Εγγραφείτε στο Newsletter
07/08
2017
22:09

Τετράδιο σημειώσεων και μελέτης 13η σελίδα – Ιούνιος / Ιούλιος 2017, του Γιάννη Καραχισαρίδη

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(12 ψήφοι)

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Καραχισαρίδης

 

 

 

 

 notebook-2436894_960_720.jpg

 

 

Το τελευταίο προπύργιο. Επειδή πλέον ο σοσιαλισμός τοποθετείται, από τους υποστηρικτές του, στο πολύ απόμακρο μέλλον, το κοινωνικό κράτος είναι το τελευταίο προπύργιο της αριστερής σκέψης. Με γνώμονα τη πρακτική των παλιών καθεστώτων του εφαρμοσμένου σοσιαλισμού η αριστερή κυβέρνηση οραματίζεται μια χώρα όπου οι πολίτες θα εξαρτιόνται από την κρατική γενναιοδωρία. Με εργαλείο την ανελέητη υπερφορολόγηση προσπαθεί να συγκεντρώσει τον πλούτο στο κράτος, στραγγίζοντας αποταμιεύσεις και περιορίζοντας όσο μπορεί την όποια κερδοφορία της όποιας επιχειρηματικότητας. Με τον εξής στόχο: Να εξισώσει προς τα κάτω την οικονομική επιφάνεια των πολιτών και στη συνέχεια να προσφέρει κοινωνική αρωγή από τα κρατικά πλεονάσματα. Είναι λάθος όσων πιστεύουν ότι τα μέτρα υπερφορολόγησης και τα μεγάλα κρατικά πλεονάσματα είναι νεοφιλελεύθερη τακτική. Είναι η κλασική και πάγια τακτική του σοσιαλισμού παλαιάς κοπής. Και φυσικά για να αθωωθεί στα μάτια των πολιτών, θα φορτώνει τις αιτίες της φτωχοποίησης στον καπιταλισμό και στους δανειστές. Στο μεταξύ στις άλλες αστικές δημοκρατίες της Δύσης οι πολίτες θα απολαμβάνουν πολύ υψηλότερο επίπεδο ζωής και ένα πραγματικά ανταποδοτικό κοινωνικό κράτος.

 

Η παγίδα των μακροπρόθεσμων προβλέψεων. Η μακροοικονομία είναι ένα παρακλάδι των οικονομικών επιστημών που κάνει προβλέψεις για το σχετικά μακρινό μέλλον. Προσδιορίζει μελλοντικά οικονομικά μεγέθη, όπως για παράδειγμα μελλοντικούς ρυθμούς ανάπτυξης ή ποιο θα είναι το χρέος μιας χώρας σε 50 χρόνια από τώρα. Το μόνο πρόβλημα με τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις είναι ότι αντανακλούν τη σημερινή πραγματικότητα στο μέλλον. Αν η πραγματικότητα όμως αλλάξει – που είναι και το πιθανότερο – τότε οι προβλέψεις πάνε περίπατο. Όταν για παράδειγμα λέμε ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο, εννοούμε ότι αυτό ισχύει με τα σημερινά δεδομένα. Ή όταν λέμε ότι οι πολλαπλασιαστές του ΔΝΤ δεν επιβεβαιώθηκαν, εννοούμε ότι δεν επιβεβαιώθηκαν τα δεδομένα πάνω στα οποία στηρίχτηκαν οι υπολογισμοί. Φυσικά η μακροοικονομία δεν είναι μια άχρηστη επιστήμη. Είναι ένας μπούσουλας. Ποτέ όμως δε θα μπορούσε να προβλέψει ότι η Τουρκία θα βρίσκονταν τόσο σύντομα από την επιτροπεία του ΔΝΤ στους G20. Οπότε καλύτερα να μη πέφτουμε στη παγίδα των μακροπρόθεσμων προβλέψεων, που για τη χώρα μας είναι και πολύ δυσμενείς. Καλύτερα να ασχολούμαστε με την αλλαγή των δεδομένων μας, ώστε να διαψεύσουμε θετικά αυτές τις προβλέψεις.

 

Μια λύση για τη τρομοκρατία. Η τρομοκρατία αναστατώνει τις κοινωνίες που την υφίστανται και τις παρωθεί στην ξενοφοβία. Κι αυτό δεν είναι πολιτικό μέγεθος, αλλά ψυχολογικό, που τελικά όμως επηρεάζει και το πολιτικό τοπίο. Τα θεόκλειστα ή τα ορθάνοιχτα σύνορα φυσικά δεν είναι λύσεις. Οπότε ας ακολουθήσουμε μια απλή συλλογιστική. Η τρομοκρατία στις μέρες ασκείται αποκλειστικά από τους τζιχαντιστές. Οι τζιχαντιστές είναι αποκλειστικά φανατικοί μουσουλμάνοι. Κανείς βουδιστής, ή αιρετικός χριστιανός δεν έχει βάλει βόμβα μέχρι στιγμής. Αλλά και η βιαστική γενίκευση ότι όλοι οι μουσουλμάνοι είναι εν δυνάμει φανατικοί, οπότε και επικίνδυνοι, δε στέκει. Είναι απολύτως βέβαιο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων είναι ειρηνιστές και καμιά πρόθεση δεν έχουν να τινάξουν στον αέρα αθώους πολίτες. Οπότε οι καλύτεροι σύμμαχοι των δυτικών κοινωνιών, στον τομέα της τρομοκρατίας, είναι οι μουσουλμανικές κοινότητες. Μόνο αν αυτές οι κοινότητες έχουν ενεργό ρόλο στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, θα αυξηθεί το επίπεδο ασφαλείας στα κράτη που υποφέρουν. Και ταυτόχρονα αυτή η συμμαχία θα υποβαθμίσει αποφασιστικά την ξενοφοβία. Άρα η λύση είναι απλή. Χρειάζεται να περάσουμε απ’ τη γενική καχυποψία στην αποτελεσματική συνεργασία.

 

Υπόδειγμα αναβλητικότητας. Πρόσφατα ανακοινώθηκε ένα σχέδιο για τη διάσωση του ποταμού Ασωπού. Μέχρι τώρα την τελευταία εικοσαετία έχουν εξαγγελθεί πλήθος τέτοιων σχεδίων για το ίδιο θέμα. Από όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Όπως είναι φυσικό – για τη χώρα μας – κι αυτή η εξαγγελία θα ξεχαστεί σιγά-σιγά, ώστε στο μέλλον να προκύψει κι άλλο ένα σχέδιο, από μια επόμενη κυβέρνηση. Η αναβλητικότητα είναι ίδιον της πολιτικής και κοινωνικής ζωής μας. Αλλά η σημαντικότερη αιτία γι’ αυτό το χάλι είναι ότι δεν έχουμε ακόμα καταλάβει ότι για να υπάρξει οποιοδήποτε σχέδιο για οποιοδήποτε θέμα, χρειάζονται σαφείς, πρακτικές ενέργειες που να καθορίζονται από ένα αυστηρό και δημοσίως ελεγχόμενο χρονοδιάγραμμα. Εμείς όμως εξακολουθούμε να είμαστε τσακωμένοι με τα χρονοδιαγράμματα και να προτιμούμε γενικότητες που χαϊδεύουν τ’ αυτιά μας, αντί για εφικτές και αποτελεσματικές ενέργειες.

 

Το αντίτιμο της παπαγαλίας. Η παιδεία τουλάχιστον τα τελευταία 35 χρόνια στηρίχτηκε στην αποστήθιση και τη παπαγαλία. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι αυτή η απαίδευτη αντίληψη πέρασε και στο μάθημα της έκθεσης. Στο κατεξοχήν μάθημα που ένας μαθητής καλείται να αναπτύξει τη κριτική σκέψη. Αλλά η κριτική σκέψη ήταν το απόβλητο της παιδείας μας. Το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής το βλέπουμε και στη περίφημη Βουλή των Εφήβων. Εκεί όπου οι ενήλικες θαυμάζουν τον ξύλινο λόγο νέων παιδιών και προτρέπουν τους μεγαλύτερους να αφουγκραστούν τις δήθεν απόψεις της νεολαίας, που στην ουσία δεν υπάρχουν. Δυστυχώς το αντίτιμο της παπαγαλίας (η οποία συνεχίζει απτόητη το καταστροφικό της έργο) το πληρώνουμε σήμερα. Όταν ακούμε τη νέα γενιά των πολιτικών να εμμένουν σε αποστηθισμένο λόγο, σε στερεότυπα και σε κακής ποιότητας συναισθηματολογίες. Απλά γιατί όλοι τους εκπαιδεύτηκαν με το σύστημα της παπαγαλίας. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία της νεώτερης γενιάς δυσκολεύεται πολύ στο να αναλύει και να συνθέτει. Αυτό δεν διδάσκεται σε καμιά βαθμίδα της εκπαίδευσης μας. Ίσως γιατί δεν υπάρχει πια κανείς που να ξέρει να το διδάξει. Εφ’ όσον και οι σημερινοί δάσκαλοι και καθηγητές είναι πλέον όλοι τους τέκνα της παπαγαλίας. Που με τη σειρά τους θα γεννήσουν νέες γενιές κατ’ εικόνα και ομοίωση. Αλλά γι’ αυτό το θέμα δεν ακούγεται καμιά επανάσταση, που θα μας απελευθερώσει από τα δεσμά του ξύλινου λόγου. Ίσως γιατί τέτοιου είδους επαναστάσεις δεν είναι της μόδας και δε συγκινούν το επαναστατικό μας αίσθημα.

 

Ασάφειες για την επιχειρηματικότητα. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Φέσας είπε σε ομιλία του ότι για να ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα στη χώρα μας χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις. Η ποσοτική χαλάρωση, η άρση των κάπιταλ κοντρόλς και η έξοδος στις αγορές. Είναι κρίμα ο επικεφαλής της επιχειρηματικότητας να λέει τα πράγματα ανάποδα. Γιατί η διαδρομή είναι ακριβώς αντίστροφη. Πρέπει πρώτα να ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα κι αν αυτό γίνει, τότε και μόνο τότε θα προκύψει η ποσοτική χαλάρωση (δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα θα δέχεται χαμηλότοκα κρατικά ομόλογα), θα αρθούν τα κάπιταλ κοντρόλς (γιατί θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα) και θα προκύψει η έξοδος στις αγορές (οι οποίες θα εμπιστευτούν την ελληνική οικονομία και θα δεχτούν χαμηλά επιτόκια). Απ’ ότι φαίνεται και στο φιλελεύθερο χώρο που στηρίζει την ελεύθερη οικονομία υπάρχει μεγάλη σύγχυση σχετικά με το πώς θα έρθει η ανάπτυξη σ’ αυτό τον τόπο.

 

Πόσο δίκαιη είναι η δίκαιη ανάπτυξη; Ζούμε σε μια εποχή που η ηθικολογία και η συναισθηματολογία έχουν το πάνω χέρι στη σκέψη των ανθρώπων. Αρκεί να χρησιμοποιήσουμε έναν επιθετικό προσδιορισμό, που να μας καλύπτει ηθικά και συναισθηματικά. Κι αμέσως μια έννοια αυτόματα εξανθρωπίζεται. Δίκαιη ανάπτυξη λοιπόν. Κι αμέσως η φαντασία μας πλάθει μια ανάπτυξη που θα δίνει δουλειά σε όλους, που όποιος θα αποκομίζει κέρδη θα τα επιστρέφει αμέσως στην κοινωνία και που το κράτος θα φροντίζει με προθυμία όσους έχουν ανάγκη. Μια κοινωνία που θα έχει σα κίνητρο μόνο την αγάπη και την αλληλεγγύη και όλοι θα ζουν αρμονικά μεταξύ τους και σε αγαστή σχέση με τη φύση. Η έφεση για το κέρδος θα εξαφανιστεί και το χρήμα θα είναι μόνο το μέσο για να είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι και να μη στερούνται τίποτα. Πραγματικά η δίκαιη ανάπτυξη είναι ένα υπέροχο όνειρο. Καλό όμως είναι να σκεφτούμε μήπως υποκρύπτει και μεγάλες δόσεις ηθικής και συναισθηματικής υποκρισίας.

 

Ο ορθός λόγος έγινε ξέφραγο αμπέλι. Κάποιος είπε σε μια συνέντευξη: «Ας εμπιστευθούμε τον ορθό λόγο. Ας εγκαταλείψουμε τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα». Αυτά τα λόγια θα τα προσυπέγραφαν όλοι οι πολιτικοί, όλοι οι πνευματικοί ταγοί και η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Το πρόβλημα είναι ότι ο ορθός λόγος περιφέρεται ανυπεράσπιστος στα χείλη όλων. Όλοι εκπροσωπούν τη λογική, οπότε όλοι έχουν δίκιο, άσχετα τι πρεσβεύουν. Και το χειρότερο όλων είναι ότι κανείς δεν ψεύδεται. Όλοι πιστεύουν ακράδαντα ότι εκπροσωπούν τον ορθό λόγο. Οπότε το πρόβλημα είναι αντίστροφο. Δε φταίνε όσοι επικαλούνται τον ορθό λόγο. Φταίει ο ίδιος ο ορθός λόγος γιατί στην εποχή μας επικρατεί τέτοια σύγχυση, που η λογική εύκολα μπορεί να βγάζει ότι συμπεράσματα θέλει ο καθένας. Για την ιστορία τα λόγια ανήκουν στον πρωθυπουργό κ. Τσίπρα.

 

Οι ευρωπαϊστές που δε χωνεύουν την Ευρώπη. Είπε ένας ακραιφνής ευρωπαϊστής πολιτικός: «Ο πρωθυπουργός είναι ο καλύτερος φίλος των δανειστών και κάνει όλα όσα οι προηγούμενοι μνημονιακοί πρωθυπουργοί έχουν αρνηθεί». Με αυτά τα λόγια υποτίθεται ότι οι ευρωπαϊστές κάνουν αντιπολίτευση στην αριστερή κυβέρνηση. Και τι μας λένε; Ότι οι αριστεροί έγιναν φίλοι με τους δανειστές, ενώ οι ευρωπαϊστές μόλις αναλάβουν θα υψώσουν το ανάστημα τους. Θα γίνουν κι αυτοί σκληροί διαπραγματευτές και θα βάλουν στη θέση τους τούς κακούς δανειστές. Δηλαδή το ίδιο μαγγανοπήγαδο. Μήπως επιτέλους οι ευρωπαϊστές θα πρέπει να πληροφορηθούν τι έκαναν οι Ιρλανδοί, οι Πορτογάλοι και οι Κύπριοι και βγήκαν αμέσως από τα μνημόνια; Μήπως αντί να παίζουμε κρυφτούλι με τους δανειστές, θα πρέπει να αντιστρέψουμε το σκηνικό και να συνεργαστούμε σοβαρά μαζί τους; Μήπως αν το κάναμε αυτό απ’ την αρχή, τώρα η κρίση θα ήταν ένα απόμακρο γεγονός; Μήπως οι ευρωπαϊστές σ’ αυτή τη χώρα – τουλάχιστον αυτοί – θα πρέπει να σταματήσουν να βαράνε νταούλια και ζουρνάδες; Και επιτέλους να μεταλλάξουν ειρηνικά το κράτος και να φέρουνε με γρήγορα βήματα τη πολυπόθητη ανάπτυξη;

 

ΥΓ. Στην αρχή της σχολικής χρονιάς, στο Κολλέγιο Αθηνών, έδιναν το τετράδιο σημειώσεων και μελέτης. Στο οπισθόφυλλο είχε ένα σχόλιο: «Αυτή η επιστολή είναι πιο μακροσκελής απ’ ότι έπρεπε, γιατί δεν είχα το χρόνο να την κάνω συντομότερη»

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια