setGenerator('iporta'); ?>

Εγγραφείτε στο Newsletter
26/11
2017
17:42

Τετράδιο σημειώσεων και μελέτης 16η σελίδα – Οκτώβριος / Νοέμβριος 2017, του Γιάννη Καραχισαρίδη

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(11 ψήφοι)

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Καραχισαρίδης

 

 

 

 

board-73496_960_720.jpg

 

 

 

Ευθύνες και γραφικότητες αντί εφικτές λύσεις. Όλοι το είπαν. Οι ευθύνες για τις καταστροφικές πλημμύρες στη Μάνδρα είναι διαχρονικές. Επί δεκαετίες καλύπτουμε ρέματα και κτίζουμε αυθαίρετα. Και τώρα άντε να βρεις τους υπευθύνους. Και να γκρεμίσεις αυθαίρετα σπίτια που κατοικούνται εδώ και πολλά χρόνια. Διαχρονικές είναι και οι ευθύνες για τα αντιπλημμυρικά έργα που υπόσχονταν οι κυβερνήσεις ή η αυτοδιοίκηση και που ποτέ δεν έγιναν. Οπότε αν το πάμε με ευθύνες και δικαιοσύνη, τότε στο εδώλιο θα πρέπει να κάτσουν 1-2 εκατομμύρια κατηγορούμενοι. Το να μηρυκάζουμε ευθύνες του παρελθόντος δεν οδηγεί πουθενά. Αντί να επικαλούμαστε τη δικαιοσύνη κατά παντός υπευθύνου, θα μπορούσαμε να πάρουμε δυο συλλογικές αποφάσεις. Σαν κοινωνία και σαν πολιτικό σύστημα. Κι να πούμε τέρμα τα αυθαίρετα από εδώ και μπρος. Και άμεση εφαρμογή αντιπλημμυρικών έργων, που δεν είναι τίποτα άλλο από καινούριες παροχετεύσεις του νερού που εμποδίζεται από μπλοκαρισμένα ρέματα. Όμως όχι. Προτιμούμε να αναζητούμε ευθύνες, αφήνοντας τον χρόνο να μας προσπερνάει. Μέχρι να φτάσουμε στην επόμενη καταστροφή. Βέβαια υπάρχουν και οι γραφικοί. Που με βεβαιότητα πιστεύουν ότι οι πλημμύρες σαν αυτή της Μάνδρας οφείλονται στη κλιματική αλλαγή.

 

Η ελευθερία που ακυρώνει την ελευθερία. Ο σεβασμός στη διαφορετικότητα είναι μια από τις βασικές κατακτήσεις της δημοκρατίας. Το ίδιο όμως είναι και η χειραφέτηση της γυναίκας. Οπότε όποιος ανέχεται τη μπούργκα, επιδεικνύει δημοκρατικό σεβασμό σ’ έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Αλλά η μπούργκα κατάγεται από εποχές που υποτιμούσαν τη γυναίκα και δεν την θεωρούσαν ισότιμο πολίτη. Εδώ – όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις – μια ελευθερία ακυρώνει μιαν άλλη. Και ένας δημοκράτης πολίτης είναι αναγκασμένος να επιλέξει μια από τις δυο ελευθερίες. Και τις δύο δεν γίνεται.

 

Οι αυτόνομες πορείες. Τα κόμματα που προσωρινά ή μόνιμα δεν διεκδικούν την εξουσία έχουν πρόβλημα ταυτότητας. Γι’ αυτό και συχνά προαναγγέλλουν τη δική τους αυτόνομη πορεία. Και νομίζουν ότι το πετυχαίνουν δηλώνοντας ότι δεν θα συνεργαστούν με κανέναν. Η αυτόνομη πορεία όμως δεν έχει σχέση με τις συμμαχίες. Αυτόνομος γίνεσαι αν έχεις επεξεργαστεί ένα σαφές, εύληπτο, πρωτότυπο και αξιόπιστο πρόγραμμα που να σε διαφοροποιεί από τους άλλους. Στη χώρα μας όμως, ως προγράμματα εννοούμε υπερφίαλες και γενικόλογες εξαγγελίες.

 

Η σιωπηλή πλειοψηφία και ο καναπές. Ο καναπές έχει γίνει το σύμβολο της πολιτικής αδιαφορίας. Αυτό όμως είναι ένα βιαστικό συμπέρασμα. Έχουμε συνηθίσει η συμμετοχή μας στα κοινά να αποδεικνύεται από τον πόσο θόρυβο κάνουμε. Έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε πολιτικοποίηση τη συμμετοχή σε συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις και πορείες. Και δεν περνάει από το μυαλό μας ότι οι πολιτικοποιημένοι πολίτες έχουν πια απορρίψει αυτές τις χειραγωγημένες εκδηλώσεις. Νομίζουμε ότι κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου κι έτσι υποτιμούμε τη δύναμη της σιωπής, που συχνά έχει τον τρόπο να μας εκπλήττει.

 

Πολιτικές υπεκφυγές. «Αφού το λέει ο νόμος δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, δεν μπορούμε να παρέμβουμε». Πάγια υπεκφυγή των κυβερνώντων. Τα παραδείγματα αναρίθμητα και το πιο πρόσφατο η αποφυλάκιση του Κουφοντίνα. Επικαλούνται την ισχύ των νόμων και την αυτονομία της δικαστικής εξουσίας, αλλά τους νόμους τους κάνουν οι ίδιοι. Οπότε όταν κάποιος λέει «δεν σχολιάζω τις αποφάσεις της δικαιοσύνης» θα πρέπει ταυτόχρονα να μας λέει κι αν συμφωνεί και με τους νόμους που ψήφισε.

 

Προηγμένη επικοινωνιακή πολιτική. Μια συνηθισμένη τάση στο πολιτικό παιχνίδι (αλλά και στην απλή καθημερινότητα) είναι να κατηγορείς πάντα τους άλλους και να αθωώνεις τον εαυτό σου. Δηλαδή δε φταίω εγώ, φταίει κάποιος άλλος. Υπάρχει όμως και μια πιο προηγμένη επικοινωνιακή πολιτική. Να επιστρέφεις τις κατηγορίες που σου προσάπτουν. Σε κατηγορούν για διαφθορά; Τους επιστρέφεις τη κατηγορία σε πιο έντονο ύφος. Σε κατηγορούν ότι διαδίδεις ψεύτικες ειδήσεις; Επιτίθεσαι στους κατήγορους ότι εκείνοι λένε ασύστολα ψέματα. Όταν, αντί να απολογείσαι και να εξηγείς, επιστρέφεις τη κατηγορία σ’ αυτόν που σου τη προσάπτει, δημιουργείς σύγχυση. Και η σύγχυση πάντα ευνοεί τους πραγματικούς ενόχους.

 

Ο Κλίντον και οι επενδύσεις. Ο Κλίντον έκανε μια ερώτηση παγίδα όταν ο Τσίπρας επισκέφθηκε το ίδρυμα του αναζητώντας επενδυτές. Τον ρώτησε αν οι ενδεχόμενοι επενδυτές θα βγάλουν τα λεφτά τους. Ο πρωθυπουργός κόμπιασε. Πώς ένας αριστερός να εγγυηθεί σε καπιταλίστες επιχειρηματίες ότι αν επενδύσουν θα βγάλουν λεφτά; Αφού η κοσμοθεωρία του απαγορεύει το ιδιωτικό κέρδος. Αν κανείς δει το βίντεο (υπάρχει στο youtube), θα καταλάβει γιατί οι επενδύσεις περνάνε από κόσκινο και οι επενδυτικές αποφάσεις αναβάλλονται εσαεί. Κι όμως, υπάρχουν πολλοί συμπολίτες μας που επικροτούν αυτή τη τακτική, γιατί πιστεύουν ακράδαντα ότι μια επένδυση υποχρεωτικά κρύβει ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου.

 

Εθισμένοι στην ελεημοσύνη. Όλοι ξέρουμε πλέον ότι το περίφημο μέρισμα που θα μοιράσει η κυβέρνηση, προέκυψε από την υπερφορολόγηση και τις μεγάλες περικοπές. Και κυρίως αυτή η πλευρά του θέματος συζητήθηκε. Αν φύγουμε όμως από την επικαιρότητα θα διαπιστώσουμε ότι το πολιτικό σύστημα, στο σύνολο του, είναι επί δεκαετίες εθισμένο στη «γενναιοδωρία» της ελεημοσύνης. Αυτό που κάνει η τωρινή κυβέρνηση, το έχουν κάνει σε άλλες συνθήκες και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης. Όλοι έχουν δώσει μερίσματα (ίσως με άλλη ονομασία) και όλοι περηφανεύτηκαν γι’ αυτό. Κάνουμε όμως λάθος να πιστεύουμε ότι η ελεημοσύνη είναι μια μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ομολογία ανικανότητας. Ανικανότητα να δημιουργήσουμε ανάπτυξη και νέο πλούτο. Γιατί ο κάθε πολίτης σίγουρα θα προτιμούσε να κερδίζει περισσότερα από την εργασία του και την αποδοτικότητα του. Πραγματική κοινωνική αλληλεγγύη είναι να δημιουργούμε τις συνθήκες όπου η ελεημοσύνη να είναι αχρείαστη. Αλλά τέτοιου είδους επαναστάσεις δεν συγκινούν. Πολλοί μάλιστα πιστεύουν ότι αυτά τα μερίσματα οδηγούν σε μια «δίκαιη» αναδιανομή εισοδημάτων. Πρόκειται φυσικά για μια σοσιαλίζουσα φενάκη. Η πολυμίσητη Θάτσερ είχε απαντήσει σ’ αυτό το φαινόμενο πριν κάποιες δεκαετίες: «Το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό είναι ότι κάποια στιγμή τελειώνουν τα λεφτά των άλλων».

 

Τα δασαρχεία και τα δάση. Τα δασαρχεία αντί να προασπίζονται τα δάση έγιναν ένας ακόμα ελεγκτικός μηχανισμός. Αφ’ υψηλού αποφασίζουν τι είναι δάσος και τι δεν είναι, σαν κράτος εν κράτει. Σαν οιονεί Συμβούλιο Επικρατείας ένα δασαρχείο μπορεί να λαμβάνει όποιες αποφάσεις θέλει, χωρίς να ελέγχεται από πουθενά. Μπορεί να αποφαίνεται ότι ένα σπίτι που κτίστηκε πριν πενήντα χρόνια είναι παράνομο γιατί κτίστηκε σε δασική έκταση. Ή να μας λέει το ίδιο για έναν διάδρομο προσγειώσεως, που λειτουργούσε επί δεκαετίες. Και κανείς δεν έχει το θάρρος να εγκαλέσει τα δασαρχεία για τις παράλογες γνωματεύσεις τους. Κι αν τους ρωτήσεις γιατί καίγονται τα δάση, θα σου πουν ότι δεν είναι δική τους αρμοδιότητα.

 

Το μηδέν του Σόιμπλε. Συνήθως το μηδέν συμβολίζει μια αποτυχία. Αλλά όχι πάντα. Οι εργαζόμενοι στο υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας, αποχαιρέτησαν τον Σόιμπλε σχηματίζοντας όλοι μαζί ένα μηδέν στο προαύλιο του υπουργείου. Το μηδέν ήταν έπαινος και συμβόλιζε τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, αυτό ακριβώς που μισούμε στη χώρα μας επί δεκαετίες. Ενδιαφέρων αποχαιρετισμός. Απ’ ό,τι φαίνεται και οι λογιστές και οι οικονομολόγοι μπορεί να έχουν φαντασία.

 

«Δεν αρκεί να είναι αλλά πρέπει και να φαίνεται». Οι συνήθειες δύσκολα αλλάζουν. Κι όταν ένα απόφθεγμα μάς φαίνεται είτε έξυπνο είτε αξιόπιστο, το υιοθετούμε δίχως δεύτερη σκέψη. Οπότε όλοι έχουμε συμφωνήσει ότι η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, αλλά και να φαίνεται. Σιγά-σιγά όμως δώσαμε περισσότερο βάρος στο «φαίνεται» απ’ ό,τι στο «είναι». Η εικόνα έχει κυριαρχήσει και η ουσία, η αλήθεια, αυτό που πραγματικά συμβαίνει έχει οπισθοχωρήσει. Γέρνοντας έτσι τη πλάστιγγα διευκολύνουμε εκείνους που έχουν εθιστεί να ρίχνουν λάσπη. Αυτούς που ξέρουν να αμαυρώνουν την εικόνα, χωρίς να νοιάζονται για την αλήθεια. Μήπως είναι καιρός να σταματήσουμε να πιπιλίζουμε το απόφθεγμα και να ασχοληθούμε περισσότερο με το είναι, δηλαδή μ’ αυτό που πραγματικά ισχύει;

 

ΥΓ. Στην αρχή της σχολικής χρονιάς, στο Κολλέγιο Αθηνών, έδιναν το τετράδιο σημειώσεων και μελέτης. Στο οπισθόφυλλο είχε ένα σχόλιο: «Αυτή η επιστολή είναι πιο μακροσκελής απ’ ό,τι έπρεπε, γιατί δεν είχα το χρόνο να την κάνω συντομότερη»

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια