iporta.gr

Παπά-Τύχων ο Αγιορείτης, μια οσιακή μορφή του Αγίου Όρους, του Μάνου Λαμπράκη

Ο Μάνος Λαμπράκης είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. 

 

Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για έναν άγιο σήμερα χωρίς να νιώθει ότι στέκεται απέναντι σε έναν κόσμο που έχει μάθει να καταναλώνει ακόμη και την ιερότητα.Να λοιπόν το πρώτο ερώτημα: τι σημαίνει ένας άνθρωπος του 19ου αιώνα, ένας Ρώσος προσκυνητής, ένας ασκητής που περπάτησε διακόσιες μονές με τα πόδια, για μια εποχή που δεν αντέχει να περπατήσει ούτε μέχρι την ίδια της την ψυχή;

Ο Τιμόθεος, ο μετέπειτα παπα-Τύχων, δεν γεννήθηκε άγιος. Γεννήθηκε ανήσυχος. Και αυτή η ανησυχία είναι ίσως το πιο σύγχρονο στοιχείο του. Ένα παιδί με ζωηρή φύση, που οι γονείς του δίσταζαν να ευλογήσουν για το μοναστήρι. Όχι επειδή δεν πίστευε, αλλά επειδή φλεγόταν. Κι όμως, αυτό το φλεγόμενο παιδί επέλεξε την πιο σκληρή μορφή σιωπής: την οδοιπορία. Από τα δεκαεπτά του ως τα είκοσί του πέρασε από διακόσιες μονές. Δεν ζητούσε φιλοξενία. Δεν ήθελε να χρωστά. Δεν ήθελε να βαραίνει κανέναν. Ήθελε να κουβαλά μόνος του τον εαυτό του.

Ένας άνθρωπος που φεύγει από παντού για να βρει ησυχία, και πουθενά δεν τη βρίσκει.

Ούτε στη Ρωσία.

Ούτε στο Σινά.

Ούτε στους Αγίους Τόπους.

Πέρα από τον Ιορδάνη ασκήτεψε, κι όμως έλεγε ότι δεν έβρισκε ειρήνη. Γιατί; Επειδή, όπως μαρτυρείται, τον κυνηγούσε «το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής». Δηλαδή αυτό ακριβώς που μας κυνηγά και σήμερα. Θόρυβος χωρίς ήχο. Κίνηση χωρίς προορισμό. Ζωή χωρίς εσωτερικό κέντρο.

Και τότε ανεβαίνει στο Άγιον Όρος.

Στο Μπουραζέρι πέντε χρόνια. Στα Καρούλια δεκαπέντε. Όποιος ξέρει τι σημαίνει Καρούλια, καταλαβαίνει. Δεν είναι τόπος. Είναι άκρη του κόσμου. Είναι η πέτρα που δοκιμάζει αν αντέχεις να είσαι μόνος με τον Θεό και με τον εαυτό σου. Εκεί πέρασε χρόνια παλεύοντας όχι για να μοιάσει άγιος, αλλά για να γίνει άγγελος εσωτερικά. Αυτός ο στόχος, να αλλάξει η εσωτερική υφή του ανθρώπου, είναι η πιο σιωπηλή και πιο βίαιη επανάσταση.

Γιατί η αγιότητα δεν είναι συμπεριφορά.

Είναι μεταμόρφωση της υπάρξεως.

Και όταν αργότερα κατέβηκε στην Καψάλα, όταν γηροκόμησε τον Γέροντά του και έμεινε μόνος, τότε συνέβη αυτό που συμβαίνει σε όλους τους μεγάλους ασκητές: η χάρις άρχισε να τον φανερώνει.

Όχι εκείνος τον εαυτό του.

Η χάρις.

Άνθρωποι πονεμένοι άρχισαν να τον βρίσκουν. Να πηγαίνουν κοντά του χωρίς να ξέρουν γιατί. Να κάθονται δίπλα του και να ησυχάζουν.

Και τότε τον πίεσαν να ιερωθεί.

Ένας άνθρωπος που δεν θέλει να γίνει τίποτα, γίνεται ιερέας μόνο και μόνο για να συγχωρεί. Όχι για να διδάσκει. Όχι για να διοικεί. Για να λέει την άφεση.

Ο παπα-Τύχων δεν φοβόταν τίποτα. Όχι γιατί ήταν δυνατός. Αλλά γιατί είχε αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «θεία συστολή». Εκείνο το λεπτό αίσθημα ότι στέκεσαι διαρκώς μπροστά στον Θεό. Γι’ αυτό άρχιζε και τελείωνε τα πάντα με το ίδιο:

«Δόξα σοι ο Θεός».

Όχι «Κύριε ελέησον» τόσο συχνά.

«Δόξα σοι ο Θεός».

Αυτό είναι θεολογικά συγκλονιστικό. Διότι δείχνει έναν άνθρωπο που δεν ζει πια μόνο μέσα στην ανάγκη της συγχώρησης, αλλά μέσα στην εμπειρία της ευχαριστίας. Έναν άνθρωπο που έχει συμφιλιωθεί.

Κι όμως, ο κόσμος μπήκε βίαια μέσα στη ζωή του.

Η ιστορία με τον ληστή είναι από τις πιο σπαρακτικές σκηνές της σύγχρονης αγιολογίας. Ο άνθρωπος αυτός βασάνισε τον Γέροντα για χρήματα. Δεν βρήκε τίποτα. Γιατί ο παπα-Τύχων είχε ήδη δώσει ό,τι είχε στους φτωχούς. Και όταν ο ληστής έφυγε, του είπε μόνο:

«Θεός συγχωρέσει, παιδί μου».

Αργότερα τον κάλεσαν για ανάκριση. Για να καταθέσει. Για να στηρίξει την κατηγορία.

Κι εκείνος στενοχωρήθηκε.

Όχι γιατί τον χτύπησαν.

Αλλά γιατί θα έπρεπε να μιλήσει εναντίον του ανθρώπου που ήδη είχε συγχωρήσει.

Αυτό είναι το σημείο όπου ο κόσμος και το Ευαγγέλιο δεν συναντιούνται.

Το δίκαιο ζητάει μαρτυρία.

Η αγάπη ζητάει σιωπή.

Και μέσα σε όλο αυτό, η προσευχή του παπα-Τύχωνος για τον Γολγοθά μοιάζει να ανοίγει ένα παράθυρο σε άλλη πραγματικότητα. Δεν είναι λόγια. Είναι κραυγή:

«Αμαρτωλοί, ελάτε γρήγορα! Ο Άγιος Γολγοθάς είναι ανοικτός…»

Δεν υπάρχει φόβος μέσα σε αυτά τα λόγια. Υπάρχει μόνο μια απελπισμένη τρυφερότητα για τον άνθρωπο που χάνεται.

Και ίσως η πιο συγκλονιστική μαρτυρία είναι εκείνη με την εξομολόγηση.

Ένας μοναχός εξομολογείται και νιώθει τον αυχένα του να βρέχεται. Σηκώνει το κεφάλι και βλέπει τον παπα-Τύχωνα να κλαίει. Τα δάκρυά του έπεφταν πάνω του όση ώρα μιλούσε.

Αυτό είναι το μυστήριο της ιερωσύνης στην πιο καθαρή του μορφή: να κλαις για τις αμαρτίες του άλλου σαν να είναι δικές σου.

Και κάτι ακόμη πιο παράδοξο: μιλούσε σπαστά ελληνικά. Αλλά όταν συμβούλευε μετά την εξομολόγηση, οι άνθρωποι άκουγαν λόγο καθαρό, σχεδόν χρυσοστομικό. Σαν να άλλαζε η γλώσσα. Σαν να περνούσε μέσα από εκείνον άλλος Λόγος.

Η αγιοκατάταξη, λοιπόν, δεν έρχεται να προσθέσει έναν ακόμη άγιο στο εορτολόγιο. Έρχεται να θυμίσει κάτι που έχουμε σχεδόν ξεχάσει: ότι η αγιότητα δεν είναι εντυπωσιακή. Είναι σιωπηλή.

Είναι κρυμμένη.

Είναι ένας άνθρωπος που περπατά χρόνια ολόκληρα χωρίς να ζητά τίποτα. Που δίνει ό,τι έχει χωρίς να φαίνεται. Που συγχωρεί πριν του το ζητήσουν.

Και τελικά καίγεται εσωτερικά από την προσευχή του μέχρι να μείνει μόνο με λίγο νερό και το όνομα του Θεού.

Στον κόσμο που ζούμε, όπου όλα πρέπει να φαίνονται, να ακούγονται, να επιβεβαιώνονται, ένας τέτοιος άνθρωπος είναι σχεδόν ακατανόητος.

Γι’ αυτό και είναι αναγκαίος.

Ο παπα-Τύχων δεν είναι ένας «παλιός ασκητής». Είναι μια ρωγμή μέσα στον σημερινό άνθρωπο. Μια υπενθύμιση ότι η καρδιά μπορεί ακόμη να γίνει τόπος δοξολογίας. Ότι κάποιος μπορεί να φτάσει να λέει «Δόξα σοι ο Θεός» όχι επειδή όλα πάνε καλά, αλλά επειδή μέσα του όλα έχουν παραδοθεί.

Η πιο άναρχη, η πιο επικίνδυνη αλήθεια της αγιοκατάταξής του είναι εδώ: Ότι η αγιότητα δεν ανήκει στο παρελθόν.

Ανήκει σε όποιον αντέξει να καεί.

Το Γεγονός:Στην Αγιοκατάταξη του Παπά – Τύχωνα του Αγιορείτη, του πνευματικού του Αγίου Παϊσίου, προέβη σήμερα η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου η οποία συνεδριάζει στο Φανάρι υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο. Πρόκειται για ακόμη μία Οσιακή μορφή του Αγίου Όρους η οποία συγκαταλέγεται στη χωρία των Αγίων επί των ημερών της Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου του Α’.O Παπα – Τύχων γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884. Οι γονείς του, ο Παύλος και η Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι και επόμενο ήταν και ο γιος τους, ο Τιμόθεος κατά κόσμον, να έχει κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεό και να θέλει να αφιερωθεί στον Θεό από μικρό παιδί. Έβλεπαν οι γονείς τον μεγάλο θείο ζήλο του παιδιού τους, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να πάει σε Μοναστήρι, επειδή το έβλεπαν με ζωηρή φύση. Ήθελαν να ωρίμασει και στην σκέψη και μετά να αποφασίσει μόνος του ο Τιμόθεος. Του έδωσαν όμως ευλογία να επισκέπτεται τις Μονές το διάστημα των τριών ετών, από δέκα επτά μέχρι είκοσι χρονών. Τότε έκανε τα μεγάλα και ατέλειωτα προσκυνήματα στα Μοναστήρια της Ρωσίας και πέρασε περίπου από διακόσιες Μονές. Στα Μοναστήρια που πήγαινε, παρόλο που ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος από την οδοιπορία του, απέφευγε με τρόπο την φιλοξενία, για να ασκείται ο ίδιος και να μην επιβαρύνει τους άλλους.Μετά λοιπόν από τα Μοναστήρια της πατρίδας του, έκανε προσκύνημα στο Θεοβάδιστον Όρος του Σινά, όπου παρέμεινε δύο μήνες, και από εκεί στους Αγίους Τόπους, όπου και ασκήτεψε ένα χρονικό διάστημα, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Ενώ τον βοηθούσε ο Άγιος Τόπος, ησυχία όμως δεν έβρισκε από το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να φύγει για το Άγιον Όρος.Στο Άγιον Όρος, η πρώτη του μετάνοια ήταν το Κελί του Μπουραζέρι, όπου και παρέμεινε πέντε χρόνια. Επειδή σ’ αυτό δεν εύρισκε ησυχία από τους πολλούς προσκυνητές Ρώσους, πήρε ευλογία και πήγε στα Καρούλια και εκεί ασκήτεψε δεκαπέντε χρόνια. Όλο το διάστημα στα Καρούλια περνούσε με σκληρούς αγώνες. Φιλότιμα αγωνιζόταν για να γίνει και εσωτερικά Άγγελος και όχι μόνο εξωτερικά με το Αγγελικό Σχήμα.

Μετά από τα Καρούλια ήρθε στην άκρη της Καψάλας (πάνω από την Καλιάγρα), σ’ ένα Κελί Σταυρονικητιανό, και γηροκόμησε έναν Γέροντα. Αφού πέθανε το Γεροντάκι, και πήρε την ευχή του, έμεινε μόνος του στην Καλύβη. Από τότε όχι μόνο δεν αμέλησε τους πνευματικούς του αγώνες, αλλά τους αύξησε και επόμενο ήταν να δεχθεί πλούσια την Χάρη του Θεού, αφού αγωνιζόταν φιλότιμα και με πολλή ταπείνωση.Η Θεία Χάρις πια τον φανέρωνε στους ανθρώπους, κι έτρεχαν πολλοί πονεμένοι άνθρωποι, για να τον συμβουλευθούν και να παρηγορηθούν από την πολλή του αγάπη. Άλλοι τον παρακαλούσαν να ιερωθεί, για να βοηθάει πιο θετικά με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως, αφού θα έδινε και την άφεση των αμαρτιών. Αυτή την ανάγκη, να βοηθηθούν οι άλλοι, την διεπίστωσε και ο ίδιος και δέχτηκε να χειροτονηθεί.Για τον εαυτό του ο Γέροντας δεν νοιαζόταν καθόλου ούτε και φοβόταν, γιατί είχε πολύ φόβο Θεού (θεία συστολή) και ευλάβεια. Επειδή αγωνιζόταν και με πολλή ταπείνωση, δεν διέτρεχε ούτε τον πνευματικό κίνδυνο της πτώσεως. Πάντα με το Δόξα σοι ο Θεός θα άρχιζε και με το Δόξα σοι ο Θεός θα τελείωνε ο Γέροντας. Είχε συμφιλιωθεί πια με τον Θεό, γι’ αυτό χρησιμοποιούσε περισσότερο το Δόξα σοι ο Θεός παρά το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με. Κινείτο, όπως είδαμε, στον θείο χώρο, αφού λάμβανε μέρος και στην ουράνια δοξολογία με τους Αγίους Αγγέλους την ώρα της Θείας Λειτουργίας.Το 1968 είχε προαισθανθεί πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο που βρισκόταν σ´ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένει άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.

Πηγή:  ORTHODOXIANEWSAGENCY.GR