Εγγραφείτε στο Newsletter
09/08
2017
00:30

Στο Ακρόπρωρο ενός πλοίου – Pablo Neruda – Τo a Ship’s Figurehead, του Βαγγέλη Παυλίδη

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Vangelis Pavlidis

  

Βαγγέλης Παυλίδης

 

 

 

 

  THE-FIGUREHEAD.jpg

 

 

Ελεγεία στο Ακρόπρωρο ενός πλοίου


Pablo Neruda, “Canto General”
μετάφραση απο τα Αγγλικά Β.Π. (με το συμπάθειο)


Στις αμμουδιές του Μαγγελάνου σε βρήκαμε, εξαντλημένη
θαλασσοπόρε, ακίνητη
μέσα στην καταιγίδα που τόσες φορές τα γλυκά δίδυμα
στήθη σου αψήφισαν, σκίζοντάς την με τις ρώγες σου.


Σε σηκώσαμε πάλι πάνω απο τις Νότιες θάλασσες, μα τώρα
είσουν o επιβάτης στο σκοτάδι, στις γωνιές, ένα
με το σιτάρι και το μέταλο που φύλαγες
στα πλατειά νερά, τυλιγμένη από την ωκεάνια νύχτα.


Σήμερα είσαι δικιά μου, θεά που το γιγάντιο άλμπατρος
έξησε πετώντας με τ΄απλωμένα του φτερά,
σαν ένας μανδύας μουσικής που διευθύνεται στη βροχή
απο τα τυφλά, περιπλανόμενα ξύλινα βλέφαρά σου.

 



Όταν οι άγγελοι κι οι βασίλισσες οι γεννημένοι μαζί σου
αφού σκεπάστηκαν με μούσκλια κοιμήθηκαν, προορισμένοι
να μείνουν στην ακινησία που οι νεκροί φρουρούν τιμητικά,
εσύ σκαρφάλωσες στην λεπτή πλώρη του πλοίου
και άγγελος και βασίλισσα και κύμα, είσουν ο σεισμός της γης.


Το τρέμουλο των ανθρώπων σκαρφάλωσε
μέχρι τον ευγενή χιτώνα σου με το στήθος του απο ξύλο μηλιάς,
ενώ τα χείλη σου – Ω γλύκα!- υγράνθηκαν
απο άλλα φιλιά αντάξια του άγριου στόματός σου.

 



Elegy to a Ship’s Figurehead


Pablo Neruda, “Canto general”
Translation A. S. Kline

 

From the sands of Magellan we salvaged you, exhausted
voyager, immobile
beneath the storm your sweet twofold breast so many times
defied dividing itself between your nipples.


We lifted you again over the Southern waters, but now
you were the passenger in darkness, of angles, one
with the wheat and the metal you guarded
on the wide water, enveloped by oceanic night.


Today you are mine, goddess whom the giant albatross
grazed with its wingspan extended in flight,
like a cloak of music conducted in rain
by your blind wandering eyelids of timber.

 

 

When the angels and the queens born with you,
covering themselves with moss, slumbered, fated
to the immobility the dead guard with honour,
you climbed to the narrow prow of the ship
and angel and queen and wave, you were the earth’s tremor.


Man’s shudderings climbed to your
noble tunic with its apple-wood breast.
while your lips oh sweetness! were moistened
by other kisses worthy of your wild mouth.

 

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια