iporta.gr

Αλτρουισμός και αλληλεγγύη, του Κωστή Α. Μακρή

 

 

 

Ας φυσάνε αλληλέγγυοι οι άνεμοι την αχιβάδα της αναδυόμενης Κύπριδας.

Ας φιλοδοξεί εκείνη, γεμάτη αλτρουισμό, να φυτέψει την παρορμητική αγάπη και τον πολυώνυμο έρωτα στις καρδιές των ανθρώπων, με τα τόσα ονόματα που έχει: Αφροδίτη, Ιστάρ, Αθώρ…

Ας μιλάνε δεκάδες διαφημίσεις για το πόσο καλό είναι να σε νοιάζονται, να αγαπάς και να σε αγαπάνε, να νοιάζεσαι για τους άλλους, να είσαι εκεί όταν και όποτε σε χρειάζονται. Κάτι σαν καλός θεός δηλαδή, σχεδόν πανταχού παρών, κάτι σαν τα ερτζιανά, που κι αν δεν τα ακούς ―επειδή δεν φρόντισες να έχεις μονίμως βυσματωμένο ένα ραδιοφωνάκι στην αυτάρα σου― δεν σημαίνει ότι δεν σε περιβάλλουν πανταχόθεν, όπως τα καινούργια ρούχα του Αυτοκράτορα. Άλλο που εκείνα ήταν αόρατα και μόνο ένα παιδάκι, που δεν κατάφερνε να τα δει, είπε ότι το μόνο που έβλεπε ήταν ένας ροδαλός κώλος να παρελαύνει, με το περήφανο κεφάλι του Αυτοκράτορα στην κορυφή.

Έτσι και η αγάπη, η ενσυναίσθηση, ο αλτρουισμός και η αλληλεγγύη. Που μας περιβάλλουν όπως ο μανδύας των μαγνητικών πεδίων την γη μας και μας καθοδηγούν, μέσω των ενδόμυχων πυξίδων μας, στις ανθρωπιστικές μας πορείες.

Εδώ, βέβαια, δεν μιλάμε για έρωτα. Μιλάμε για την άδολη αγάπη προς τον πλησίον, την ανυστερόβουλη, την αγνή και ανυπόκριτη. Αυτή που αποθεώνεται από κάθε διαφημιστή που σέβεται τον εαυτό του, που αγκαλιάζεται στοργικά από κάθε επιχείρηση που θέλει το καλό μας. Αγάπη εδώ, τρυφερότητα εκεί, νοιάξιμο παραπέρα, αλληλεγγύη και αλτρουισμός από όλους προς όλους.

Δώσε φυσικό χυμό στον κανακάρη μέσα στο γραφείο του, μέσα στην κουζίνα του, καθώς μέσα απ’ το ψυγείο ξεπροβάλλεις ―ίδια η Δόξα μονάχη, στων Ψαρών την ταλαίπωρη ράχη―, σ’ ένα αγλάισμα διαφημιστικής υπερπροσφοράς, όπου το μητρικό φίλτρο, η αγάπη και ο αλτρουισμός ξεχειλίζουν σαν κάτουρα από παραφορτωμένες πάπιες σε οχτάκλινο θάλαμο νοσοκομείου τον Αύγουστο.

Γέμισε τα καλάθια με τρόφιμα για τους άνεργους, τους άστεγους, τους αναξιοπαθούντες. Δείξε την αγάπη και την αλληλεγγύη σου εσύ. Γέμισέ τα από το υστέρημά σου, καθώς ποτέ εσύ δεν ονειρεύτηκες τον εαυτό σου καβάλα σε μια πεντάλιτρη σαμπάνια να ανεβαίνει στον κολοφώνα μιας εφήμερης δόξας και σαν Ρεμόρα (τη λένε και κολλησόψαρο) να απομυζάει τα περισσεύματα μιας παραγεμισμένης από μαύρο χρήμα τσέπης ενός καρχαρία.

Ας είναι πιο μοδάτα από ποτέ τα κοινωνικά έργα, οι κοινωνικές προσφορές και ο αλτρουισμός, που μπορεί να μη γεμίζουν ιδιοχείρως τα καλάθια της κοινωνικής αλληλεγγύης που λέγαμε αλλά κάνουν πλήθος από αξιότιμες κυρίες να στέκονται πιο στητά, πιο γερά και πιο καμαρωτά απ’ ό,τι αν φορούσαν κορσέ ενισχυμένο με τις μπανέλες από δέκα κρεουργημένες φάλαινες.

Εγώ όμως…κάτι πέτρωσε μέσα μου.

Φύσηξα, ξεφύσηξα σαν τους ανέμους του Μποτιτσέλι ή σαν λύκος στο αχυρόσπιτο του πρώτου γουρουνιού, του τεμπέλικου, κι έκανα πέρα αυτό τον αλτρουισμό και αυτή την αλληλεγγύη.

Αυτόν τον άθλιο και φιδοσερνάμενο αλτρουισμό, που χρόνια τώρα με πιλατεύει με προσταγές καραμελωμένες, τον εξόντωσα. Πάει καλλιά του, από παθητικό κάπνισμα. Γιατί φρόντιζα να ξεφυσάω και νικοτίνη και πίσσα στα μούτρα του, σαν καπνιστής που είμαι.

Και έτσι απολιθώθηκε η άκριτη φιλαλληλία μου. Σαν τη γυναίκα του Λωτ, που αφού ικανοποίησε την περιέργειά της σχετικά με την τιμωρία των Σοδόμων και των Γομόρων, μεταλλάχτηκε σε στήλη άλατος, ικανή να γεμίσει όλες τις αλατιέρες της Μυκόνου νήσου, για την οποία ―παρά τις απειλές των ΣΔΟΕϊτών― δεν αναμένεται ανάλογη τιμωρία.

Αλλά φτάνει πια με τις παρομοιώσεις. Άλλωστε, πολύ μικρή εικόνα μπορούν να δώσουν για την ηθική αναλγησία στην οποία σκοπεύω να βυθιστώ και να κολυμπήσω με άφατη αγαλλίαση και συνειδητή αδιαφορία, σαν δελφίνι ενάντια σε καρχαρίες και ρεμόρες.

Μόνο για τον κόσμο μου θα νοιάζομαι από δω και πέρα. Κι ας το πούνε βόλεμα κάποιοι. Ας με κατηγορήσουν μερικοί για επιλεκτική αλληλεγγύη.

Άλλωστε, τι κέρδισα τόσα χρόνια που ασχολιόμουνα με τους άλλους;

Να σας πω τι κέρδισα. Ό,τι είχε υποσχεθεί ο Τσώρτσιλ ―εκείνος ο μέγας αλτρουιστής!― στον λαό τού Ηνωμένου Βασιλείου. Μπλαντ, τόιλ, σουέτ εντ τίαρς, κέρδισα! Το όνομα ―κατά τα τρία τέταρτα― ενός ροκ συγκροτήματος.

Τότε βέβαια, ο σερ Ουίνστον είχε υποσχεθεί αίμα, μόχθο, ιδρώτα και δάκρυα στον μαχόμενο λαό του Ενωμένου Βασιλείου. Πού να προβλέψει ότι θα του έκλεβε το σύνθημα ένα συγκρότημα; Ή ότι θα μοίραζε πλουσιοπάροχα αυτή του την υπόσχεση και σε πολλούς άλλους λαούς, μεταξύ των οποίων και ο Ελληνικός… Κι ας είχε τελειώσει ο πόλεμος… Κι ας ήμασταν με τους νικητές.

Αλλά εγώ; Μάλιστα… Αυτά κέρδισα. Αίμα, μόχθο, ιδρώτα και δάκρυα.

Και κάτι ―ελάχιστα σε σχέση με άλλους― ψιλοκυνηγητά από όλες τις αρχές του τόπου, που κάθε φορά ορκίζονται να υπηρετούν τον λαό (εμένα δηλαδή;) και πίστη σε κάποιο από τα Συντάγματά μας. Ενίοτε και σε κάποιους γελοίους Συνταγματάρχες, αλλά αυτό ήταν μια παρένθεση… Άσχετα αν έκλεισε μέσα της τη μισή Κύπρο.

Όμως… Φτάνει πιά. Μέχρι εδώ ήτανε. Μέχρι σήμερα.

Μπήκαμε ολοταχώς στον Αύγουστο, τον σεβαστό.

Και ο πιο σεβαστός από σήμερα για μένα, ποιος θα είναι; Μαντέψτε…

Ναι, σωστά! Εγώ! Το μεγαλοπρεπές Εγώ μου και οι όμοιοί Μου!

Τελείωσε πλέον η υποταγή στους φριχτούς άλλους, τελείωσε η αλληλεγγύη προς ανθρώπους που τίποτα δεν μου πρόσφεραν και μου τα ζητούσαν όλα, τελείωσε και η συλλήβδην δοτικότητα προς μια ανθρωπότητα που όλο από μένα ζητάει να σώσω τα πάντα. Και μπορεί να είναι συμπαθέστατα τα πάντα, αλλά δεν μπορώ εγώ να παλεύω για να σωθούν τα πάντα όλα και οι άλλοι να τα κάνουνε γουναρικά, λαθραία καύσιμα, λαθραία προς εαυτόν δάνεια και πεντάλιτρες σαμπάνιες.

Αλλάζω ρότα. Θα κάνω αυτό που με βολεύει. Αυτά που μ’ αρέσουν και μόνο για πάρτη μου! Θα φέρομαι όπως γουστάρω και δεν θα δίνω δεκαράκι τσακιστό! Κι ας πάνε οι άλλοι “άλλοι” να κόψουν το σβέρκο τους.

Πήρα σοβαρές και τελεσίδικες αποφάσεις.

Θα φρενάρω για να περάσει η μαμά με το καρότσι ή ο κύριος με τις σακούλες από τα ψώνια, κι ας μην είμαι σε φανάρι. Κι ας κορνάρουν όσο θέλουν από πίσω μου οι “άλλοι”. Δεν θα ανταποδίδω τις βρισιές τους, αλλά θα τους μιλάω ευγενικά και υποκριτικά, από καθαρή κακία: «Τσ-τσ-τς! Τι παλιόλογα! Κυρία μου, αν μας είχαν συστήσει σ’ ένα πάρτι, θα μου μιλάγατε έτσι;» ή «Κύριε! Πώς μου μιλάτε έτσι; Δεν με γνωρίσατε; Δεν είμαστε φίλοι στο φέις-μπουκ;». Οι περισσότεροι και οι περισσότερες κωλώνουν με κάτι τέτοια…

Μπορεί και να τραγουδάω πιο δυνατά με την παρέα μου ή και μόνος στο αυτοκίνητο και να γελάω ακόμα πιο δυνατά. Όπως σε μια πρόσφατη βόλτα με τη μοναδική συντρόφισσά μου και την ―εξίσου μοναδική― τετραετή δεσποσύνη να μου λέει με θράσος: «Παππού, το τραγούδι δεν λέει “μια μπάμια ήταν μόνη σε μια θάλασσα μπαγκάζια”. Μια “βάρκα” λέει… και “γαλάζια”, όχι μπαγκάζια» .

Ξέρω ότι αυτού του είδους η ακραία εγωιστική συμπεριφορά, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στο κοινωνικό σύνολο.

Αλλά δεν με νοιάζει καθόλου!

Τι κατάλαβα που το έπαιζα σοβαρός; Να με παίρνουν κάποιοι ξινοί στα σοβαρά;

Δεν σκοπεύω, επίσης, να δείξω κανενός είδους ανοχή σε όποιον τολμήσει να υπερασπιστεί μπροστά μου την ανωτερότητα της φυλής του. Ακόμα κι αν ανήκουμε ―συμπτωματικά― στην ίδια. Θα δείχνω τον πραγματικά σατανικό χαρακτήρα μου απέναντι σε μερικούς φανατικούς αλληλέγγυους του είδους τους, που θέλουν να ταΐζουν και να ντύνουν τους Έλληνες πεινασμένους και να ψεκάζουν με Μπουχενβαλντίνη και Νταχαουξόλ όλους τους ξένους. Θα συνεχίσω να υπερασπίζομαι το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να αναζητά έναν ασφαλή τόπο για τον ίδιο και την οικογένειά του. Κι ας βρει τρόπο ο ΟΗΕ, η Ε.Ε., η χώρα και οι συμπατριώτες μου να τον βοηθήσουν.

Θα λέω ασυγκίνητος στο πρεζόνι: «Λεφτά δεν σου δίνω. Σάντουιτς θέλεις; Μια τυρόπιτα; Λίγο ψωμί και τυρί;» όταν θα με εκλιπαρεί σπαρακτικά: «Δώσε, ρε φιλάρα, κάνα φράγκο, πεινάω…» Ένα ακόμα δείγμα τής σκληρότητας που με έχει κυριεύσει, όπως ο διάολος τον Φάουστ κι ακόμα χειρότερα.

Στα καλάθια κοινωνικής αλληλεγγύης των σουπερμάρκετ, δεν θα ξαναβάλω μακαρόνια και ντοματοπελτέ. Θα βάζω ζάχαρη και αλεύρι και λαδάκι και τα άλλα υλικά που χρειάζονται για να φτιάξουν πολλές φανουρόπιτες που θα φανερώσουν τον αληθινό χαρακτήρα της αλληλεγγύης που δεν έχει να κάνει με χρήματα αλλά με τον τρόπο που μπορείς να χαμογελάς απέναντι στη μοίρα.

Στον φίλο που δημοσιοποιεί ένα γελοίο σεξιστικό, ρατσιστικό ή άλλου τύπου κατασκεύασμα, επειδή τον έκανε να γελάσει, θα του λέω με θάρρος: «Τι σε κάνει να νομίζεις ότι θα γελάσω κι εγώ με αυτό που μου έστειλες;», κι ας τον πικραίνω.

Στον δημόσιο υπάλληλο που μου φέρεται με τον αυταρχισμό ενός Αφρικάνερ απέναντι στον Γκάντι (πριν εκείνος φύγει για τις Ινδίες) θα θέτω το εξής απλό ερώτημα: «Ποιο ακριβώς σημείο της φράσης “από τους φόρους που πληρώνω πληρώνεστε για να με εξυπηρετείτε και να με προστατεύετε” δεν έχετε καταλάβει;».

Στον κάθε πολιτικό που μου λέει: «Η πατρίδα μας κινδυνεύει», θα κάνω μια απλή ερώτηση: «Αυτό το “μας” τι περιλαμβάνει; Γιατί αν θεωρείτε “πατρίδα μας”, μόνο τα δικά “σας”, ποιος ο λόγος να τα υπερασπιστώ με το αίμα, τον μόχθο, τον ιδρώτα και τα δάκρυά μου;»

Από κάθε πολιτικό που με καλεί να απομονώσω τους εχθρούς της πατρίδας μου, θα απαιτώ να μου ορίσει με ακρίβεια ποιος είναι ο εχθρός και ποια η πατρίδα μου.

Γιατί κάποια κομμάτια πατριωτών βλάπτουν την πατρίδα μου και κάποια κομμάτια εχθρών της, την ωφελούν. Και επειδή μου είναι δύσκολο να κρατήσω μόνο τα ωφέλιμα κομμάτια κάποιων ανθρώπων, χωρίς να τους τεμαχίσω, θα απαιτώ μεγαλύτερη σαφήνεια στους λόγους και στα προγράμματα των κομμάτων που μου υπόσχονται ένα καλύτερο μέλλον.

Κι ας θεωρηθώ αθεράπευτα εγωιστής με αυτές τις αντικοινωνικές θέσεις.

Σκοπεύω να κάνω κι άλλα τερατώδη και φρικιαστικά.

Θα μαζεύω επιδεικτικά το πλαστικό μπουκάλι από την παραλία και θα κυνηγάω αυτόν ή αυτήν που το αμόλησε φωνάζοντας: «Ξεχάσατε αυτό! Δικό σας είναι!».

Και δεν θα δίνω δεκάρα αν τους πληγώνω ή αν προκαλώ την οργή τους. Γιατί, το ομολογώ, δεν θα διστάζω να τους κάνω ρόμπα στα μάτια των παιδιών τους.

Το δήλωσα: αλτρουισμοί και ευγένειες προς όλους, τέρμα! Μέχρι εδώ ήταν.

Για να μην πώ ότι θα κουβαλάω ένα κουβαδάκι στις παραλίες και μαζί με τα δικά μου αποτσίγαρα θα μαζεύω ―ο αμετανόητος και άθλιος καπνιστής!― και τα αποτσίγαρα των άλλων, μπροστά στα μάτια τους. Χωρίς να προβληματίζομαι αν αυτό αποτελεί έμπρακτη προσβολή της προσωπικότητας και της ελευθερίας τους.

Θα ρωτάω με ασέβεια την κυρία με το σκυλάκι: «Θα τυλίξετε σε χαρτί τις σκατούλες του σκυλακίου σας από το πεζοδρόμιο ή θα τις φάτε εδώ;» Κι αν κάνει το λάθος να μου πει με θιγμένο ύφος: «Μα πώς μου μιλάτε έτσι;», καθόλου δεν θα αργώ να την ταπεινώσω λέγοντας: «Μα, σκατούλες χέζει το ζωντανό, κυρία μου! Αν ήτανε γαριδάκια, θα τα συσκευάζατε και θα τα μοιράζατε στα παιδάκια της γειτονιάς σας! Κι αν ήταν μόνο του, θα έχεζε στο χώμα κι όχι στο πεζοδρόμιο, εκεί που το σέρνετε σαν άθυρμα.» Κι αν με ρωτήσει τι σημαίνει άθυρμα, θα την προτρέπω με αναλγησία ν’ ανοίξει ένα λεξικό.

Θα βάζω νερό σε κουβαδάκι για τα αδέσποτα το καλοκαίρι, απτόητος από τις παρατηρήσεις των άλλων ότι μπορεί να φωλιάσουν κουνούπια τού Νείλου στο νεράκι που αφήνω. «Αν φοβάστε τα κουνούπια, να αλλάζετε το νερό πιο συχνά, κι όχι μόνο πρωί και βράδυ όπως εγώ» θα τους προκαλώ. Είπα: δεν με νοιάζουν αυτοί οι άλλοι.

Θα σκαρφαλώνω πάνω στο αυτοκίνητο που έχει παρκάρει σε διάβαση πεζών ή σε ράμπα για ΑΜΕΑ και θα χοροπηδάω πάνω του. Αφού θα έχω φροντίσει να λερώσω όπου βρω τα παπούτσια μου. Θα χοροπηδάω προσεχτικά βέβαια, αποφεύγοντας τα τζάμια. Μην τυχόν και τους πέσουν μαζεμένα τα κιλά μου και πάθω καμιά ζημιά.

Αν θα νοιάζομαι για το αυτοκίνητο του ανθρώπου;

Φυσικά και όχι! Είπαμε: αλτρουισμός και αλληλεγγύη προς όλους, τέλος.

Ποτέ δεύτερο χαμόγελο σε άνθρωπο που δεν μου ανταπόδωσε το πρώτο. Ας μάθαινε να χαμογελάει και κείνος.

Ποτέ δεύτερη καλή κουβέντα σε άνθρωπο που δεν κατανοεί ότι καμιά καλή κουβέντα δεν δίνεται αχρεωστήτως. Κάτι σαν δάνειο είναι, κι όποιος το καταλαβαίνει. Ακόμα κι αν είναι να πέσω στον πιο απάνθρωπο και κτηνώδη λάκο του εγωισμού, πίσω δεν κάνω.

Και κάτι ακόμα… Απ’ όλους τους δημόσιους λειτουργούς, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μέχρι τον νεότερο υπάλληλο της εφορίας, θα ζητάω φορτικά και με κάθε τρόπο το “πόθεν έσχες” κάθε φορά που θα μου ζητάνε να “αρθώ στο ύψος των περιστάσεων”. Κι ας είναι και φίλοι γκαρδιακοί. Το δηλώνω αμετάκλητα ακόμα κι αν πέσουν να με φάνε συγγενείς και φίλοι: Αλτρουισμός και αλληλεγγύη προς όλους, τέρμα!

Και, εννοείται, θα συμβούν και πολλά άλλα ανόσια και τρομερά.

Νοιώθω ήδη την μεταμόρφωσή μου να συντελείται. Σαν σε παραμύθι…

Δράκος μουντρούχος θα γενώ, τους γύρω να φοβίζω,

θα ’χω μουτσούνα τρομερή και όλο θα γρυλλίζω.

Τους άλλους που τον κόσμο μου μόνο κακά γεμίζουν,

με πάπιες θα τους κυνηγώ, κει μέσα να κοπρίζουν.

Με μπότες δώδεκα λευγών, τον κόσμο θα γυρίζω

και κάθε στάσιμη βρομιά μεμιάς θα καθαρίζω!

(Εικόνα: Πειραγμένη λεπτομέρεια από τη γέννηση της Αφροδίτης του Σάντρο Μποτιτσέλι.)