iporta.gr

Η Αθήνα ως ένα ιδιότυπο πρότυπο αντικανονικότητας και αντικοινωνικότητας, του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη

Ο Κωνσταντίνος Μεϊντάνης    είναι Απόφοιτος Κλασσικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, καθώς και του Kings College και Birkbeck College του Πανεπιστημίου τού Λονδίνου. Παράλληλα, έχει σπουδάσει Πιάνο και  Ανώτερα Θεωρητικά στην Αθήνα και στη Βιέννη. Ζει μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας και εργάζεται ως επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής. Το πρώτο βιβλίο με κείμενα ποίησης και πρόζας φέρει τον τίτλο «Δειλινές αποχρώσεις σ’ ένα δάκρυ. Αφορμές και αναβαθμοί μιας παλίνδρομης πορείας». 

Η Αθήνα ως ένα ιδιότυπο πρότυπο αντικανονικότητας και αντικοινωνικότητας.

Από «Ελλάδος έρεισμα» του αρχαίου Χτες, σε κοινωνία ανέρειστη του αγελαίου Σήμερα.

Τελικά, μπορεί να κριθεί μάλλον αναμφίρηστη η γνωμάτευση: η ταπεινωμένη και υποταγμένη Αθήνα του τέλους τού Πελοποννησιακού Πολέμου (404 π.Χ.) καταδίκασε τον Σωκράτη να πιει το κώνειο (399 π.Χ.), όπως η καθημαγμένη και πολυπολιτισμικά κατακερματισμένη Αθήνα των συγκαιρινών μας Μνημονίων -και των αιωνίων παλαιγενών αδυναμιών της- μας χορηγεί αφειδώλευτα μέρα-νύχτα μυριάδες άλλα φαρμάκια, από κάθε μεριά και με κάθε τρόπο. Βέβαια, θα μπορούσε, ή θα τολμούσε ίσως, κάποιος να πει πως δεν φταίει η Αθήνα για την κατάντια της ως πόλης, αλλά εμείς όλοι, όσοι ζούμε σ’ αυτήν, που την κακοποιούμε, την ελεεινολογούμε, την ποδοπατούμε, και, τελικά, την κατοικούμε σαν κακοπροαίρετοι περαστικοί, όχι ως μόνιμοι και συνειδητοί κάτοικοί της.

Παρ’ ό,τι επί σειρά δεκαετιών έχουν προταθεί λογής-λογής βοτάνια, νηπενθή, μαντζούνια, ξόρκια, για τις χαίνουσες και χρόνιες πληγές της, φαίνεται πως το αμείλικτο πρόβλημα, ως πραγματικότητά της, δεν έχει άλλο ως γενεσιουργό αίτιο του κακού παρά αυτή την ιδιότυπα ανίατη αυτοκαταστροφική αντικοινωνικότητά μας ως κατοίκων της, επί μισόν και πλέον αιώνα τώρα. Ως κοινωνία έχουμε τις πόλεις που μας ταιριάζουν, όπως ίσχυε το παλαιό ρητό περί κυβερνήσεων. Αν το τοπίο είναι, όπως έγραψε ο Ελύτης, «η προβολή της ψυχής ενός λαού πάνω στην ύλη», τότε αφεθήκαμε «δίχως αιδώ ή λύπη» να καταστούμε λειτουργικώς αναλφάβητοι όσον αφορά τον συλλαβισμό του νοήματος της Ομορφιάς, της Ευαισθησίας, και του Μέτρου. Του Μέτρου, που από «άριστον» έγινε αόριστον, και η ανισορροπία της αμετρίας απεριόριστη σε κάθε έκφανση της ψυχικής και της κοινωνικής μας υπόστασης. Η ντροπιαστική εικόνα, πριν από αρκετούς μήνες, του Νεοέλληνος άνετου και χαλαρού να έχει πατήσει με το ένα πόδι του πάνω στο Κενοτάφιο – Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη παίζοντας ανέμελος με το κομπολόι του, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, μια εικόνα απόλυτου ονείδους για την έννοια του συνειδητού Έλληνα πολίτη (αν αυτός δεν αποτελεί ήδη είδος προς εξαφάνιση) αλλά και για την Ηθική -με την ευρεία έννοια του όρου- της ελληνικής κοινωνίας, ήταν ανελέητη, τόσο οπτικά όσο και στη βαθύτερη σημασία της.

Ένα κοινωνικό σώμα ανεπίστρεπτα διαμελισμένο, το οποίο όλους μάς συνέχει και συνοχή δεν έχει, αλλά από ενοχές και αβελτηρία έχει και παραέχει αξιοθαύμαστο… πρωτογενές,  και αγενές, πλεόνασμα, το οποίο αν μπορούσε να αποτιμηθεί οικονομικά, θα κερδίζαμε με άνεση θέση ανάμεσα στους περίπυστους G8. Και ας λέμε συχνότατα, “άσ’ τα να πάνε”. Έλα όμως που κι εμείς εκόντες-άκοντες πάμε μαζί τους, γι’ αυτό και τα πράγματα δεν μας πάνε καθόλου καλά. Χώρια ότι δεν πάει άλλο το πράγμα…

Τα ξεσπάσματα φρενιτιώδους σχεδόν οργής οδηγών και πεζών, από την απλή και συνηθέστατη χειροπραξία της ανοιχτής παλάμης εκτοξευόμενης προς πάσα κατεύθυνση, μέχρι τις πρωτόφαντα ευφραδείς προτροπές σεξουαλικού νοηματικού περιεχομένου προς τον άλλο, ή την εντυπωσιακά δυναμική, καταλυτικά περιγραφική, χρήση επιθετικών προσδιορισμών, με τους οποίους θα ερυθριούσε ενδεχομένως και ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ, στοιχειοθετούν -και στοιχειώνουν- την εικόνα και τον ήχο τής αγελαίας συνύπαρξής μας. Και μάλιστα σε καθημερινή βάση, ώστε να καθιστά αβάσιμη κάθε αισιόδοξη προοπτική για το εφικτό μιας εν γένει αλλαγής συμπεριφορών και συνθηκών. Άλλωστε, ποτέ δε λείπουν από το προσφερόμενο menu αντιδράσεων και διατυπώσεων και εκφράσεις που, όπως έχει προσφυώς λεχθεί, μοιάζουν να αποτελούν ένα είδος εξομολόγησης της υπαρξιακής οδύνης μας, γι’ αυτό άλλωστε και βρίθουν τόσων θρησκευτικών αναφορών!

Ωστόσο, πέρα από την όποια πικραμένη ευτραπελία της περιγραφής, δεν μπορεί, ούτε και πρέπει, να αντιπαρερχόμαστε το γεγονός πως, σε μια εποχή κατά την οποία ολοφάνερα διακυβεύονται, διαβάλλονται, προσβάλλονται, και εκβάλλονται από τη ζωή μας (και τα διδακτικά μας σχολικά εγχειρίδια, μεταξύ άλλων) τα Κεφαλαιώδη και Έμπεδα της πολιτιστικής μας συγκρότησης, τα καίρια και κύρια στοιχεία και οι σταθερές τής ίδιας μας της ετεροπροσωπίας ως εθνικού συνόλου και ως λαού, εμείς συνεχίζουμε σα να είναι αναπόδραστο να οδεύουμε προς -ή να μεθοδεύουμε μετ’ εχθρών τε και φίλων- την Ιστορική καταδίκη μας. Η αλλοτρίωσή μας μοιάζει να έχει καταστεί πια ανήκεστη και τίποτα δεν μπορεί να την αναστρέψει. Ενώ το σύνολο των εντάσεων, των αδιεξόδων, των προκλήσεων, των φόβων, των πληγμάτων, από κάθε κατεύθυνση ως ενισχυόμενη διαρκώς κατάσταση μπορεί, εν μία ριπή, τα πάντα να ανατρέψει – και για τους πάντες. Μέχρι πότε θα αντέχουμε να ερωτοτροπούμε με την αυτοκαταστροφική βακχεία μας;

Η Αθήνα δεν είναι πόλη που σέβεται τους κατοίκους της. Κι αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή οι κάτοικοί της δεν την σεβάστηκαν ποτέ. Κυρίως μάλιστα μετά την παραφροσύνη της ανοικοδόμησής της που απέληξε νομοτελειακά στην αποδόμησή της ως κοινωνικού χώρου και ως τρόπου κοινωνικής ύπαρξης, συνύπαρξης, και πράξης. Η ζωή γίνεται στην καθημερινότητά της, εκτός από αφύσικη και ασφυκτική, ριζικά ανούσια, δίχως άξονες νοήματος, και η ενστικτώδης συχνότατα αντίδραση σ’ αυτό το κενό, ανόσια. Ελάχιστοι μάλλον θα μπορούσαν να επαίρονται για την τυχόν ανοσία τους απέναντι στην εφιαλτική αυτήν ατμόσφαιρα.

Η πόλη τούτη, συχνότατα όζουσα, και τόσες δεκαετίες οιμώζουσα, κρατά ίσως κάτι από τις ανταύγειες του παλαιού της του καιρού την ώρα των καλοκαιρινών δειλινών. Τότε είναι που το άρωμα μιας ευγενούς ανθρωπιάς, μιας θαλπωρής ξεχασμένης, ψαύει ανακουφιστικά το τραχύ δέρμα της κοινωνικής μας ορφάνιας. Το ζείδωρο νεύμα του τόπου έρχεται διακριτικό απέναντι στο ανοίκειο και απόξενο πνεύμα του τρόπου – και της πολύτροπης κακοτροπίας του.

Η ώρα του αθηναϊκού καλοκαιρινού δειλινού έχει μιαν άλλη αύρα, από σαγήνη, γαλήνη, και στοχαστική νοσταλγία καμωμένη, για ν’ απλωθεί πάνω στην αποκαμωμένη αθηναϊκή γη. Και καθώς απλώνεται, και μεστώνει, όσο στην άκρη του ουρανού αργοσταλάζει το αποσπερνό φως, μοιάζει σα να αντηχεί ανεπαίσθητα τους στίχους του Πινδάρου:

«Ω ταί λιπαραί καί ιοστέφανοι καί αοίδιμοι,/ Ελλάδος έρεισμα, κλειναί Αθήναι, δαιμόνιον πτολίεθρον» (Αποσπ.76)

[Ω, λαμπρή και ιοστεφανωμένη και χιλιοτραγουδημένη, προπύργιο της Ελλάδας, ονομαστή Αθήνα, θεϊκή πόλη].

“Ελλάδος έρεισμα…”, την είπε ο Ποιητής. “Δαιμόνιον πτολίεθρον…” Αλλά, σήμερα πια, και θύμα κι άθυρμα της ανοικτίρμονης και οικτρής διελκυστίνδας ανάμεσα στην αδιαφορία των δαιμόνιων δημάρχων της, και τη δυσφορία των αποξενωμένων πολιτών της…

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr