Ο Πάνος Καπώνης* είναι Επίτιμος Δικηγόρος Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, τ. Επ. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών (Φαρμακευτική), ποιητής, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Έχει συγγράψει δέκα πανεπιστημιακά συγγράμματα φαρμακευτικού δικαίου.Λογοτεχνική ιστoσελίδα : http://logos.caponis.gr.
ΕΞ ΕΠΑΦΗΣ [113]
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ
«Κείμενα – Μη κείμενα (εννέα)» «ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ»
- «Μία νύχτα στην Δικτατορία το 1969 – ή περιμένοντας τον θάνατο ….». (Αναδρομικό αφιέρωμα για την 21η Απριλίου 1967, αλλά πάντα επίκαιρο) .
Μείναμε κι απόψε μια χούφτα αλήτες, να τελειώσομε κι αυτό το παιχνίδι, κρασί και κονσέρβα και είχε κλείσει το μαγαζί νωρίς.
Ίσως να ΄φταιγε κιόλας κείνο το τραγούδι, π΄ ακούγαμε μεθυσμένοι κατά τα μεσάνυχτα που μας ήρθες, έτσι σαν οπτασία – που λένε – ή μήπως δεν έγινε τίποτα από όλα αυτά ; Πάντως ξερω, ότι εκείνο το βράδυ τον περιμέναμε, έτσι που μπουχτίσαμε με τούτη την ζωή, νάρθει μέσα από τα χαρτιά ή κείνες τις τρύπες του παλιομάγαζου, πού ΄μπαινε όλος ο αέρας και μας πάγωνε τα πόδια. Τον περιμέναμε σου λέω, τέσσερις νομάτοι, που γνωριζόμασταν απ΄ τα μικράτα μας. Είχαμε κιόλας στοίχημα να τον κεράσουμε, ποιόν θάπαιρνε πρώτα.
Πέρασε ο πολισμάνος στις δώδεκα – ρολόϊ δεν είχαμε – νυστάξαμε και είχαμε κλείσει, χαμένοι- κερδισμένοι, τι μας ένοιαζε ; Ψιλά αυτά μπροστά σ’ Αυτόν, και ακούσαμε βήματα. Σου το είπα πως φύσαγε κι οι πατημασιές αλαφροΐσκιωτες καθώς έτριξε η πόρτα.
Λοιπόν, δεν είναι παραμύθι αυτό που λέω και, ύστερα θα το κατάλαβες και εσύ όταν μας είδες. Ξανακούστηκαν τα βήματα. Η πόρτα ξανατριξε. Θάταν ο αέρας είπαμε. Μονάχα ο αέρας είπαμε τρίζει τις πόρτες ή ο …. Αυτός μωρέ …..αυτός …. Ξαναπέρασε ο πολισμάνος. Θάταν δωδεκάμισι ; Δεν ακουγόταν τίποτα. Ο αέρας. Μόνον ο αέρας. Κάθε βράδυ φύσαγε. Ήταν αλλιώς όμως. Δεν ξέρω. Μαζευτήκαμε και εμείς σε μια γωνιά και σβήσαμε τα φώτα. Δεν ήταν ανάγκη να μας δει ο πολισμάνος, φοβόμασταν. Σβηστά τα φώτα. Και το κρύο. Και τα μάτια απ΄ τις γάτες από την διαφήμιση από το ουίσκυ που ήταν δίπλα απ΄ το ψεύτικο βαρέλι που είχε γεμίσει όλο φαντάσματα, σκιές, σκιαζούρια, όλα τα διαβολικά και εμείς, περιμέναμε να έρθει αλλιώς, σαν κύριος… Μαζευτήκαμε που λες σε μιάν άκρη, κοντά στο τζάκι, ήταν ψεύτικο κι΄ αυτό όμως – για τους πελάτες – όλα ψεύτικα ήταν σ’ αυτό το μαγαζί της κακιάς ώρας, ψεύτικα για τους πελάτες.
Θα ήταν μία, δύο, τρεις, δεν είχαμε ρολόϊ. Οι πολισμάνοι θα είχαν αλλάξει βάρδια. Εμείς, θέλαμε να φύγουμε – και που να πηγαίναμε ; – σπίτι δεν είχαμε, κοιμόμασταν στο μπαρ και η τράπουλα ανοιχτή, σαν πεθαμένη. Αλλά και οι ζωγραφιές με τις κιθάρες, τις είχαμε βαρεθεί κάθε βράδυ και κρυώναμε και είχαμε χλομιάσει από τον φόβο και το κρύο και, ήρθες εσύ και μας είπες πως ήταν η ώρα, δώδεκα και δέκα και μας χάλασαν τα σχέδια !!!
ΚΑΛΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ