

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.