Εγγραφείτε στο Newsletter
12/01
2017
00:00

Η Ελεγεία των Παθών, της Δέσποινας Κοντάκη

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(73 ψήφοι)

Δέσποινα Κοντάκη - Τσιριγώτη

 

 

 

 

 

 

 

 

 Δέσποινα Κοντάκη 

 

 

Φωτογραφία: Δέσποινα Πιλάτη

 

pilati.jpg

Στάχυα που ξέμειναν στις χούφτες του καλοκαιριού θρυμματίζονται λέξεις και μνήμες. Όλες οι καταφάσεις που ξέμειναν στον δρόμο αργοπορημένες από την πλάνη μιας κάποιας σιγουριάς κάποτε. Και δεν θα έρθει καμιά τους να δηλώσει μετάνοια.

 

Είναι κρύες αυτές οι νύχτες στον κόσμο. Και πορευόμαστε γυμνοί. Αφήσαμε τα σώματα να κυλήσουν στις πέτρες σαν νερό βροχής. Μέσα σε βάτα κι αγκάθια, νεκρές φύσεις. Και τώρα ζητάμε την μεγάλη θάλασσα να απλωθούμε στην απεραντοσύνη της. Να πλυθούμε από ό,τι μας πίκρανε.

Μείνε αν θες. Τώρα μείνε. Χωρίς δηλητήριο. Με χέρια άδεια από όπλα πια. Θα έχω ιστορίες να πω με λέξεις καινούριες από εκείνη την αρχαία γλώσσα της ευγένειας που χάνεται μέσα σε τόσους πολέμους. Γιατί στο κατώφλι της ψυχής στέκει πάντα ένα παράξενο φως που έρχεται από πολύ μακριά. Και πάντα νεογέννητο είναι μέσα από σκοτάδια βαθιά.

 

Μείνε! Σου λέω μείνε αν θες, όσο θες. Και μη μιλάς. Αν δεν θες μη μιλάς. Για όλους εμάς τους ανένταχτους στη ροή του κόσμου τούτου, απαρνιέμαι την δόξα των ουρανών και δέχομαι όλες τις σιωπές ως θεία μεταλαβή. Σ αυτόν τον κόσμο εδώ. Γιατί εδώ τα πάθη, εδώ και η συγχώρεση, εδώ η δικαίωση για κάθε ομορφιά.

 

Θα γίνουμε κάποτε άστρα σ αυτόν τον ίδιο ουρανό που απαρνιόμαστε. Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου. Θα τα δεχτούμε όλα γιατί τίποτα άλλο πια δεν θα έχουμε για ανταλλαγή. Κοντά στο τέλος μας, η νύχτα θα κλέβει το φως τής μέρας και θ’ αλλάζει ο τόπος μας. Θα γίνεται φως.

 

Όλα είναι μια αδιάκοπη αλλαγή καθώς οι δείχτες κινούνται σκουριασμένοι κι όμως χωρίς να χάνουν λεπτό. Κι όλο αλλάζω κι όλο αλλάζω και γίνομαι άλλη χωρίς να ‘μαι άλλη. Κι όλο γυρεύω να είμαι ό,τι υπήρξα. Και πάντα κάτι μένει μισό. Και πάντα κάτι ζητά ολοκλήρωση.

 

Τώρα μέσα από αυτές τις σιωπές, πιστεύω πως κερδίζω τον χρόνο που έχασα σε άγριες νύχτες με την πανσέληνο να χαράζει ένα άγνωστο μονόγραμμα κρυφά στο στήθος μου. Με τους λύκους να ουρλιάζουν στο όνομα της αγάπης, το μένος τους για όλα όσα δεν κατασπάραξαν.

 

Όλα τα χρόνια που ζήσαμε γεμάτοι αυταπάτες, ο καιρός θρηνούσε για μας με ένα βουβό αργόσυρτο κλάμα. Σε ώρες που ξημέρωναν άγνωστες σε μένα, σε σένα σε όλους. Υπήρχαμε δεν υπήρχαμε. Αυτός ο κόσμος κουβαλάει πολλά μυστικά. Κι ο άνθρωπος μόνος πιο πολλά.

 

Όλες οι εποχές μας, ήταν ένα αδιάκοπο ταξίδι χωρίς κοινό προορισμό. Παράλληλες ουτοπίες που λαμπύριζαν από ψεύτικα άστρα. Και δεν έφτανα στο βλέμμα σου. Και δεν έφτανες στον τόπο μου. Πάντα σε τόπους άλλους ξόδευες τα ομορφότερα δάκρυα. Κι όμως γνωρίζαμε. Και τα μυστικά καλά κρατούσαμε κι ακόμα κρατάμε.

 

Πως κάτι άλλο υπήρχε πέρα από το ορατό του τρόμου. Της μοναξιάς την οδύνη. Κάτι άλλο υπάρχει. Και το γνωρίζαμε. Τότε που κρύβαμε την λάμψη τής αστραπής, της καταιγίδα που μαινόταν μέσα μας, κλείνοντας σφικτά τα μάτια για να μην τρομάξουν εκείνοι που είχαν άγνοια. Να μην τρομάξουν οι αδαείς που γέμισαν τους τόπους μας.

 

Ο καθένας στο δικό του ανάχωμα με τα όπλα μας να παλιώνουν. Και ας μη συναντηθήκαμε ποτέ. Το γνωρίζαμε από εκείνον τον στείρο καιρό. Τότε που εκεί στους κήπους των ανθρώπων με το μονόγραμμα ενός άγνωστου ονόματος να φέγγει στο στήθος χαραγμένο και κόκκινο, φύτευα μια μικρή ελπίδα.

 

Κι εσύ κάπου αλλού κάνοντας ακριβώς το ίδιο. Προσμένοντας κάτι που λείπει. Και ήξερα τι ήταν. Και δεν ήξερα τι και πώς να στο εξηγήσω. Γιατί ο καθένας άλλα θέλει. Όσοι άνθρωποι τόσες ανάγκες. Ανθρώπινες μα κι έξω από τ’ ανθρώπινα. Και τί να πεις για τις απουσίες; Τί να πεις για τα άδεια χέρια; Τί να γράψεις;

 

Πώς να παρηγορήσεις την ύπαρξη γι αυτό που υπάρχει αλλά πουθενά δεν φαίνεται; Και πώς συνεχίζεις να πορεύεσαι μόνο με τ’ όνειρο; Φύτευα εκεί στην άκρη του κήπου μια ελπίδα. Τόσα δέντρα θέριευαν! Τόσα λουλούδια από ένα μυστήριο τίποτα. Μια ελπίδα ήταν μόνο. Ίσως μεγάλη αφού ονειρευόμουν να καλύψει άδειο χρόνο. Μα κι από ένα μυστήριο τίποτα γίνονται όλα.

 

Μείνε, την πότισα με όλο το πένθος που ταίριαζε στα αμίλητα στόματα. Στα μάτια που κοιτούσαν μακριά. Ακόμα και για εκείνους που δεν ήρθαν ποτέ. Έχουμε ξεχρεώσει για όλα όσα θα ‘ρθουν. Και τίποτα δεν οφείλουμε κανενός. Κι έχουμε πενθήσει για όλα τα χαμένα.

 

Ήταν η μόνη αξιοπρέπεια που μας έμενε.
Γιατί το πένθος πάντα προηγείται των όλων.

 

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια