Ο κ. Βασίλειος Μαστρογιάννης είναι Διδάκτωρ Δημοσίου- Διοικητικού Δικαίου. Επίσης, ήταν υποψήφιος Βουλευτής Φθιώτιδας με το ΠΑΣΟΚ
Η τραγική κατάληξη της δράσης εγκληματικών ομάδων με τον θάνατο μιας αθώας γυναίκας ( μητέρας στελέχους της ΝΔ) στη Θεσσαλονίκη, ήρθε να δυναμιτίσει περαιτέρω το ήδη τεταμένο πολιτικό κλίμα στη χώρα.
Ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας συνέδεσε δημόσια τις επιθέσεις με την Αριστερά, υποστηρίζοντας ότι αυτές εντάσσονται σε ένα κλίμα πολιτικής βίας.
Η αντιπολίτευση τον κατηγορεί και δικαίως, ότι επιχειρεί να εργαλειοποιήσει το περιστατικό και να οξύνει την πολιτική πόλωση.
Από τη δεκαετία του 1980 η δεξιά παράταξη προσπαθούσε με κάθε ευκαιρία να συνδέσει τη σκληρή τρομοκρατία ( 17 Ν, ΕΛΑ κλπ) με στελέχη της τότε κυβερνητικής προοδευτικής πλειοψηφίας του ΠΑΣΟΚ.
Ήταν τα εμφυλιοπολεμικά κατάλοιπα ίσως που έκαναν, όσους ανέλαβαν την εξουσία μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, με τη συνηθισμένη τακτική του στιγματισμού ( ως κομμουνιστές ή συμπαθούντες) και τα γνωστά συνεπακόλουθα ( ξερονήσια, διώξεις, εξορίες και κοινωνική περιθωριοποίηση), να συνεχίζουν τις δοκιμασμένες συνταγές του κοινωνικού αυτοματισμού.
Δεν είχαν όμως αντιληφθεί ότι μετά το 1981 τα πράγματα είχαν αλλάξει και δεν μπορούσαν να δράσουν παρακρατικά όπως στο παρελθόν, παρόλες τις προσπάθειες σπίλωσης των προοδευτικών πολιτών που ήταν διαχρονικά η πλειοψηφία σε αυτή τη χώρα.
Μετά τη σύλληψη των τρομοκρατών, επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, αφαιρέθηκε και κάθε τελευταίο επιχείρημα ή φαντασίωση για το θέμα και ήλπιζε κανείς ότι η ελληνική κοινωνία ξεμπέρδεψε από τις στοχοποιήσεις, αλλά και τη βία.
Δυστυχώς ακολούθησαν ταραγμένες περίοδοι κατά την πτώχευση της χώρας ( αλλά και μετά απ αυτή) και στις κοινωνικές ρωγμές που δημιουργήθηκαν αναπτύχθηκε εκ νέου μία μορφή βίας που κατά βάση εξυπηρετεί τα εξουσιαστικά αφηγήματα.
Η παρούσα κυβέρνηση αντί να αντιληφθεί τις δικές της ευθύνες για την εξέλιξη του φαινομένου και να πράξει τα δέοντα, δυναμιτίζει σκοπίμως το πολιτικό κλίμα.
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η έντονη ανάδειξη της πολιτικής βίας και η σύνδεσή της με παλαιότερες δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, εξυπηρετεί τη συσπείρωση του συντηρητικού ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας.
Παράλληλα, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η πόλωση μπορεί να ενισχύσει και τη συσπείρωση ψηφοφόρων γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο η ΝΔ ενδέχεται να θεωρεί πιο προβλέψιμο πολιτικό αντίπαλο από μια νέα ηγετική φυσιογνωμία που δεν έχει κυβερνητικό «φορτίο».
Η λογική πίσω από αυτήν, είναι ότι μια αναμέτρηση με έναν γνώριμο αντίπαλο, απέναντι στον οποίο υπάρχουν ήδη αρνητικές μνήμες για ένα μέρος του εκλογικού σώματος, μπορεί να θεωρείται πολιτικά πιο ευνοϊκή από έναν παραδοσιακό αντίπαλο όπως το ΠΑΣΟΚ το οποίο εδώ και χρόνια είναι το μόνο που έχει ασκήσει δομημένο και επιθετικό αντιπολιτευτικό λόγο με προτάσεις και θέσεις, οι οποίες αποτελούν την αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Όποια κι αν είναι η επιδίωξη, το σίγουρο είναι ότι αυτή η πολιτική πόλωση βλάπτει συνολικά τη χώρα και δίνει ένα ακόμα χτύπημα στην ολοένα και πιο αδύναμη δημοκρατία, καθότι μπορεί με τέτοιες μεθοδεύσεις να συσπειρώνονται κάποια μικρά ακροατήρια, αλλά η μεγαλύτερη πλειοψηφία του ελληνικού λαού, απογοητευμένη, κουρασμένη και αηδιασμένη από το χαμηλό επίπεδο του πολιτικού διαλόγου και της πολιτικής δράσης, περνάει στο περιθώριο και δεν συμμετέχει στα κοινά.
Φυσικά αυτός ενδέχεται να είναι και ο τελικός στόχος, καθόσον οι μικρές και ελεγχόμενες ομάδες, όταν υπάρχει μεγάλη αποχή, δίνει και τις κρίσιμες πλειοψηφίες.
Αν όμως, όντως αυτός είναι ο στόχος, η απάντηση των προοδευτικών- Δημοκρατών πολιτών πρέπει να είναι η όσο μεγαλύτερη συμμετοχή στις εκλογές για να δοθεί μία απάντηση σε αυτούς που απεργάζονται ΄΄μειοψηφικές΄΄ πλειοψηφίες.
Είναι καιρός της δράσης κι όχι της αποχής.