iporta.gr

Βροχή, του Γιώργου Χατζηδιάκου

Δεν άντεξε, φαινόταν από μακριά πως δεν θ’  άντεχε

Το  άκουγες, το έβλεπες

Ασφυκτιούσε μέσα  στο  μαύρο πέπλο που η ίδια είχε φτιάξει

Έπρεπε να απελευθερωθεί

Παράξενο δεν είναι;

Να μην αντέχεις το δημιούργημα σου και να θέλεις ν απελευθερωθείς απ’  αυτό ;

 

Ξέσπασε αργά το απόγευμα

Ήταν ένα γλυκό  καλοσυνάτο , αυθόρμητο, ξέσπασμα

Από  αυτά που αγαπάς και δέχεσαι

Ο ίδιος το ήθελε

 

Όπως και η πόλη, που μέρες τώρα, το αποζητούσε

σαν αγιασμό

ίσως για  να  ξεπλύνει  τις αμαρτίες της, αν είχε.

 

Ενστικτωδώς το βλέμμα  έφερε, προς τα πάνω

Ήθελε, να τον μουσκέψει

Τη λάτρευε από μικρός τη βροχή

Φίλη Αγαπημένη

 

Τα χέρια του  άπλωσε,  να την αγκαλιάσει

Την άφησε  να του  μαστιγώσει το κορμί

Το είχε ανάγκη

Σαν μια μακραίωνη τελετή  εξαγνισμού και λύτρωσης

 

Ένα μήνυμα δόνησε το κινητό

Το διάβασε:

Μου προκαλεί θλίψη  η βροχή

Έβρεχε όταν έφυγε ο πατέρας μου

Έβρεχε όταν με πλήγωσαν

Έβρεχε όταν έφυγες και με χαιρέτησες

 

Το πρόσωπο του μονομιάς, φλόγισε

Κοίταξε τον ορίζοντα

Πάσχιζε να βρει μέσα απ’ τη θάλασσα,

Ό,τι απόμεινε από τον δρόμο του ουρανού

ενώ η βροχή

όλο και  δυνάμωνε

Ο Γιώργος Χατζηδιάκος είναι Σύμβουλος Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης Εταιρειών