Εγγραφείτε στο Newsletter
30/09
2017
11:37

«Μια ζωή ψαρεύοντας», Eκδόσεις Ίκαρος:Το βιβλίο που διάβασα, του Κωστή Α. Μακρή

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(6 ψήφοι)

Kostis A. Makris

 

 

 

 

 

 

 

    

Κωστής Α. Μακρής  

 

 

 

 

 

 

PSAREYONTAS_COV_OTA_PAVEL_KAM_23MAY17_LR.jpg

 

 

«Μια ζωή ψαρεύοντας», του Ότα Πάβελ


Εκδόσεις Ίκαρος

 

Το βιβλίο που διάβασα

 

Μετά, το φτερό έκανε κωλοτούμπα, το κεφάλι κάτω τα πόδια πάνω,
σαν μισοβυθισμένη πάπια κι άδραξα σπασμωδικά το καλάμι.
Σίγουρα θα είναι πέρκα που τριγυρνάει εδώ μονάχη.
Το φτερό έκανε χοπ και χάθηκε κάτω από την επιφάνεια.
Το είδα να κατευθύνεται προς τα νούφαρα.
Τράβηξα.
Το καλάμι λύγισε απότομα κι εγώ για πρώτη φορά στη ζωή μου
ένιωσα το ηδονικό τράβηγμα του ψαριού. Παλέψαμε γενναία και οι δυο μας.
Μετά από λίγη ώρα είδα να εμφανίζεται στην επιφάνεια
το αγκαθωτό μουσούδι.
Ήταν πέρκα κι ήταν μεγάλη όπως οι καρό κόκκινες τραγιάσκες, μόνο που το χρώμα της ήταν λαδοπράσινο και στα πλευρά της είχε σκούρες λωρίδες.
Τα κόκκινα πτερύγιά της έμοιαζαν πολεμικά τρόπαια,
ενώ η καμπούρα της έμοιαζε με ταύρου.
Αντί για μάτια είχε μικρά χρυσαφιά νομίσματα,
και στην πλάτη της ξεχώριζε το προτεταμένο ακόντιό της.
Αυτό δεν ήταν ψάρι, ήταν δράκος, σιδερόφρακτος ιππότης
με κόκκινα φτερά στην περικεφαλαία.
Το τράβηξα έξω στο χορτάρι και ξάπλωσα πάνω του για να μη μου φύγει.
Και οι δυο μας ήμασταν δυο μικροί πολεμιστές.
Μετά το μετέφερα θριαμβευτικά στο πορθμείο.
Τσιμπήθηκα από τα αγκάθια του και απ’ το δάχτυλό μου έτρεξε λίγο αίμα.
Σκέφτηκα ότι από σήμερα ο θείος Πρόσεκ θα μ’ αγαπάει το ίδιο με τον Γίρκα.
Ο Πρόσεκ καθόταν στον πάγκο πίνοντας ένα υποκατάστατο του οινοπνεύματος, το κατσικίσιο βερμούτ, όπως αποκαλούσε το γάλα.
Με παίνεψε: «Είσαι τσίφτης».
(Απόσπασμα από το διήγημα «Το πρώτο μου ψάρι», σελ. 47)

 

 

 

Οι άνθρωποι ψαρεύουν και τρώνε ψάρια, κυνηγάνε και τρώνε ζαρκάδια και άλλα ζώα. Οι αλεπούδες πνίγουν και τρώνε κότες κι άλλα ζώα. Τα σκυλιά κυνηγάνε και σκοτώνουν αλεπούδες και άλλα ζώα. Οι άνθρωποι κυνηγάνε και σκοτώνουν πολλά ζώα. Τα πιο πολλά τα τρώνε και με άλλων τα δέρματα ντύνονται.

 

Οι άνθρωποι μπορεί και να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους χωρίς να είναι τέρατα. Αυτό που μπορεί να τους κάνει τέρατα είναι οι απάνθρωπες ιδεολογίες τους και η ιδεολογική ενθάρρυνση και υποστήριξη των φόνων και των εγκλημάτων που διαπράττουν.


Ο Ότα Πάβελ, στα 15 διηγήματα αυτού του βιβλίου, στριφογυρίζει μέσα στις στοές του ορυχείου της παιδικής του ηλικίας, εξορύσσει όγκους μνήμης και τους σμιλεύει αδρά χωρίς να τους ωραιοποιεί και δίχως εμφανή πρόθεση να τους αγιοποιήσει. Με αυτές τις μνήμες σαν πρώτη ύλη, μας ιστορεί τους θύτες και τα θύματα που επιζούν από τον λαβύρινθο της λήθης και της τρέλας του. Αυτό που δεν ξέρω είναι αν κατάφερε ποτέ του να βγει από τον λαβύρινθο αυτόν ή ξέμεινε εκεί μαζί με τη σωτήρια τρέλα του, να προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τον δικό του Μινώταυρο. Και η εντύπωση που έχω είναι ότι ο λαβύρινθος των παιδικών χρόνων του δεν ήταν ένας άγριος τόπος απόδειξης της «αντρειοσύνης» του συγγραφέα αλλά περισσότερο ένα καταφύγιο που τον προστάτευε από τις έξωθεν απειλές.

 

Αυτά τα λέω επειδή ο συγγραφέας, «Εξαιτίας της ασθένειάς του (είχε εμφανίσει συμπτώματα μανιοκατάθλιψης) τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε διάφορες ψυχιατρικές κλινικές, πεθαίνοντας πρόωρα το 1974, σε ηλικία μόλις 43 ετών», όπως διαβάζουμε στο εξώφυλλο του βιβλίου.

 

Η ομορφιά του αγώνα ζωής στα παιδικά χρόνια τού συγγραφέα, μάς προσφέρεται με χιούμορ και αυτογνωσία, χωρίς εμφανή ιδεολογήματα και χωρίς υπερτονισμό των δεινών που προκάλεσε στη μισο-εβραϊκή οικογένειά του (πατέρας εβραίος και μητέρα χριστιανή) η Ναζιστική κατοχή της Τσεχίας.


Η βία που περιγράφεται μέσα από τα ψαρέματα και τα κυνήγια, τα σκοτωμένα ψάρια που θα φαγωθούν, τα σκοτωμένα ζαρκάδια που επίσης θα φαγωθούν, όλος αυτός ο χορός του θανάτου που τρέφει τη ζωή, δεν έχει καμιά σχέση με την απερίγραπτη βία και τον αφύσικο τρόμο που γεννάει, χωρίς να περιγράφεται με ωμότητα, η ιδεολογικοποιημένη τερατώδης απανθρωπιά των Γερμανών Ναζί.


Μια απανθρωπιά που δεν έχει τίποτα συγγενικό με τον φυσικό αγώνα ζώων και ανθρώπων εντός της φύσης, όπως μας δίνεται από τη σκοπιά του συγγραφέα, για την επιβίωση και την αναζήτηση, απ’ τη μεριά κάποιων ανθρώπων, της χαράς της ζωής πέρα από την επιβίωση.
Δεν έχω κυνηγήσει ποτέ μου και παράτησα το ψάρεμα όταν άκουσα ―ή μου φάνηκε ότι άκουσα― τη φωνή ενός ψαριού που είχα πιάσει και που, μετά το ξαγκίστρωμα, το έριξα πάλι στη θάλασσα.


Αυτό δεν το λέω με υποκριτική «ζωοφιλία», καθώς δεν είμαι χορτοφάγος, αλλά σαν πληροφορία και σαν δική μου απορία σε σχέση με το πόσο μου άρεσε ένα βιβλίο που μιλάει τόσο εγκωμιαστικά για το ψάρεμα.


Μερικές φορές, διαβάζοντας το βιβλίο του Ότα Πάβελ, μου ερχόταν στον νου «Ο γέρος και η θάλασσα» του Έρνεστ Χέμινγουέι. Όχι επειδή μοιάζουν τα δυο έργα στο ύφος και τη δομή αλλά επειδή διέγνωσα μια παραλληλία στον σεβασμό απέναντι στη φύση και τα ζωντανά πλάσματά της, ανεξάρτητα από το ποιος τρώει ποιον. Φυσικά, από την οπτική γωνία του ανθρώπου που είναι το υποκείμενο και στις δύο αφηγήσεις.


Χάρηκα την ανάγνωση περισσότερες από μια φορές και ήθελα κάτι να γράψω γι’ αυτό το βιβλίο όχι τόσο για να δείξω τι κατάλαβα όσο για να παρακινήσω κάποιους άλλους, και κυρίως νέα παιδιά, να το διαβάσουν και να χαρούν με την τέχνη του.


Κάτι όμως με φρενάριζε. Μια αίσθηση ότι δεν έχει κάτι χειροπιαστά μεγάλο, δεν είναι ένα εμβληματικό βιβλίο σαν του Πρίμο Λέβι («Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» [Se questo è un uomo]) ή το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ.


Δεν είναι ένα βιβλίο που θα κάνει κάποιον να «στρατευτεί» “ενάντια στον φασισμό και τη βαρβαρότητα”. Και δεν θέλω να συμβάλλω κι εγώ, μέσα απ’ αυτό το μικρό σημείωμα, στην ενίσχυση οποιουδήποτε «ιδεολογήματος». Ίσως επειδή με τα χρόνια αναπτύχθηκε μέσα μου μια απώθηση ―αν όχι απέχθεια― απέναντι σε κάθε «σωτηριολογική» ιδεολογία.

 

Μετά όμως σκέφτηκα ότι η σπουδαία λογοτεχνία είναι, για μένα, ―μεταξύ άλλων― και ο τρόπος να μετατρέπεις τις χαρές, τον φόβο, τις μνήμες, την αδικία, την πίκρα, τη μοναξιά και την τρέλα σου σε τέχνη. Κι αυτό, αν το δούμε μέσα στο σημερινό πλαίσιο της διάχυτης βαρβαρότητας, της αδικίας και των ανισοτήτων που αναγκάζουν το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού να ζει στη μιζέρια και σε σχέση εχθρότητας με τον όμορφο πλανήτη μας, είναι πολύ σημαντικό.


Αυτό που είδα συνολικά στο βιβλίο του Ότα Πάβελ και πίσω από κάθε μια σελίδα του ήταν ένα αγαθό ανθρώπινο πλάσμα έτοιμο να χαρεί με κάθε ευκαιρία για τα δώρα της φύσης και της ζωής. Ένα πλάσμα ικανό να μετατρέπει σε λογοτεχνία την αναζήτηση ή επινόηση μιας συνθήκης ζωής διαφορετικής απ’ αυτήν που του έλαχε.


Η μετάφραση και η επιμέλεια του κειμένου μου χάρισαν αναγνωστική απόλαυση και το βιβλίο συνολικά (χαρτί, εξώφυλλο, εκτύπωση και βιβλιοδεσία) με έπεισε ότι οι Εκδόσεις ΊΚΑΡΟΣ σέβονται τους αναγνώστες τους.


Για μια ακόμα φορά σκέφτηκα ότι μπορεί η λογοτεχνία να μη διδάσκει, μας χαρίζει όμως ομορφιά σε ισχυρές δόσεις ονειρικού όσο και θεραπευτικού χρόνου. Κάτι που αργά ή γρήγορα (μπορεί να) μας κάνει πιο συνειδητούς και πιο απαιτητικούς πολίτες.


Σας προτείνω να το διαβάσετε και να το χαρίσετε σε παιδιά που γνωρίζετε. Πιστεύω ότι είναι καλό να διαβαστεί και από τους γονείς τους.

 

Σεπτέμβριος 2017

 

Βιβλιογραφικές πληροφορίες:
Τίτλος: Μια ζωή ψαρεύοντας, Διηγήματα
Συγγραφέας: Ότα Πάβελ
Μετάφραση από τα Τσέχικα: Κώστας Τσίβος
Πρόλογος-Επιμέλεια: Δημήτρης Νόλλας
Τυπογραφική επιμέλεια: Ηρώ Μακρή
Σχεδιασμός – Εικονογράφηση εξωφύλλου:
Χρήστος Κούρτογλου – Indyvisuals Collective
Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, Μάρτιος 2014

 

 

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια