Ο Δημήτρης Κατσούλας είναι συνταξιούχος του Ταμείου Νομικών. Παρουσιάζεται: “Εν συντομία λοιπόν, έχουμε και λέμε: Με καταγωγή από την Μεσσηνία, αποφάσισα εν μέσω Πανδημίας COVID-19, να αποχωριστώ την Ελλάδα και να εγκατασταθώ στο Μιλάνο, βρίσκοντας διέξοδο στις αναζητήσεις μου Μουσική και Θέατρο, όπου παραμένουν οι μεγάλες μου Αγάπες. Μότο ζωής: ΥΠΝΟΣ, Ο ΜΙΣΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ|
Ήταν πείσμα της, ήταν στοίχημά της και το έκανε πράξη: Το ΟΑΚΑ πλημμύρισε από χιλιάδες πιστούς της που συγκεντρώθηκαν για να προσκυνήσουν το απόλυτο εγχώριο φαινόμενο, την Άννα Βίσση. Σαν να μη της αρκούσαν τα δύο συνεχόμενα «υπερθεάματα» στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο που παρουσίασε τα δύο προηγούμενα χρόνια, η τραγουδίστρια, η δική μας «αειθαλής» σταρ, «απέδειξε» για ακόμα μία φορά το Σάββατο 26/9/2026, πως ο χρόνος είναι απλώς μια σχετική έννοια, τον οποίο επιλέγει να αγνοεί επιδεικτικά, και δικαίωμά της αναφαίρετο είναι. Σε ένα υπερθέαμα που διαφημίστηκε ως η «Συναυλία της χρονιάς», το κοινό της έδωσε την ευκαιρία αποθεώνοντάς την, παραμένουσα όμως πεισματικά ασυμβίβαστη και εγκλωβισμένη σε μια αιώνια, κατασκευασμένη νεότητα, η βασίλισσα της σκηνής.
Φυσικά, η «αγάπη για το κοινό» είναι πάντα το τέλειο προπέτασμα καπνού. Πίσω από τα φώτα, τις κραυγές, τις εφηβικές πόζες και τους πειραματισμούς, η πραγματική κινητήριος δύναμη της βραδιάς δεν ήταν άλλη από την ακατανίκητη έλξη του κέρδους, αυτό που για την ιδία αποτελεί τον μοχλό της δύναμής της. Μια καλοκουρδισμένη εισπρακτική μηχανή – με πρωτεύοντα χορηγό την ΔΕΗ, παρακαλώ – που κόστισε σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των διοργανωτών του σόου πάνω από 7.000.000 ευρώ, προσφέροντας ένα προϊόν φθηνής, εύπεπτης διασκέδασης, ντυμένο με τη λάμψη της υπερπαραγωγής. Η 26/9/2026 εκδοχή της κυρίας Βίσση έμοιαζε να ανακύκλωνε μια συνταγή που αποσκοπούσε ξεκάθαρα στην εμπορική επιτυχία, θυσιάζοντας κάθε ίχνος αξιοπρεπούς καλλιτεχνικής εμφάνισης στον βωμό των φουσκωμένων κασέ της.
Πόσο μακριά, αλήθεια, φάνταζε όλο αυτό το θορυβώδες σκηνικό από το ξεκίνημα της Άννας, που μόλις το 1973 είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, προερχόμενη από την Λάρνακα της Κύπρου; Για όσους θυμούνται, η Άννα Βίσση υπήρξε κάποτε μια σπουδαία, δροσερή φωνή του Ελληνικού τραγουδιού. Ήταν η εποχή που ερμήνευε τις πρώτες της επιτυχίες συνεργαζόμενη με τον Μίκη Θεοδωράκη σε μερικά τραγούδια του δίσκου «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» (1974) ή όταν έδινε πνοή με την συμμετοχή της στους δίσκους του Σταύρου Κουγιουμτζή «Μικρές πολιτείες» (1974) και «Στα ψηλά τα παραθύρια» (1975). Εκείνα τα πρώτα βήματα είχαν μια αυθεντική ποιότητα, μια ειλικρίνεια και μια καλλιτεχνική αξιοπρέπεια που δεν χρειάζονταν πυροτεχνήματα για να λάμψουν.
Ο παραλληλισμός της τότε ερμηνεύτριας με την σημερινή «pop»(;) φιγούρα της που κυνηγάει την εφήμερη τάση της εποχής, προκαλεί μια στυφή γεύση, μια πικρόχολη μελαγχολία αλλά και μια εξοργιστική έκπτωση συνάμα.
Δυστυχώς, η τέχνη (με το τ μικρό) έδωσε τη θέση της στην Επιχείρηση, και η ωριμότητα, αντί να φρονηματίσει την τραγουδίστρια γειώνοντάς την, θυσιάστηκε για μια θέση στην εμπορική αιωνιότητα.
Συγκρίσεις αναπόφευκτες
Από τη μία πλευρά, το ΟΑΚΑ μετατράπηκε σε μια λαοθάλασσα χιλιάδων θεατών για χάρη της Άννας Βίσση με ένα υπερθέαμα γεμάτο ντεσιμπέλ, λέιζερ, γιγαντοοθόνες και μια πολλαπλασιαστική υστερία όπου η μουσική λειτούργησε ως μαζική εκτόνωση, ενώ από την άλλη, στα στενά της Πλάκας, η ιστορική «Απανεμιά» στεγάζει τον απόλυτο αντίποδα: λίγα τραπεζάκια, χαμηλός φωτισμός, μια κιθάρα, ένα πιάνο και σπουδαίοι ερμηνευτές σε απόσταση αναπνοής από το κοινό. Εδώ δεν υπάρχουν εφέ για να κρυφτείς. Η συγκίνηση γεννιέται από την καθαρή Τέχνη και την μυσταγωγία που αποπνέει ο χώρος, όπου οι νύχτες έχουν βάρος και ιστορία.
Η σύγκριση είναι αμείλικτη αλλά και δίκαιη: Στο ΟΑΚΑ πήγες για να …δεις και να σε δουν ματαίως εντός της κοσμοχαλασιάς, εορτάζοντας το «φαίνεσθαι» της εγχώριας Showbiz, στην «Απανεμιά» πας για ν’ ακούσεις και να νιώσεις, επιστρέφοντας στην ουσία του Ελληνικού τραγουδιού. Το πρώτο ήταν ένα εντυπωσιακό πυροτέχνημα, το δεύτερο, είναι μια αναμμένη εστία που κρατάει όρθια και ζεστή την ψυχή μας ακόμα, σε πείσμα των καιρών.
27 Σεπτεμβρίου 2026