iporta.gr

Εκείνος και εκείνη, της Μαρίνας Μαρίας Βασιλείου

Είχε καιρό να νιώσει το άγγιγμά του, να ακούσει το γέλιο του, να αγγίξει έστω και μέσα σε μια τυχαιότητα κινήσεων την ζεστασιά από τα χέρια του. Ποτέ δεν μπόρεσε να ξεχάσει την πρώτη τους συνάντηση. Διαφορετικός από τους υπόλοιπους της ηλικίας του. Ψηλός με άτακτα μούσια να αγκαλιάζουν το πρόσωπό του. Τα πιο έντονα μάτια που είχε δει. 

Σκούρα μάτια με τόσες αμέτρητα έντονες βλεφαρίδες που νόμιζε ότι θα τη καταπιούν ολόκληρη. Σιωπηλός και ισχυρός. Χαμογελούσε τόσο παιδικά και αυθόρμητα. Και μετά τα χέρια του. Καλοσχηματισμένα, με μακριά δάχτυλα. Έπαιρνε όρκο ότι αγκάλιαζαν κιθάρες ή πινέλα. 

«Ποιος είναι αυτός;» 
«Ποιος; Εκείνος εκεί;». 

Και από τότε έγινε ο Εκείνος. Και έμαθαν να ζουν μαζί. 

Στην αρχή ήταν δύσκολο. Δεν μπορούσε ούτε λέξη να αρθρώσει δίπλα του. Και την πήρε από το χέρι και την ξεκλείδωσε. Μεγάλωσαν, σχεδόν μαζί και Εκείνος την συνόδευε σε ό,τι έκανε. Ερχόταν και έφευγε. Και την άφηνε πίσω μόνη και αδύναμη να αντιμετωπίσει τον κόσμο χωρίς Εκείνον. Στον πρώτο του έρωτα κλείστηκε στον εαυτό της. Πάντα τον στήριζε χωρίς ποτέ να του ζητήσει να ακουμπήσει πάνω του. Ζούσε και υπήρχε στα πιο μικρά πράγματα. Στο λουλούδι που της έδωσε κάποτε, στον σταθμό που έβαζε πάντα στο αυτοκίνητο, στα κομμάτια που της έπαιζε, στις τεράστιες βόλτες τους, στις στιγμές που έπαιζε με τα μαλλιά του για να τον ηρεμήσει, στις μεγάλες και σφιχτές αγκαλιές του. 

Ζούσε επανειλημμένα τις στιγμές που τον πλήγωσε και πληγωνόταν και εκείνη. Τις φορές που του μίλησε σκληρά άλλες που απομακρυνόταν και δεν καταλάβαινε το γιατί.

«Πες μου τι να κάνω». 
«Να σκεφτείς μόνος σου». 

Και ήθελε τόσο πολύ, έστω μια φορά να του πει: «Αγάπα με». 

Την μάγευε ακόμη και η δειλία του και όλο και τέντωνε τα χέρια της να τον φτάσει αλλά μάταια. Εκείνος της χαμογελούσε κοκαλωμένος. Την είχε ανάγκη όμως. Το ένιωθε στον τρόπο που την κοιτούσε, στον τρόπο που την αγκάλιαζε, που την παρακαλούσε να του δώσει το πάτημα –όντας δειλός- για να την επιλέξει, στις ατελείωτες ώρες που ήθελε να περνούν μαζί. Και εκείνες τις ώρες ένιωθε τόσο όμορφα. Έδειχνε με κάθε τρόπο και το σώμα του ακόμη ότι είναι το κέντρο του ενδιαφέροντός του. Την κρατούσε, την αγκάλιαζε, της ψιθύριζε. 

Πάντα Εκείνος και εκείνη. Όλοι οι γύρω ξεγραμμένοι. 

«Κόψτο! Θα ξανακυλήσεις και σου κάνει κακό.» 
«Δεν μπορώ».

Και μετά εκείνος έφευγε. Με εκείνο το χαμόγελο που τον είχε δει και την πρώτη φορά. Με όσους σχετίστηκε δεν ήταν παρά μια προσπάθεια να τον απαρνηθεί. Κανείς δεν άντεχε πολύ δίπλα της. Όλοι αντιλαμβάνονταν κάτι άρρωστο που κοιμόταν μέσα της για Εκείνον. Και περνούσαν οι εποχές, τα χρόνια και εκείνη συμφιλιώθηκε με την παρουσία – απουσία του. Τον συναντούσε στα όνειρά της. Μέσα σε ένα τέτοιο όνειρο άφησε και την τελευταία της πνοή. Ευτυχισμένη. Καθισμένη σε ένα παγκάκι, να χαζεύει την θάλασσα με Εκείνον. Συνήθως μιλούσε Εκείνος. Και τον άφηνε. Την γαλήνευε η φωνή του. Αναρωτιόταν γιατί πάντα ήταν τόσο χαρούμενη. Ποτέ δεν πρόλαβε να του πει ότι για Εκείνον ήταν χαρούμενη.



Μαρίνα – Μαρία Βασιλείου