Νίκος Μαρκέτος
Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής
Από την παράσταση στο Θέατρο ΕΚΣΤΑΝ, σε άψογη σκηνοθεσία και αριστοτεχνική ερμηνεία του Πέτρου Αποστολόπουλου
Στη φάση του ειδυλλίου του Γιώργη και της Ελένης, ο Γιώργης καλεί τον διανοούμενο φίλο του Νιόνιο, να φτιάξει λεκτικά πυροτεχνήματα για να γοητεύσει την υπερδιανοητικοποιημένη Ελένη.
Όταν μετά από δυο χρόνια όταν μαθεύτηκε η αλήθεια ότι τα γράμματα εκείνα δεν τα έγραφε ο Γιώργης, η Ελένη δεν του ξαναμίλησε. Πέρασαν έτσι 25 χρόνια. Μια σχέση που κύλισε σε μια σιωπή που τους έχει στοιχειώσει.
Από τον μονόλογο του Γιώργη μαθαίνουμε την ιστορία της σχέσης τους. Μια ιστορία ακραίας ασυμβατότητας- αποξένωσης που μαστίζει το γάμο, που όμως εξακολουθούν να μένουν μαζί.
Σε όλο το έργο ο Γιώργης μονολογεί απευθυνόμενος σε δεύτερο πρόσωπο στην απούσα από την σκηνή Ελένη και δείχνει αποφασισμένος να βάλει ένα οριστικό τέλος στη σιωπή, είτε με αληθινή σύνδεση είτε με τέλος στο γάμο.
*********************************************************
Θα ασχοληθώ με 3 κεντρικούς θεματικούς άξονες που μας θέτει το έργο:
Την Σιωπή
Την δυναμική αλήθειας και ψέματος, και
Το αίτημα «θα με δεχτείς όπως είμαι»
1.Η ΣΙΩΠΗ
Το κεντρικό θέμα του έργου είναι η σιωπή σε ένα ζευγάρι, μια σιωπή που κρατάει 20 χρόνια και γι’ αυτό ακραία παθολογική. Μια σιωπή που έχει χρονίσει.
Δεν θα την δούμε τη σιωπή από την κλινική της πλευρά, σαν μια περίπτωση εκλεκτικής αλαλίας, αλλά σαν συμβολισμό του κενού, του αδιέξοδου, της απομάκρυνσης, της μοναξιάς, της έλλειψης μοιράσματος, καθρεφτίσματος και αναγνώρισης μέσα στον γάμο. Σαν την απονέκρωση του ζωντανού και δραστικού διαλόγου που κρατά τη σχέση ζωντανή. Η σιωπή είναι το αδιέξοδο στο γάμο και τις ζωές τους. Η σιωπή είναι η ταυτότητα αυτής της σχέσης.
Η σιωπή από τη μεριά της Ελένης είναι πλήρης. Δεν απουσιάζει μόνο η λεκτική επικοινωνία αλλά και η εξωλεκτική γλώσσα (οι εκφράσεις του προσώπου, η γλώσσα του σώματος). Η ίδια «εκπροσωπείται» από τη σημειολογία της, που είναι τα βιβλία της, το καπέλο, τα παπούτσια της και η άψογη οικιακή φροντίδα. Συντηρεί τη σχέση φροντίζοντας τον Γιώργη χρηστικά. Του τα έχει όλα έτοιμα.
Σύμφωνα με την αφήγηση του Γιώργη, η Ελένη δεν θέλει κανένα διάλογο με τον «αγοραίο» λόγο του συζύγου. Αντίθετα καταφεύγει στους στίχους των ποιητών.
Γιατί όμως δεν μιλά η Ελένη; Είναι μόνο ο θυμός και τιμωρία;
Δεν μιλά γιατί δεν θα αντέξει ο σύζυγος να ακούσει;
Δεν μιλά γιατί δεν της δίνεται χώρος;
Ο σύζυγος εστιάζει στο πως το εγώ του υποφέρει από τη σιωπή της Ελένης. Ο μονόλογος του κυριαρχείται από τη λαχτάρα για αγάπη στοργή και συναισθηματική οικειότητα, αλλά και από την οργή του, την απόγνωσή του και το δικό του αδιέξοδο. Της λέει ότι είναι άδικο και ακραίο για ένα αθώα ψέμα να τον τιμωρεί τόσο σκληρά. Δεν υπάρχει χώρος για ενσυναίσθηση, παρά μόνο σε ένα σημείο του δράματος, που περιορίζεται σε τρείς γραμμές. Είναι το σημείο που λέει:
…ξέρω, θα ήσουνα και συ κάτω απ’ τον σταυρό, δεν ξέρω με ποια ιδιότητα, της Παναγίας ή της Μαγδαληνής, αλλά 9α ήσουνα σίγουρα πένθιμη και μυροφόρα κάτω από τον σταυρό.
Η σιωπή επιβλήθηκε όταν μαθεύτηκε το ψέμα. Εφ’ όσον μια φορά ειπώθηκε η αλήθεια και δεν την άντεξαν, αποφάσισαν να μη την ξαναπούν,
Πόσο αλήθεια αντέχει μια σχέση;
Σύμφωνα με την αφήγηση του συζύγου είναι μια τιμωρητική σιωπή. Του στερεί κάτι ζωτικό για εκείνο. Είναι απάντηση της στο γεγονός ότι της στερεί και εκείνος κάτι ζωτικό για εκείνη; Τι είναι αυτό το ζωτικό εν τέλει; Ένας ασφαλής χώρος για να εκφραστούν συναισθήματα;
Εν τέλει είναι μια στερητική σχέση, που και οι δύο μένουν στερημένοι.
Πέρα από όσα λέει ο Γιώργης πρέπει να δούμε τη σιωπή σαν μέσο επιβίωσης μέσα στη σχέση αλλά και επιβίωσης και της ίδιας της σχέσης και όχι μόνο σαν άρνηση του άλλου. Μέσα σε αυτή την εύθραυστη ισορροπία η παραμικρή λέξη μπορεί να προκαλέσει κατάρρευση. Μπορεί η σιωπή να είναι αφόρητη για τον Γιώργη, αλλά μήπως και ο λόγος θα ήταν πιο απευκταίος. Μη ξεχνάμε ότι -παρά τη σιωπή- ο γάμος αντέχει στον χρόνο 25 χρόνια. Μπορεί λοιπόν η σιωπή να έχει κάποια συνεκτική ιδιότητα;
Στον μονόλογο του ο Γιώργης ομολογεί ότι πάλεψε να φύγει, αλλά δεν μπόρεσε
Επέστρεφα πάντα σαν ραγισμένο άγαλμα από τους μεγάλους σεισμούς μέσα μου.
…..
–ήμουν δεμένος με ένα χοντρό σκοινί από τη βάση του αγάλματός σου.
Που είναι ομολογία για σχέση τοξική που τους εγκλωβίζει.
Και στο ερώτημα γιατί δεν μπορεί να ξεφύγει από τον γάμο αυτό, ο Γιώργης καταλήγει στην εξήγηση ότι του έχει κάνει μάγια…
Την ρωτάει: «εσύ γιατί δεν φεύγεις;» μετά από τις «προκλήσεις» που της κάνει (πχ ότι την απατούσε). Και αυτό ο Γιώργης το βλέπει σαν απόδειξη της αγάπης της.
Αναρωτιέται για το μυστήριο γιατί είναι μαζί. Ψάχνει να βρει μια απάντηση.
Πάνω στην κορύφωση της έντασης των αρνητικών και επώδυνων συναισθημάτων που τον διακατέχουν, εκδηλώνονται ένστιχτα θανάτου. Μιλάει για αυτοκτονία και φόνο. Είναι το πάθος που μπορεί να οδηγήσει το υποκείμενο να σκοτώσει ή να σκοτωθεί για το εθιστικό αντικείμενο.
Όταν κατακλύζεται από τα συναισθήματα οργής, απόγνωσης και συντριβής και τα «τεχνάσματα» του (να την προκαλέσει, να την πονέσει, να την απειλήσει, να την τρομάξει) έχουν αποδειχθεί ατελέσφορα, όταν έχει χάσει τον εγωισμό του και έχει αποδεχτεί την ήττα ως το μεδούλι, τότε γίνεται ποιητικός και φιλοσοφεί.
Είναι ήττα από τους ποιητές, και ήττα γιατί δεν μπόρεσε να ανατρέψει τη δυναμική της σιωπής. Έτσι είναι μοιραίο να μένουν μαζί υπομένοντας τη σιωπή, χωρίς να έχουν τη δύναμη να βάλουν ένα τέλος.
Είναι μια σχέση που έχει τα χαρακτηριστικά του πάθους και γι’ αυτό είναι εθιστική. Η σχέση αυτή έχει γίνει εμμονική και για τους δύο και έχουν εμπλακεί σε φαύλο κύκλο, χωρίς προοπτική διεξόδου.
2. Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΨΕΜΜΑΤΟΣ
Πόση αλήθεια αντέχει μια σχέση; Υπάρχει ανάμεσά τους χώρος για αλήθεια;
Στην ιστορία μας η αλήθεια αποκαλύφθηκε μια φορά και δεν την άντεξαν. Έτσι αποφάσισαν να μη πουν τίποτα για να μη πουν ούτε την αλήθεια.
Στον μονόλογό του ο Γιώργης, έχοντας το τραύμα της αποκάλυψης του αθώου ψέματος του, κατηγορεί γενικά την αλήθεια. Επαινεί το ψέμα που κάνει την τραγικότητα της ζωή λιγάκι πιο υποφερτή.
Η αλήθεια είναι το πιο ανατριχιαστικό εν τέλει και το πιο αμφίβολο πράγμα. Η αλήθεια εμπεριέχει εγωισμό και μοναξιά. Είναι για τους έρημους ανθρώπους. Με τα ψέματα πάει μπροστά η ζωή μας. Με τα ψέματα με αυτές τις ωραίες μικρές συνθήκες που απαλύνουν τη μοίρα μας που ορίζουν αλλιώς τα πράγματα και την ίδια μας τη ζωή. Εγώ την αλήθεια αυτή μεταξύ μας την έχω σκοτώσει μέσα μου, αλλιώς δεν θα ήμουν τώρα εδώ θα είχα λιποτακτήσει υπερασπιζόμενος τη φυγή μου σε όλα τα διόδια του κόσμου.
Η αλήθεια τελικά είναι η πόρνη που ο καθείς επισκέπτεται μετά τα μεσάνυχτα να μην τον δει κανείς να μην τον πάρει μάτι κανένας. Είναι η πόρνη ή περιζήτητη η Ωραία; Η πόρνη με την παρθένα όψη που σε ξεγελάει με φτηνά κόλπα και γαλιφιές;
Αναφέρει «η αλήθεια είναι πόρνη». Τι σημαίνει αυτό; Στη πόρνη εκμυστηρευόμαστε τα ανομολόγητα πάθη και έξεις μας…
Δεν είναι μόνο τα ψέματα που λέμε στο σύντροφο. Είναι και οι δικές μας αυταπάτες. Η σχέση με την αλήθεια είναι αμφίθυμη. Αναζητούμε την αλήθεια, αλλά και την αποφεύγουμε. Η αλήθεια είναι η κατάσταση που υπόκειται πιο πολύ σε άρνηση, απώθηση ή προβολή. Αυτές οι άμυνες αντικατοπτρίζουν μια προστατευτική διαστρέβλωση και όχι σκόπιμα ψέματα – που σκοπό έχουν να κρύψουν από το συνειδητό οδυνηρές αλήθειες που το άτομο δεν είναι έτοιμο ή ικανό να αντιμετωπίσει ακόμα. Η αλήθεια μπορεί να είναι μπροστά στα μάτια μας, αλλά να καταφεύγουμε σε συμπαιγνίες απόκρυψης της.
Η διάσταση «αλήθεια του εαυτού» ως συστατικό της οικειότητας είναι μια έννοια αμφίπλευρη. Σε πρώτο επίπεδο είναι να λέει κανείς με ειλικρίνεια τι νοιώθει και τι σκέφτεται. Σε ένα πιο βαθύ επίπεδο η αλήθεια του εαυτού είναι κάτι που πρέπει να ανακαλύψουμε. Την αλήθεια του εαυτού μας την αντανακλά ο άλλος, επομένως μιλώντας για αλήθεια του εαυτού σημαίνει να εγκαινιάσουμε τη διάσταση της αναζήτησης αλήθειας στον οικείο διάλογο και αφ’ ετέρου να επιτρέψουμε στον άλλον να μας αντανακλά αυτό που βλέπει.
3. Το άλλο θέμα που βάζει το έργο είναι: «να με δεχτείς όπως είμαι»
Αυτό που εισπράττει ο Γιώργης είναι ότι η Ελένη δεν τον δέχεται όπως είναι. Προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να απαξιώσει τους ποιητές. Αυτό που ήθελε η Ελένη, σύμφωνα με τη κατανόηση του Γιώργη, είναι να ήταν ένας διανοούμενος.
Μια ρομαντική σχέση ξεκινά με όνειρα και φαντασιώσεις και ο καθένας στην αρχή θέλει να παρουσιάσει μια εικόνα που να προσεγγίζει στο ιδανικό του άλλου προσώπου ή να δείξει τον καλύτερο εαυτό του. Η αναγνώριση του αληθινού προσώπου του άλλου έχει το στοιχείο της απομυθοποίησης. Και τότε μπαίνει στο τραπέζι μια νέα διαπραγμάτευση γύρω από το «αν θα αποδεχτούν ο ένας τον άλλο όπως πραγματικά είναι». Η άλλη πλευρά έχει τρεις επιλογές. Είτε να την/ον δεχτεί, είτε να προσπαθήσει να την/ον αλλάξει, είτε να φύγει.
ANAΣTOXAΣMOI
Όλο το έργο είναι η αναμέτρηση του Γιώργη που είναι «υλικός και γήινος» με τους άυλους ποιητές.
Το έργο μπορεί να το δούμε και σαν μεταφορά για το κενό που υπάρχει σε κάθε σχέση, που μπορεί να απορρέει από τη διάψευση των προσδοκιών ή από ασυμβατότητες σε γάμους.
Όλες οι επικοινωνίες στις οικείες σχέσεις περιλαμβάνουν και μια συνιστώσα που αφορά τις απαντήσεις που δίνουμε και παίρνουμε στο ερώτημα «τι είμαι εγώ για σένα;» δηλαδή τι θέλει ο άλλος για να με αγαπήσει, που εν τέλει είναι η πλήρωση του κενού της ύπαρξης.
**************************************
Τέλος το ερώτημα που απασχολεί κάθε θεατή είναι: τι χρειάζεται τελικά μια σχέση για να πάει καλά;
Τα σημαντικότερα συστατικά που διαδραματίζουν ρόλο για την ευνοϊκή εξέλιξη και την εμβάθυνση του δεσμού είναι η έλξη, η οικειότητα, η δέσμευση, η αμοιβαιότητα η ενσυναίσθηση.
Ειδικότερα η οικειότητα προϋποθέτει την αυθεντική παρουσία των υποκειμένων, απαιτεί ισότητα και δέσμευση να καταθέτουν οι σύντροφοι την αλήθεια του εαυτού τους. Το σημαντικό είναι η προθυμία να είναι κανείς εκεί για τον άλλο και όχι να το κάνει επειδή του ζητιέται. Είναι μια διεργασία αμοιβαίας εξερεύνησης της ψυχικής πραγματικότητας των συντρόφων.
Η αμοιβαιότητα απαιτεί αυτό που δίνω από τον εαυτό μου ψυχικά να είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικό με αυτό που παίρνω. Αμοιβαία αποδοχή σημαίνει να είναι ο άλλος στη σχέση όπως θέλει ο ίδιος να είναι και όχι όπως θέλει ο σύντροφος. Να δέχεται ο άλλος τον τρόπο που τον αγαπά ο σύντροφος και όχι όπως θα ήθελε να αγαπιέται.
Η ενσυναίσθηση, είναι, να βλέπουμε και να αισθανόμαστε τα πράγματα με τα μάτια του άλλου. Προϋποθέτει συνάντηση με το «είναι» του άλλου προσώπου.
Η γλώσσα της αλήθειας είναι η γλώσσα της καρδιάς. Την αξία της η ομιλία την αποκτάει εκεί που εγκαινιάζεται η διάσταση της αλήθειας.
Και τέλος να αναγνωρίσουμε τη δική μας ευθύνη όταν τα πράματα δεν πάνε καλά στον δεσμό. Τι είναι αυτό που κάνουμε ώστε να προκαλούμε ή να συντηρούμε μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά του συντρόφου μας.