iporta.gr

Πανήγυρις και πίστη ή για τα πανηγύρια είμαστε…, του Δημήτρη Κατσούλα

Δημήτρης Κατσούλας

Από την παραμονή της εορτής του Προφήτου Ηλία και προς το απόγευμα της 19ης Ιουλίου – ημέρα κατά την οποία δεν είχαμε παράσταση – αποφασίσαμε με την σύντροφό μου να επισκεφθούμε την Μονή του Αγίου προκειμένου να εκπληρώσουμε το ‘χρέος’ μας ανάβοντας ένα κερί στην μνήμη του. Έχοντας και την επομένη ημέρα ελεύθερη, προμηθευτήκαμε τα απαραίτητα για να διανυκτερεύουμε στον προαύλιο χώρο του – όλο και λιγοστεύουν πλέον εκείνοι που το συνήθιζαν αυτό – κάτω από τον έναστρο ουρανό εκεί ψηλά στο βουνό. Κατά την ανάβαση, μπορώ να πω ότι ήμασταν από τους τυχερούς καθότι χρησιμοποιήσαμε μηχανή διότι τα αγροτικά, πολύ δε περισσότερο οι χλιδάτες τζιπάρες με τα φιμέ τζάμια τους και τα πολλά τους κυβικά είχαν κάνει κατάληψη του χωμάτινου δρόμου από τους πρόποδες έως επάνω στην κορυφή. Για εξωκλήσι, μπορώ να πω ότι ήταν τεράστιο όπως τεράστιος ήταν και ο πρόναός του καθώς και ο προαύλιος χώρος του όμορφα περιφραγμένος με την πέτρα και το ξύλο να επικρατούν, ενίοτε δε και κατά διαστήματα έκανε την εμφάνισή του και το σίδερο με την πολύ διακριτική του παρουσία ως στήριγμα προς ενίσχυση της ασφάλειας. 

Στο εσωτερικό του ναού επικρατεί το αδιαχώρητο, αδύνατον να εισέλθουμε. Η ιδία εικόνα, περίπου, και στον περιβάλλοντα χώρο του όσο και στον πρόναό του. Μανουάλια τεράστια σε διάμετρο για συνήθη χώρο εξωκλησίου γεμάτα με άμμο και ειδικές θέσεις-άγκιστρα για τις τοποθετήσεις λαμπαδών. Δυο κύριοι που έχουν τοποθετηθεί επί του ελέγχου των κεριών σε κάθε ένα μανουάλι όπως παρατηρώ από απόσταση, δεν προλαβαίνουν να σβήνουν τα ήδη προ ενός λεπτού αναμμένα. Στις λαμπάδες παρέχεται κατά μέσο όρο ‘ζωή’ του ενός 10λεπτου, το πολύ. Κι ενώ ο έξω χώρος είναι πλήρης πιστών, θα πρέπει να πάρουμε την σειρά μας στο επίσημο πωλητήριο της εκκλησίας προκειμένου ν’ αγοράσουμε κεριά. Εν τω μεταξύ, τόσο ανάμεσα στο πλήθος όσο και σε κάποιες γωνιές πέριξ του ναού και κατάχαμα καθισμένα υπάρχουν κοριτσάκια Ρομά τα οποία πωλούν κεριά, λιβάνι, φυλαχτά, εικονίτσες του Προφήτου Ηλία αλλά και κομποσχοίνια. ‘Βοηθείστε με καλέ κυρία, πάρτε από ‘μένα να ‘χετε την υγειά σας και να χαιρόσαστε την ομορφιά σας, στην ίδια τιμή με της εκκλησίας τα έχω…’. Σκύβει η Μάριον κι αγοράζει περίπου δέκα κεριά και μια λαμπάδα λευκή. Και γιατί δεν αγοράζετε κι εσείς από τα κοριτσάκια ν’ αποσυμφορηθούμε κιόλας, την ακούω να ερωτά μια κυρία καθότι με ψυχραιμία αναμένει στην ουρά για ν’ αγοράσει από αυτά της εκκλησίας. «Εγώ σας υπέδειξα κυρία μου πώς θα παίζετε τον ‘Απόφοιτο του πεζοδρομίου’ στις παραστάσεις σας; Τη δουλειά σας, τη δουλειά μου, σας ευχαριστώ για την υπόδειξη αλλά δεν θα πάρω» ήταν η απάντησή της. Εν τω μεταξύ κατά τις 11 το βράδυ, σταμάτησε και η κοσμοσυρροή, ο κόσμος άρχισε ν’ αποχωρεί σιγά-σιγά καθότι η λειτουργία είχε λάβει τέλος και τώρα ήρθε η ώρα να κλειδώσουν οι πόρτες του ναού για ν’ αρχίσει η καταμέτρηση του παγκαριού. 

Καθόλου  δεν θα με χάλαγε εάν βάδιζα προς την εικόνα του Αγίου η οποία ήταν στολισμένη κάτω από τον πρόναο και έπαιρνα πίσω αυτόν τον σταυρό που έβγαλε η Μάριον από τον λαιμό της και τον άφησε στην εικόνα, αφιερώνοντάς τον στην πρώτη εκκλησία που θα βρίσκαμε εμπρός μας κατά την κάθοδό μας από το βουνό. Όπως επίσης καθόλου δεν θα ένοιωθα άσχημα εάν ένας ανεμοστρόβιλος τα έπαιρνε όλα παραμάζωμα και τα σήκωνε εκεί που τους άξιζε, όπως τα ράσα, τα μανουάλια, τα καντήλια, τα προσκυνητάρια με τις βελούδινες επενδύσεις τους, τα θυμιατά τα ολόχρυσα και τους θρόνους των δεσποτάδων. Κι αυτό, διότι εμείς ήρθαμε με την ψυχή μας να προσκυνήσουμε τον Άγιο ανάβοντας και το κεράκι μας στην μνήμη του και ‘τα πρωτόκολλα’ της εκκλησίας να έχουν αναγάγει μια θρησκευτική εορτή-πανήγυρη σε λαϊκό πανηγύρι – μόνο τα βιολιά …έλειπαν για να είναι πλήρες – αναμένοντας με λαχτάρα ‘Πόσα ευρώ θα πιάσει το παγκάρι σήμερα, αύριο ανήμερα θα τα διπλασιάσουμε…’.