iporta.gr

Φθινόπωρο αγγέλων

 

Υπάρχουν άνθρωποι με απλωμένες τις φτερούγες,
σύννεφα δρασκελάει ο ίσκιος τους και τα ποδοπατάνε κολλάν στα χέρια τους καρφιά κι ήχο σειρήνας έχουν κι όπου πετούν, ματώνει ο ουρανός και προσπερνάνε.

Υπάρχουν άνθρωποι με σιωπηλή βλαστήμια, με αμπαρωμένη στο κορμί ψυχής ορφάνια σαλεύουν πάνω σου κρυφά σαν πεινασμένα φίδια του κόρφου σου ζωή ρουφάν ζεστή και σε πετάνε.

Κοίτα! Το παγωμένο βλέμμα τους φωνάζει……Τρομοκράτες! Το τελευταίο γέλιο τους ανύπλυτη ελπίδα του πόνου και του τελευταίου τους γιατί, έρημοι κράχτες οι Τρομοκράτες! Των αθώων η θανάσιμη λεπίδα.

Μα υπάρχουν κι άγγελοι με διπλωμένες τις φτερούγες. Μαρμαρωμένοι βασιλιάδες σ’έναν κήπο από συντρίμμια.

Κεί που λιγόστεψε το φως και πνίγηκε ο αέρας πάνω σε χώμα που η κάψα του σωρός τσιγάρων μοιάζει και σκουπίδια.

Μέρες και ώρες και λεπτά και κύκλους κάνει
κοράκου στριφογύρισμα κορώνα στο κεφάλι, μια συντροφιά από θλιμμένα βλέμματα και στόμα που ρούφηξαν τον βρόγχο του θανάτου και την ζάλη.

Υπάρχουν άγγελοι με διπλωμένες τις φτερούγες. Του καθενός το κούρνιασμα, του άλλου το φώς σκιάζει. Σαν νικημένο στράτευμα σε πορφυρή κουβέρτα, σαν ίδρος των μαχών που λύγισε και δάκρυ στάζει.

Τι γρήγορα που σεργιανίζουν οι φιγούρες! Τα πυρωμένα μάγουλα παγώσαν και βραχήκαν! Σαν δρόμοι Φθινοπωρινοί κι από πατήμια σκονισμένοι ξεπλύναν πάνω τους τα πόδια τα γυμνά κι έτσι χαθήκαν.

Που είναι η χαρά, πού είναι η γιορτή, πού είναι ο ήλιος…. πού είναι οι στερνές στιγμές να με κοιτάξεις…. πού είναι η χρυσοκλωστή να ξεδιπλώσει να σε δέσω στο ξώπορτο της γης να μην ανοίξει και πετάξεις…

Εκεί που τα συρματοπλέγματα του Κάτω κόσμου σπάσαν σαν το γραμμόφωνο που σπά και χάνεται η φωνή του ποιος άγνωστος φρουρός πρόσταξε να περάσεις εκεί που σύνορα δεν όρισε ακόμη η ψυχή σου!

Κι ο ύπνος σου πιο άβατος πέρα από τους εφιάλτες, χωμένος σε καλύβες πλύνθινες και σε ουρές θλιμμένων, σε άνυδρους νερόμυλους και σε ξερά βλαστάρια, σε γή ατρύγητη και σε ποτάμια θολερά των σκοτωμένων.

Ποιος όρισε;Για σένα κόσμοι μακρινοί. Ποιος όρισε; Για τα δικά σου είχες να βιαστείς και να κοιτάξεις. Μια λάμπα που έσβησε ακριβώς σε ένα γιατί και που δεν πρόλαβες σπίθα απ’ το φως της να κρατήσεις για να ανάψεις.

Δεν έφτασαν τα γέλια των παιδιών πίσω για να σε φέρουν. Μήτε να ουρλιάξεις πρόφτασες πως οι κόσμοι σας διαφέρουν. Υπάρχουν άνθρωποι που ορίζουν την ψυχή σου να πετάξεις! Μα υπάρχουν κι άγγελοι. Αυτούς πώς να δικάσεις;

 
 
 

Η Ελένη Χατζηπέτρου είναι επίτιμο μέλος της ΔΕΕΛ καθώς και επίτιμο μέλος της Ακαδημίας της Φλωρεντίας. Ενδιαφέροντα: Ποιητικές συλλογές, πεζά κείμενα, λογοτεχνικά κείμενα, ζωγραφική.