Εγγραφείτε στο Newsletter

5 άσσοι για την πόρτα

04/08
2017
20:50

Ένα σουβλάκι διαφορετικό, του Γιάννη Στουραΐτη

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(11 ψήφοι)

b5c927b0f77a27b81fd38b65df5f2fbf_L.jpg

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Στουραΐτης

 

 

 

 

food-1155130_960_720.jpg

 

 

 

«Να, σ’ αυτόν τον δρόμο είναι ο «τάδε», ένα από τα πιο φημισμένα σουβλατζίδικα της Αθήνας!», μου λέει ο συνονόματος, παιδιόθεν φίλος και πάλαι ποτε συμμαθητής μου.

 

Δεν έδωσα και τόση σημασία.
 

Εντάξει, γιατί θα έπρεπε να με απασχολήσει εκείνη την στιγμή, που επιστρέφαμε από μία απογευματινή βόλτα στο Κέντρο της γοητευτικής Αθήνας και, κυρίως, δεν πεινούσαμε;
Έτσι, δεν συγκράτησα συγκεκριμένα οδηγά σημεία για μία ενδεχόμενη μελλοντική επίσκεψη!

 

Κακώς!


Όμως, όταν δεν δίνεις σημασία σε κάτι, αυτό το κάτι, συχνά, βρίσκει την ευκαιρία και σου ξαναχτυπάει την πόρτα, κυρίως αν έπρεπε να του δώσεις σημασία, αλλά αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τα γνωρίζεις προκαταβολικά…

 

Η ξενιτεμένη αδελφούλα μου, όταν ακούει «σουβλάκι» κάτι παθαίνει. Ανατρέχει συνειρμικά στις παιδικές μας μνήμες με την γιαγιά μας την Κατίνα, (πολύ λαίμαργη, θεός σ’χωρέσ’ την), να μας πηγαίνει στην Πλατεία Κάνιγγος, πριν πάρουμε το λεωφορείο του Άνω Χαλανδρίου για να κατέβουμε στην στάση «Αρσάκειο», στο Ψυχικό, και να μας ταΐζει εκείνα τα αξέχαστα, ανεπανάληπτα πεντανόστιμα σουβλάκια, (πάντα με πίττα και «απ’ όλα»)!

 

Σε μια πρόσφατη επίσκεψή της στην Αθήνα, ανακάλεσα στην μνήμη μου την υπόδειξη του Γιάννη και αποφάσισα, για να την ευχαριστήσω, να την πάω στο Κέντρο για να φάμε σουβλάκι στον περίφημο «τάδε».


Θυμόμουν αδρά την περιοχή, αλλά τελικά δεν το βρήκα το σουβλατζίδικο, παρά τις επίμονες κι επίπονες ανιχνευτικές σβούρες μας!


Πρόκειται για την, σε όλους γνωστή (;), «εκδίκηση του τάδε», σύμφωνα με την οποία, «…δεν έδωσες σημασία στον φίλο σου τον Γιάννη, τότε, πάρ’τα τέτοια μου, τώρα, πού ‘χεις και το θράσος να θες να με βρεις, και μάλιστα, με την πρώτη!».


Καλά, μην πάρετε και τοις μετρητοίς τις σαχλαμάρες που σας λέω!

 

Δεν πειράζει.


Φάγαμε σε κάποιο άλλο σουβλατζίδικο από τα πολλά της περιοχής και η αδελφούλα μου καταφχαριστήθηκε, διότι, όπως και να το κάνουμε, οι παιδικοί συνειρμοί παραμένουν παιδικοί συνειρμοί!

 

Ποιος είπε ότι δεν πειράζει;


Για έναν πεισματάρη σαν κι εμένα, πειράζει και παραπειράζει!


Μιά και δυό, να ‘σου ο δικός σου την επομένη στο Κέντρο να ψάχνω, μόνος μου, για να μην ταλαιπωρώ και τους μουσαφιρέους μου, τον ονομαστό σουβλατζή «τάδε»!


Έλιωσα τις σόλες μου, γύρω-γύρω, πάνω-κάτω, μπρος-πίσω, μ’ έλιωσε κι ο ήλιος, μεσημεριάτικο, αλλά, ο επιμένων νικά, τον βρήκα!

 

Και, που τον βρήκα, δώρον άδωρον:
Ο τύπος είχε κλείσει! Φτου σου!

 

Μού ‘μεινε απωθημένο, κι όταν κάτι σου μένει απωθημένο, καλόν είναι να το επαναφέρεις, το συντομότερο, από την απώθηση, στην ώθηση:
Προχθές, επιτέλους, αξιώθηκα και πήγα στο σούπερ σουβλατζίδικο, μόνος μου!

 

Σας προετοιμάζω:


Είναι μία μακρόστενη τρύπα που τέμνεται κατά μήκος από έναν ψηλό πάγκο ο οποίος χωρίζει τους από μέσα, (δύο, όλοι κι όλοι - ο ψήστης και η κοπέλα που τυλίγει και πακετάρει), από τους απ’ έξω, δηλαδή εμάς.

 

Επίσης, εξηγούμαι προκαταβολικά:


Το μέρος δεν είναι κατάλληλο για βιαστικούς, αγχώδεις, αγενείς, ανυπόμονους, γκρινιάρηδες και το κακό συναπάντημα...


Η ουρά, περίπου δώδεκα άτομα και κάτι, βγαίνει από το μαγαζί και ξετυλίγεται, ολονέν ανανεούμενη, σε αρκετή απόσταση στο πεζοδρόμιο!


Δηλαδή μόλις, πλησιάζοντας, την αντικρίσεις, σού ‘ρχεται να πεις, «άσ’το!» και να το βάλεις στα πόδια…


Όμως, αν μπορείς να διαχειρισθείς αποτελεσματικά όσα από τα, ως άνω περιγραφέντα, ελαττώματα σε χαρακτηρίζουν, αξίζει τον κόπο να επιμείνεις.


Εγώ, ευτυχώς, επέμεινα.


Όσο, περιμένοντας υπομονετικά, ήμουν στο πεζοδρόμιο, δεν μπορούσα να παρακολουθήσω από κοντά τι, και πώς, γινόταν.


Μόλις μπήκα μέσα, άρχισα ν’ αντιλαμβάνομαι τι ακριβώς εξελισσόταν εμπρός στα έκπληκτα μάτια μου:


Οι παραγγελίες βροχή, τόσο από τους παρόντες όσο κι από όσους τηλεφωνούσαν!


Παρά τον βομβαρδισμό, η οργάνωση, ο προγραμματισμός και η ταχύτητα διεκπεραίωσης των παραγγελιών, λειτουργούσαν υποδειγματικά!


Η πιο σφιχτοδεμένη επαγγελματική ομάδα που έχω δει, (υπενθυμίζω, δυό άτομα όλα κι όλα), με ζηλευτή συνεργασία μεταξύ τους και με τρομερή αποτελεσματικότητα!


Κι όλ’ αυτά, με θαυμαστή ηρεμία και ευγένεια!


Κι όχι μόνο!


Η επικοινωνία με την πλειοψηφία των πελατών γινόταν, με τον ψήστη και την κοπέλα ν’ απευθύνονται σ’ αυτούς με το μικρό τους όνομα, «κε Νίκο μου», «κε Τάκη μου», «κα Μαρίκα μου», κ.λπ.!


Κι όχι μόνο!


Μέσα στην παραζάλη, ήξεραν τα ιδιαίτερα θέματα που απασχολούσαν τον καθένα τους: «Πώς πήγαν οι εξετάσεις των παιδιών;», «πώς είναι η πίεση του παππού;», «πότε φεύγετε για διακοπές;», κ.λπ.!


Κι όχι μόνο!


Πού έβρισκαν την όρεξη, μέσα στην απόλυτη πίεση, να κάνουν και καλαμπούρια!


Και δεν εννοώ γενικής φύσεως πλάκες, αλλά συγκεκριμένα καλαμπούρια, κομμένα και ραμμένα στον κάθε έναν πελάτη, ξεχωριστά!

 

Μιλάμε για σόου!


Σόου για εμάς, τους λίγους τυχερούς στριμωγμένους στην ουρά!


Τα σκηνικά της παράστασης συμπληρωνόντουσαν με μία ταμπέλα από πάνω τους που έγραφε: «Όχι άγχος!»

 

Πρωταγωνιστής, αναμφισβήτητα ο ψήστης, χωρίς να θέλω ν’ αδικήσω και την γλυκύτατη κοπέλα, χωρίς την οποία, τίποτε από τα παραπάνω δεν θα ήταν έτσι όπως ακριβώς τα περιέγραψα:


Ένας νεαρός με αεικίνητο βλέμμα-αστραπή, ο οποίος πρέπει να είχε στο κεφάλι του ίσαμε έξι διαφορετικούς σκληρούς δίσκους που λειτουργούσαν, ανεξάρτητα, αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και, μην ξεχνάμε, «όχι άγχος!»

 

Άλλο εντυπωσιακό «κλου» ήταν μία πατέντα-τσιμπίδα με την οποία, για να μην λερώνει τα χέρια του, έπιανε τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα, ενώ εισέπραττε κι έδινε ρέστα, έχοντας στήσει πάνω στον πάγκο, άλλη πατέντα, σύστημα-μικρών-μεταλλικών-μπολ, με δυνατότητα να μπαίνει το ένα μέσα στο άλλο, για να μην πιάνουν πολύ χώρο, ένα για τα χάρτινα, ένα για τα δίευρα, άλλο για τα ευρώ, άλλο για τα πενηνταράκια και άλλο για τα δεκάλεπτα και εικοσάλεπτα! Η δε σύλληψη των κερμάτων δια της τσιμπίδος και η διακίνησή τους, γινόταν με εκπληκτική ταχύτητα και επιδεξιότητα!

 

Σας λέω, κανονικό σόου!

 

Όμως το καλύτερο το άφησα για το τέλος:

 

Κάποια στιγμή, τον ακούω να γλυκαίνει την φωνή του και να λέει:

 

«Καλώς την! Τι έγινε, μου έφερες κι άλλες ζωγραφιές; Α, σ΄ευχαριστώ, πήγαινέ τις μέσα και δώσε τις στην, (ας την πω), Μαρία!»


Γύρισα να δω πού απευθυνόταν και πήρε το μάτι μου μία κοντούλα κοπελίτσα, «νταουνάκι», απροσδιόριστης ηλικίας, η οποία μάλλον συνοδευόταν από κάποιο άλλο πρόσωπο, δεν είδα καλά, αλλά και δεν έχει σημασία.


Απομάκρυνα διακριτικά το βλέμμα μου.

 

Μετά από λίγο, τον ακούω να της λέει παιχνιδιάρικα:

 

«Επ! πού πας, φεύγεις; Δεν έχουμε φιλάκια σήμερα;»

 

Ανασηκώνεται η κοπελίτσα στις μύτες των ποδιών της, για να φθάσει στο ύψος του πάγκου, απλώνει τα χεράκια της μπροστά, σκύβει αυτός, πάνω από τον πάγκο και της δίνει δύο τρυφερότατα φιλιά, ένα σε κάθε προτεταμένο χέρι!

 

Ρε παιδιά, συγγνώμη, εγώ ήρθα να φάω ένα σουβλάκι και να φύγω. Δεν ήρθα για να με κάνετε να κλαίω μεσημεριάτικο, καλοκαιριάτικο…

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια