Ανοιχτή πόρτα

Τα μάτια, τα… φρύδια και ο Σουρής, της Δέσποινας Κοντάκη

Spread the love
  • 21
    Shares

Πολεμώντας και αποφεύγοντας την παράνοια και την ανισορροπία αυτού του κόσμου,  συνήθιζα (και συνηθίζω) στη θάλασσα να παίρνω ένα,  μπορεί και δυο βιβλία.

Όχι για να τα στήσω σε πρώτη θέα “εδώ η καλή κουλτουριάρα γκόμενα”  αλλά για να διαβάζω και να ξεχνάω ότι η διπλανή κυρία δεν έλεγε καν στο παιδί της να μην ουρλιάζει και να μην πετάει νερά στους έξω από τη θάλασσα.

Με αποτέλεσμα να μας κάνει τα …φρύδια τούμπανο. Και τα βιβλία  μούσκεμα.

Τώρα πάω σε άλλη θάλασσα γι αυτό και ο παρελθόντας χρόνος “δεν έλεγε”.

Πες καλή μαμά στο παιδάκι σου να φωνάζει πιο δυνατά διότι πέρα – πέρα μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι μας, δεν το ακούνε καλά.

Γουρλώνει τα μάτια η μαμά κι εσύ σκέφτεσαι “θεέ! Δεν έχει καθόλου καλά μάτια η μαμά αυτή” !

Τέλος πάντων, επανέρχομαι…

Συνήθως είναι ποίηση αυτά που παίρνω μαζί μου. Και συνήθως (πάλι) εκστασιάζομαι, πέφτω σε νιρβάνα,  σε έρωτα, σε πιο πολύ έρωτα και άστα να πάνε. Πέφτω στα πατώματα, στα βότσαλα, πέφτω με τα μούτρα.

Δεν δίνω δεκάρα τσακιστή για κάτι σπουδαία πρόσωπα και ψάχνω εκείνο το άλλο Ιδιαίτερο  χάρισμα που θα με κάνει να χαμογελάσω,  να ανοιχτώ στα βαθιά, να αφεθώ στο βλέμμα του καρχαρία.

Οι στίχοι ενός ποιήματος έχουν πάντα την δύναμη να με εξαφανίζουν από το σημείο που βρίσκομαι και να με μεταφέρουν στον τόπο εκείνον του ποιητή. Με τα μάτια κλειστά ή ανοιχτά δεν έχει σημασία.

Ένα καλοκαίρι έσερνα έναν βαρύ τόμο Ποιητικής Ανθολογίας ο οποίος περιείχε και Γ. Σουρή.

Σε κάθε στίχο λυνόμουν στα γέλια.

Γελούσα τόσο δυνατά που οι άλλοι γύριζαν και με κοίταζαν.

Κάποιες φορές ούρλιαζα από τα γέλια μη μπορώντας επ` ουδενί να σταματήσω.

Τα φωνακλάδικα παιδάκια σώπαιναν και οι κακομαθημένες μαμάδες γούρλωναν τα μάτια κι έτσι ήμασταν πάτσι.

Άλλοι με κοίταζαν καχύποπτα κάνοντας τα μάτια τους δυο σχισμές.

Ποιά είναι αυτή που τολμάει και γελάει μόνη της χωρίς παρέα; Ε;;;

Έπαιρνα την εκδίκησή μου

και ερχόταν ισορροπία σ` αυτό το ανισόρροπο Σύμπαν που αναγκαστικά ζούμε μαζί με όλα τα πλάσματα και που πολλά από αυτά δεν έχουν τρόπους.

Ε, λοιπόν με το παρακάτω ποίημα το οποίο δεν υπήρχε στην ανθολογία αλλά το είχα αντιγράψει σε χαρτί αλληλογραφίας από μια εφημερίδα, είχα ζήσει άλλη μια υπέροχη ημέρα κάνοντας τούς γύρω μου να φαντάζονται ποιός ξέρει τι.

Ισως και ότι διάβαζα ερωτική επιστολή κάποιου άνδρα.

Ποιός είπε ότι οι άνδρες δεν έχουν χιούμορ όταν εκφράζονται ακόμα και ερωτικά;

Καλό καλοκαίρι παίδες εν καμίνω!

Καρδούλες φιλάκια!

Όσο για αγκαλιές… καλόν είναι το καλοκαίρι να μην αγγιζόμαστε άνευ λόγου και αιτίας.

Και κυρίως δεν πετάμε, νερά, άμμο, σκουπίδια και σάλια στο περιβάλλον και στους γύρω μας.

Το εν λόγω κείμενο σκοπό έχει να σας διασκεδάσει.

*    *    *

Μάτια – Γεωργίου Σουρή

Σοφέ μας οφθαλμίατρε και κύριε Γαζέπη,

σε τούτον τον ψευτόκοσμο τι μάτια κανείς βλέπει!

Μάτια που σε νυστάζουνε κι αρχίζεις χασμουρήματα

και μάτια που σε βάνουνε σε πειρασμούς και κρίματα.

Μάτια που τα θολώσανε μαύρης ζωής καημοί,

μάτια που τον Παράδεισο σ’ ανοίγουν νύχτα μέρα,

και μάτια που σε κάνουνε και θέλοντας και μη

να πας στο γέρο Διάβολο κι ακόμη παραπέρα!

Μάτια που λες αληθινά πως του διαβόλου θα ‘ναι΄

μάτια που μ’ ένα κοίταγμα θαρρείς πως θα σε φάνε΄

μάτια που σε ματιάζουνε γιατί σε βλέπουν πλούσιο

και με τον δίσκο δεν ζητάς και συ τον επιούσιο.

Μάτια που στρέφονται ψηλά

προς επουράνια καλά,

κι άλλα που ψάχνουν χαμηλά

να βρούνε τίποτε ψιλά.

Μάτια που σκιάζουνται το φως καθώς η νυκτερίδα΄

μάτια που λες πως πάντοτε θ’ αστράφτουν ανοικτά΄

μάτια σαν της γλαυκώπιδος και μάτια σαν γαρίδα,

οπού σε κάνουν να κρατείς τις τσέπες σου σφικτά!

Μάτια που το μαυράδι των το γλυκοκελαδούν

μπουμπουνισμένοι ποιηταί με τόσο λυρισμό΄

μάτια που δε σηκώνονται λιγάκι να σε ιδούν

μονάχα από ψευτοντροπή και από ταρτουφισμό.

Κι άλλα παρθένα και δειλά

μ’ αγγέλων αθωότητα

που σκύβουν κάτω ντροπαλά

μ’ αληθινή σεμνότητα.

Μάτια που περιπαίζουνε μ’ αδιαντροπιά γεμάτα΄

μάτια που σε μαγεύουνε και λες : ανάθεμά τα!

Μάτια που καθετί στραβό φαίνετ’ εμπρός των ίσο

και κάτι μάτια θαυμαστά,

που σε τρομάζουν και κλειστά

και γίνονται και τέσσαρα και βλέπουν κι από πίσω!

Μάτια μαριόλικα , που λες πως είναι καμωμένα

μόνο για να λιγώνονται σ’ ερώτων πανηγύρια΄

μάτια που σαν ηφαίστειο σού φαίνονται σβησμένα,

και μάτια που σπιθοβολούν και μοιάζουν σαν ζαφείρια.

Μάτια κουτά, μάτια χαζά, που που τίποτε δεν λένε΄

μάτια που λες πως έγιναν μονάχα για τα μάτια΄

και μερικά που κουτουρού συνήθισαν να κλαίνε

και στάζουν δίχως αφορμή σαν πήλινα κανάτια.

Μάτια που μόνον η ψευτιά τ’ ανοιγοκλείνει πάντα

και μερικά που βλέπουνε χωρίς να ξέρουν γιάντα;

Μάτια που ρέμβης φαίνονται κι ονείρων κατοικία΄

μάτια γλαρά προικοθηρών με κύκλους φλογερούς,

αλλά και μάτια Δαλιδάς και μάτια γυναικεία

που λαχταρούν εμπορικά και τσάγια και χορούς.

Μάτια τρελά, που μέσα των φεγγοβολεί νεότης

και κάθε πόθος φτερωτός της εποχής της πρώτης.

Μάτια γερόντων που ματιές

αναζητούν με πόνο,

και πότε βγάζουνε τσίμπλες μόνο.

Μάτια καμπόσων κοσμικών

και καλογήρων μερικών,

που σκανδαλίζονται συχνά κι έχουν το βλέμμα λαύρο

προ πάντων την Σαρακοστή που τρων χαβιάρι μαύρο!

Μάτια που ματοκύλησαν την Τροίαν του Πριάμου,

και του Ομήρου των τυφλών εδόξασαν τις λύρες΄

αλλά και μάτια μύωπος σαν τούτα τα δικά μου,

που τους παπάδες παίρνουνε για μαυροφόρες χήρες!

Και μάτια που φιλάνθρωπα για τ’ οφθαλμιατρείο

ήλθαν εδώ να κοιταχθούν στο Θέατρο το κρύο.

Ποικίλος και στην όρασιν ο κόσμος ο κανάγιας!

Κι άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας.

η εικόνα προφίλ της Δέσποινα Κοντάκη Τσιριγώτη

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.   

The article expresses the views of the author      

iPorta.gr 

  • 21
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Εγκληματίας σχεδίου, της Τζίνας Δαβιλά
Ανοιχτή Πόρτα, Ανοιχτή Σκέψη: το πείραμα
… το όνομά μου ήταν Lemur…, του Σπύρου Ντασιώτη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.