setGenerator('iporta'); ?>

Εγγραφείτε στο Newsletter
09/01
2018
06:52

Ένδον, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Γράφτηκε από 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(6 ψήφοι)

11805980_1612074449065268_1929602863_n.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ματίνα Ράπτη-Μιληλή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

pierrot-2811863_960_720.jpg

 

 

 

26034478_1736792189679026_1511717917_n.jpg

 

Αφησε το κρεβάτι για την πολυθρόνα δίπλα στο μεγάλο παράθυρο. Αυτό που έβλεπε τον φωτισμένο δρόμο, τον πολυσύχναστο. Μέχρι και λεωφορεία περνούσαν καθε λίγο. Πιό κάτω ήταν το φανάρι και έκοβαν ταχύτητα σχεδόν έξω από το παράθυρό της και έτσι μπορούσε να βλέπει καλύτερα τον κόσμο μέσα σ΄αυτά. Εκείνη δεν πήγαινε πουθενά πια. Ούτε σε λεωφορείο έμπαινε. Αν ήταν κάπου να πάει την πήγαιναν τα παιδιά της με το αυτοκίνητο. Και κανα δυο φορές, ίσως και περισσότερες την πήγαν με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Δεν ήθελε να τα θυμάται αυτά.

 


Δόξα το Θεό τώρα ήταν στο σπίτι της. Ήταν καλά, τόσο καλά όσο να μπορεί να αλλάζει θέση από το κρεββάτι της στην πολυθρόνα και για λίγο στην κουζίνα να δώσει οδηγίες για το μαγείρεμα. Είχαν να το λένε για την μαγειρική της και όταν έπαψε να μπορεί να στέκεται καθόταν στην άκρη του τραπεζιού και «μιλούσε» τις συνταγές βήμα βήμα στον άντρα της. Από κείνη έμαθαν και οι κόρες της και έγιναν κι αυτές το ίδιο καλές. Ως και στο μπάνιο πήγαινε μόνη της. Με το πι βέβαια, αλλά ήταν καλά.

 


Το παράθυρο εκείνο ήταν η χαρά της. Εκτός απ΄όταν έρχονταν τα παιδιά της και τα εγγόνια της να την δουν. Η μεγάλη της εγγόνα λούφαζε στην αγκαλιά της και της παραπονιόταν πως έβγαζε χιονίστρες. Της έτριβε τα δάχτυλα για να τις κάνει να φύγουν και έτσι έβρισκε ευκαιρία να την κανακέψει και να την ταχταρίσει όπως όταν ήτανε μικρούλα κι ας ήταν πια ολόκληρη κοπέλα, στο γυμνάσιο! Της είχε χαρίσει και κάτι πετσέτες αφράτες τεράστιες κεντητές με κρόσσια για να αρχίσει, της είπε, σιγά σιγά την προίκα της. Η εγγόνα της έβαλε τα γέλια αλλά εκείνη ήξερε από πείρα πως αυτά είναι χρειαζούμενα και ο καιρός είναι αέρας και περνά πολύ γρήγορα. Και πραγματικά πέρασε πολύ γρήγορα , μόνο που από την μεγάλη εγγονή δεν πρόλαβε να δει δισέγγονο. Αν περίμενε λίγους μήνες μόνο...Αλλά δεν ήταν στο χέρι της.

 


Το παράθυρο που έβλεπε στον μεγάλο δρόμο είχε πάντα τις κουρτίνες τραβηγμένες. Το δωμάτιο ήταν πολύ ζεστό από την παλιά σόμπα πετρελαίου. Το μπουρί ζέσταινε και την κουζίνα διαπερνώντας την. Το σπιτάκι που έφτιαξαν κάποτε. Το σπίτι που μεγάλωσε τα παιδιά της, αλλά δεν τα γέννησε. Είχε έρθει από μακριά κι αν και ήταν στο σπίτι της πια, το ολόδικό της, πόσο παράξενο, αυτή και τα παιδιά της και ο άντρας της θα ήταν πάντα ¨ξένοι¨.

 


Δεν την πείραζε αυτό. Πάντα θα θυμόταν με νοσταλγία το χωριό της απ΄ όταν ήταν παιδί. Τα πλατάνια του, τις καστανιές, το πέτρινο σπίτι με τα δύο πατώματα, τη μάνα της, τ΄ αδέρφια της. Τον μεγάλο της αδερφό που ήταν δάσκαλος αλλά δεν την άφησε να τελειώσει το σχολείο για να μείνει σπίτι να βοηθά τη μάνα. Και πιο πολύ γιατί τότε τα κορίτσια δεν έπρεπε να ξέρουν γράμματα. Πράμα παράξενο να το λέει ένας δάσκαλος! Γι΄αυτό χαιρόταν όταν τα παιδιά της και τα εγγόνια της ¨έπαιρναν¨ τα γράμματα. Εκείνη την είχε πείσει ο «δάσκαλος», έτσι τον έλεγαν, πως δεν τα έπαιρνε. Και δεν του το συγχώρεσε ποτέ. Όχι τόσο που δεν την άφησε να μάθει, αλλά πιο πολύ που την έκανε να πιστεύει πως δεν μπορούσε.


Μετά το τρένο την πήγε στην μεγάλη πόλη για να παντρευτεί κάποιον που δεν τον ήξερε ούτε στο πρόσωπο όταν την αραββωνιάσανε. Αφού νόμιζε πως θα παντρευόταν τον αδερφό του που καθόταν δίπλα του και γι΄αυτήν θα ήταν το ίδιο τότε. Η παρεξήγηση λύθηκε και μετά τον αγάπησε βαθιά, έκαναν τρία όμορφα παιδιά, πολύ όμορφα και πορεύτηκαν μαζί στα καλά και τα κακά μιά ολόκληρη ζωή. Ευλογημένος ο Κύριος που αξιώθηκε να δει τα παιδιά της παντρεμένα, να δει εγγόνια, να ακούσει το όνομά της.


Και ήρθαν και οι δυστυχίες και έχασε παιδί και έκλαψε και πόνεσε και έγινε κομμάτια η ψυχή της που δεν έθρεψε ποτέ ξανά κι ας ξαναγέλασε κι ας ξεχνιόταν με τούτα και με κείνα. Αυτοί οι χαμοί δεν μπορούν να μαλακώσουν ποτέ, να γιάνουν ποτέ. Και από τότε σα να γέρασε ξαφνικά. Απόκαμε, όπως έλεγε.


Ο μικρός της παράδεισος ήταν το δωμάτιο με το παράθυρο που έβλεπε στον δρόμο. Μόνο που άρχιζε να μην βλέπει πολύ καλά. Το ζάχαρο είχε κάνει την ζημιά του. Και ετοιμαζόταν να κάνει ακόμα μεγαλύτερη ζημιά. Μέχρι να γίνει αυτό εκείνη θα μπορούσε να μετράει τα κόκκινα αυτοκίνητα, να χαζεύει τους κουρασμένους ανθρώπους που έγερναν και μισοκοιμόντουσαν στα τζάμια του λεωφορείου της γραμμής και να περιμένει τον άντρα της να γυρίσει σιγά σιγά με το μπαστουνάκι του από το καφενεδάκι της πλατείας, με τα γιαουρτάκια και τα ρυζόγαλά στη σακούλα του γαλακτοπωλείου που είχε ένα χοντρό χαρτόνι στον πάτο της για να μην αναποδογυρίζουν τα κεσεδάκια.


Πίσω από το τζάμι, μιά ζωή ολόκληρη ένδον.

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του. 

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια