iporta.gr

Η έκκληση ενός ήρωα του 1940, του Αντώνη Η.Διαματάρη

Ο κ. Αντώνης Διαματάρης είναι Ομογενής Έλληνας της Αμερικής, Αρθρογράφος, Επιχειρηματίας, πρώην Εκδότης, Πρόεδρος και Διευθυντής της Εφημερίδας “Εθνικός Κήρυξ” που κυκλοφορεί καθημερινά στην Αμερική, νυν Σύμβουλος του “Ε.Κ” και πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών. 

Οταν πριν δύο χρόνια εκπροσώπησα την κυβέρνηση ως Υφυπουργός των Εξωτερικών για τον Απόδημο Ελληνισμό στις εκδηλώσεις για την 28η Οκτωβρίου στην Βόρειο Ηπειρο, συνειδητοποίησα πλήρως το μέγεθος της θυσίας των χιλιάδων Ελλήνων στρατιωτών, καθώς και των κατοίκων της περιοχής που τους περιέθαλψαν.

Εκεί, στις πλαγιές των βουνών της Κλεισούρας και των Βουλιαράτων, που επισκέφτηκα, έπεσαν πολεμώντας γενναία, σαν τους 300 του Λεωνίδα, αμέτρητα ελληνόπουλα υπέρ της πατρίδος.
Και τότε, καθώς και πολλές φορές έκτοτε, θέτω το ερώτημα στον εαυτό μου: Υπάρχει τρόπος, είναι κάτι που μπορούμε εμείς που ευεργετηθήκαμε από τη θυσία τους, την τελική θυσία, τη ζωή τους, που μπορούμε να κάνουμε για να δικαιώσουμε το δικό τους μεγαλείο και αυταπάρνηση για την πατρίδα;
Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτό που θα ζητούσε, αυτό που θα μας έλεγε, αν  ένας έστω από αυτούς τους ήρωες είχε την δυνατότητα να πάρει ένα μικρόφωνο ή να γράψει ένα σχόλιο σε μία εφημερίδα και να μας μιλήσει, θα ήταν, πιστεύω, περίπου τα εξής:
Αδέλφια μου,
Οταν χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού μου ανακοινώνοντας την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία και την επιστράτευσή μας, ήμουν ένας ταπεινός κτηνοτρόφος.
Ημουν άσχετος με τις υποθέσεις, ακόμα και του διπλανού χωριού και πολύ περισσότερο της πατρίδας και του έξω κόσμου.
Αφησα όμως τα ζώα και το αλέτρι μου γιατί μου το ζήτησε η πατρίδα.
Είχα ακούσει πολλές ιστορίες από τον πατέρα μου που πολέμησε στη Μικρά Ασία για την καταστροφή των Ελλήνων, μετά από χιλιάδες χρόνια ζωής στις πατροπαράδοτες εστίες τους και με στεναχωρούσε.
Δεν φαντάστηκα όμως ότι μια μέρα θα ερχόταν και η δική μου σειρά να πολεμήσω.
Μετά, λοιπόν, από πολλές ταλαιπωρίες βρέθηκα με τη μονάδα μου στην πρώτη γραμμή στην Βόρεια Ηπειρο. Οι κάτοικοι εκεί, Έλληνες όλοι, μας υποδέχτηκαν σαν σωτήρες. Ανοιξαν τα σπίτια τους για να μας φιλοξενήσουν. Μας έδωσαν τις κάπες τους για να ζεσταθούμε. Μας είχαν σαν παιδιά τους.
Το σημείο στο οποίο στρατοπεδεύσαμε, ήταν σε μία πολύ όμορφη περιοχή, με κατακόρυφες πλαγιές, στολισμένες με πολλά δέντρα, με ένα ρυάκι να διασχίζει το διπλανό χωριό. Ενας πραγματικός παράδεισος.
Οταν άρχισαν οι επιθέσεις των Ιταλών εγώ και συνάδελφοί μου, δεν σκεφτήκαμε ούτε τα νιάτα μας, ούτε τις οικογένειες που είχαμε αφήσει πίσω μας, ούτε και τα κορίτσια μας.
Το μόνο που σκεφτήκαμε ήταν η σωτηρία της πατρίδας. Γι’ αυτό και πέσαμε στον πόλεμο τραγουδώντας, χαρούμενοι και υπερήφανοι ότι κάναμε το καθήκον μας απέναντι στην πατρίδα. Τότε κατάλαβα πως ό,τι άλλο και να έχεις, αν σου λείπει η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, αν χάσεις την πατρίδα σου, τότε δεν έχεις τίποτα.
Ναι, σκοτωθήκαμε. Οχι μόνον εγώ, αλλά χιλιάδες από εμάς. Αλλά τι πιο ωραίος θάνατος από τον θάνατο για την πατρίδα;
Δεν ζητάμε τίποτα από σας. Δεν ζητάμε ανταλλάγματα γι’ αυτό που κάναμε.  Δεν εξαργυρώνεται ο πατριωτισμός.
Ενα μόνο πράγμα ζητάμε. Να κάνετε και εσείς το καθήκον σας για την πατρίδα. Και, ευτυχώς, εσείς δεν καλείστε να δώσετε τη ζωή σας για αυτήν. Τουλάχιστον όχι τώρα.
Αν κάνετε κάθε μέρα το καθήκον σας, τότε, αν ποτέ χρειαστεί να αγωνιστείτε για την πατρίδα, θα είστε έτοιμοι. Και ίσως πιο έτοιμοι από ό,τι ήμασταν εμείς.
Αδέλφια,
Η χώρα μας, ο Ελληνισμός περικυκλώνεται από εχθρούς. Από τους Πέρσες μέχρι τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, το 1940.
Ο χειρότερος όμως εχθρός από όλους, είναι ο εσωτερικός εχθρός. Είναι αυτός που υποσκάπτει τις βάσεις πάνω στις οποίες στηριζόμαστε. Που μαλθακώνει τη θέλησή μας. Που τρώει σαν καρκίνος τα σωθικά μας, ως λαός.
Και ο εχθρός αυτός είναι ο διχασμός. Αυτόν να φοβόσαστε περισσότερο από τους άλλους.
Σας ευχαριστώ.
Ένας Έλληνας στρατιώτης