Εγγραφείτε στο Newsletter

5 άσσοι για την πόρτα

13/05
2017
13:02

Η τελευταία διεύθυνση, της Δέσποινας Κοντάκη

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(23 ψήφοι)

 

 

 

 

Δέσποινα Κοντάκη - Τσιριγώτη

 

 

 

 

 

 

 

 

 Δέσποινα Κοντάκη  

  

 

 

 

 

 

  Φωτογραφία: Δέσποινα Πιλάτη

 

 

 IMG_4946.JPG

Έξω από το τζάμι στο παράθυρο ο βοριάς είχε βαλθεί να ξεριζώσει τα δέντρα. Ήταν ένας όμορφος χειμώνας. Μέσα από το παράθυρο ο χρόνος δεν είχε εποχή. Παρελθόν και παρόν, μήνες και χρόνια ανακατεμένα.

 

Το παρόν γίνεται παρελθόν και το παρελθόν παρόν, όταν οι μνήμες ξαναγυρνούν. Κάπου εδώ, μπορεί να δεις τον εαυτό σου. Στην πραγματικότητα μπορεί όλοι να μοιάζουμε, ίσως να έχουμε τις ίδιες ανάγκες ίσως και όχι και μπορεί να παίρνουμε και τις ίδιες αποφάσεις ακόμα κι αν δεν τις αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο.

 

Αλλάζουν οι τόποι και οι εποχές. Τα ονόματα παύουν να ασκούν δύναμη όταν φεύγεις. Άνθρωποι και καταστάσεις, παίζουν τον ρόλο τους στη μνήμη και στις εικόνες, απλά σαν μέρος ενός παιχνιδιού στις ανακατεμένες φιγούρες μιας τράπουλας.

 

Έτσι είναι η ζωή. Είναι μόνο ένα ταξίδι που συνεχίζεται. Η ζωή ανακατεύει την τράπουλά της και παίζει κρυφογελώντας το παιχνίδι της. Ενώνει φιγούρες, αταίριαστες μεταξύ τους χρονικά και εποχικά και περιμένει.


Στο τζάμι του παράθυρου ο βοριάς κολλάει δυο χαρτιά τράπουλας.

 

Ντάμα σπαθί και Βαλές κούπα- Αρζίν και Λάνσελοτ.


*Caffe Concerto ένα καλοκαίρι στη Φλωρεντία*

 

Από τα μεγάφωνα ρυθμοί απλώνονται στον χώρο. Ένας άγνωστος άνδρας ντυμένος στα λευκά τραβά την άγνωστη γυναίκα απ’ το χέρι και την σηκώνει από το τραπέζι που κάθεται εκείνη, να χορέψουν. Τον ακολουθεί αδιαμαρτύρητα. Ένας άγνωστος ιταλός. Την στροβιλίζει, της χαμογελά κι εκείνη αφήνεται στη μουσική. Δεν μιλούν την ίδια γλώσσα. Φορά κι εκείνη ένα λευκό φόρεμα.

 

Την κοιτάζει μόνο στα μάτια και της χαμογελά. Την αγκαλιάζει καθώς έτσι προστάζουν οι φιγούρες κι ύστερα την αφήνει να ξετυλίγεται σαν κορδέλα μπροστά του. Ο χορός κάποτε τελειώνει. Κάνει μια υπόκλιση μπροστά της φέρνοντας το χέρι στο μέρος της καρδιάς του, τραβά δυο καινούρια χαρτιά από την ανακατεμένη τράπουλα και φεύγει αφήνοντάς τα στο τραπέζι εμπρός της.
Ο ξένος μέσα από όλες τις γυναίκες που υπήρχαν σε εκείνη την πλατεία, διάλεξε την πιο θλιμμένη.


Και τώρα εκείνη τριγύριζε εκεί στους δρόμους που πέρασε εκείνος. Προσπαθούσε να μυρίσει το άρωμά του στον αέρα. Ο άνδρας με τα λευκά την έκλεισε για λίγο στην αγκαλιά του κι ύστερα εξαφανίστηκε. Ήταν ένας όμορφος χορός. Είναι μόνο ένα ταξίδι και τίποτα άλλο, σκέφτεται.


Η γυναίκα με τα λευκά κοιτάζει τον άγνωστο άνδρα να ξεμακραίνει και σκύβει να δει τα δυο χαρτιά.

 

Ντάμα κούπα και Ρήγας μπαστούνι- Ιουδήθ και Δαβίδ


*Στη μικρή Κουζίνα ήταν φθινόπωρο*

 

Έξω από το τζάμι του παράθυρου, ο χρόνος συνέχιζε να τρέχει ασταμάτητα. Ο κόσμος έτρεχε, οι ιστορίες των ανθρώπων συνέχιζαν να γράφονται.


Κι εκεί στη μικρή κουζίνα η γυναίκα στεκόταν ακίνητη, μπροστά στο παράθυρο με την καρδιά ραγισμένη.


Το άρωμα του καφέ πλημύριζε τον χώρο. Κρατούσε τα χέρια μέσα στις τσέπες της ζακέτας της για να μην φαίνονται ότι έτρεμαν. Άνθρωποι και χρόνος έτρεχαν ασταμάτητα και μόνο εκεί μέσα στην μικρή κουζίνα είχαν πάψει όλα να κινούνται. Σαν να κόλλησαν οι δείκτες του ρολογιού και είχε τελειώσει ο κόσμος.

 

Ο άνδρας έβαλε καφέ στο φλιτζάνι κι ύστερα κάθισε μπροστά στο μικρό τραπέζι.


Εκείνη συνέχισε να κοιτά την πόλη από το τζάμι.


Κάθισε απέναντί του κοιτώντας τα χέρια του. Δεν είχε δύναμη να κοιτάξει τίποτα άλλο πάνω του. Έχει όμορφα χέρια, σκεφτόταν η γυναίκα.


-Θα φύγω, ακούστηκε η φωνή του ήρεμη και αποφασιστική.


Το είχε ξανακούσει αυτό. Τώρα ακουγόταν τελεσίδικο.


Ένας κόμπος ανεβοκατέβαινε στο λαιμό της. Το ήξερα ότι θα φύγεις μια μέρα, σκεφτόταν μέσα της.


-Θα φύγω για πάντα από δω. Δεν μπορώ να μείνω άλλο.


Δυο λέξεις μέσα της γίνονταν κραυγή, την τρέλαιναν: Μη φύγεις! Μη φύγεις…


Κι όμως δεν τις άφησε να βγουν από τα χείλη της.

 

-Και τι θα κάνεις εκεί; τον ρώτησε με τέλεια ψυχραιμία. Εκεί που θα πας. Από δουλειά εννοώ.


-Έχω κάνει ήδη επαφές με κάποιες εταιρίες. Και κάτι άλλο που παίζει στο μυαλό μου καιρό. Θα δω. Εδώ πάντως δεν μπορώ να μείνω άλλο.

 

Τον ακούει να μιλά. Εκείνη δεν είναι πουθενά στα σχέδιά του, στα όνειρά του. Απούσα. Δεν τον ρωτά τίποτα. Δεν τον ρωτά γιατί. Ξέρει την απάντηση. Άλλωστε ο έρωτας δεν δίνει εγγυήσεις για τίποτα.


Δύσκολο ν’ αλλάξεις συνήθειες και τρόπο ζωής κι εσύ και όλοι. Απλά γίνεσαι κομμάτια, πέφτεις στα πατώματα για ένα μεγάλο διάστημα και προσπαθείς να σταθείς μια μέρα πάλι στα πόδια σου.


-Φύγε, του είπε ψύχραιμη πάντα αλλά με μια σιγανή φωνή λες και θα έσπαζε ο χρόνος που είχε μείνει ακίνητος. Φύγε αν έτσι είσαι καλά. Εκεί που σ΄ αγάπησαν πολύ, θα γυρίζεις πάντα όμως, σκεφτόταν εκείνη. Μόνο να ξέρεις, ότι αν γυρίσεις πίσω θα έχω φύγει κι εγώ. Δεν θα είμαι ποτέ ίδια έτσι κι αλλιώς.

 

Η γυναίκα τώρα βαδίζει πλάι στη θάλασσα. Ο αέρας στροβιλίζει τα πάντα. Δαγκώνει τα χείλη της για να μην ξεσπάσει σε κλάματα. Σκύβει και πετάει ένα βότσαλο στο νερό όσο πιο μακριά μπορεί. Δυο φιγούρες τράπουλας έρχονται στα πόδια της μαζί με το κύμα.

 

Ντάμα καρό και Ρήγας κούπα- Ραχήλ και Καρλομάγνος


*Χειμώνας στην μικρή μας πόλη*

 

Ένα ταξίδι και ύστερα βάζεις μια ωραία ταφόπλακα και πενθείς. Για εκείνες τις στιγμές που αγάπησες. Για όλες εκείνες τις μικρές καθημερινές λεπτομέρειες. Ο τρόπος που την κοιτούσε. Ο τρόπος που γελούσε. Ο τρόπος που συννέφιαζαν τα βλέμματα.

 

Κι ύστερα όταν έβλεπε τη λύπη της, την έλεγε μαύρη. Η θλίψη δύσκολο να κρυφτεί. Πώς μπορείς να είσαι χαρούμενος όταν είσαι ερωτευμένος; Πώς μπορείς να χαμογελάς όταν τρέμουν σαν μικρό σπουργίτι στο χιόνι τα συναισθήματα; Κι αν ο άλλος δεν μπορεί να ξεχωρίσει την λύπη από τη μαυρίλα έχει νόημα να θες να εξηγείς; Η λύπη έχει μια αξιοπρέπεια σιωπηλή.

 

Λένε ότι αυτό που μας απογοητεύει είναι οι προσδοκίες μας κι όχι οι άλλοι. Μεγάλο ψέμα αυτό. Όταν ό άλλος σου έχει πει τόσα λόγια κι έπειτα ένα ωραίο πρωί, τα ξεχνά όλα ως δια μαγείας δεν είναι οι προσδοκίες σου που τρελάθηκαν. Μάλλον κάποιος άλλος είναι τρελός και ψάχνει άλλοθι.

 

Η γυναίκα σηκώθηκε ψάχνοντας πάλι το παράθυρο. Κοιτώντας έξω την τρέλα της πόλης. Να πάρει μια βαθειά ανάσα χαμένη μέσα στο πλήθος. Άνθρωποι που έπεφτε πάνω τους τα πρωινά αφηρημένη, λέγοντας ένα γρήγορο συγγνώμη κι έτρεχε να χαζέψει τη θάλασσα. Άνθρωποι που ζούσε δίπλα τους χωρίς να τους γνωρίζει.

 

Με πόση ευκολία παύουν να ερωτεύονται οι άνθρωποι; Φοβούνται μη δεθούν. Τρέμουν το δόσιμο στον έρωτα. Κι έρχεται ένας αέρας που τα παίρνει και τα σηκώνει όλα. Και ψυχανεμίζονται σε σχέσεις δίχως νόημα.

 

-Καλημέρα, του είπε στο τηλέφωνο όταν το σήκωσε.
-Καλημέρα…. Κλείσε. Θα σε πάρω εγώ.
Δε πήρε ποτέ. Για μήνες. Για χρόνια.

 

Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο τράβηξε δυο χαρτιά από την ανακατεμένη τράπουλα με τις φιγούρες κοιτώντας έξω από το παράθυρο την χειμωνιάτικη μπόρα που ερχόταν να ταιριάξει στο σκηνικό.

 

Ντάμα μπαστούνι και Ρήγας καρό- Αθηνά Και Ιούλιος Καίσαρ


*Ένας Μάης πενθούσε την Άνοιξη*

 

-Δώσε μου μια ώρα να σου μιλήσω.
-Δεν έχω χρόνο για τίποτα.
-Μια ώρα μόνο.

 

Κάποιοι άνθρωποι χωρίς να το ξέρουν, μέσα στις απόλυτες αποφάσεις τους, γίνονται σχολείο. Κι εσύ πρέπει να μάθεις να κάνεις την υπέρβαση. Να τους αγαπάς αλλά να μην τους χρειάζεσαι. Πώς εκπαιδεύεσαι για αυτό; Όλες σου οι μέρες και οι νύχτες γίνονται κραυγές. Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και αγωνιάς να βρεις μια έκφραση γνώριμη. Θες πίσω το χαμόγελο που έχασες.

 

Η περιπλάνηση στον κόσμο, με τα καινούρια δεδομένα. Άνθρωποι που έγιναν για λίγο μικρές πατρίδες. Χέρια κι αγγίγματα φευγαλέα. Βλέμματα γεμάτα υποσχέσεις μα και απόγνωση. Σαν να βγήκες ξαφνικά από την μήτρα της μάνας σου και κάνεις πάλι τα πρώτα βήματα να περπατήσεις στον ψυχρό κόσμο όπου όλα γίνονται με απίστευτη ευκολία μια ξεπέτα και τίποτα άλλο.


Ξέρεις ότι κάποτε αυτό που σε πλήγωσε δεν θα πονάει καθόλου. Κι εσύ, μόνο θα χαμογελάς. Και πικρά και γλυκά, αλλά θα χαμογελάς. Γιατί ξέρεις ότι η ζωή σού χρωστά κάτι ακριβό. Και θες να στο δώσει. Και αν δεν στο δώσει ποτέ θα είναι γιατί δεν θα υπάρχει αυτό που εσύ έχεις φανταστεί.

 

Συνεχίζει η ζωή κι είναι όμορφα. Και εσύ δεν θες καμιά υπόσχεση. Οι υποσχέσεις είναι για να αθετούνται. Σε ποιόν θεό ορκίζονται οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν; Κι ύστερα ένα χέρι λύνει τους όρκους.
Ναι. Κανείς δεν δίνει εγγυήσεις. Και τι να τις κάνεις βέβαια; Όλα αυτά είναι μόνο εξάρτηση. Ο πραγματικός έρωτας είναι ελευθερία και μόνο ελευθερία. Και αγάπη. Κι όταν αγαπάς κάποιον θες να είναι καλά.


Μέσα από ανθρώπους και θύελλες, μέσα από αποχωρισμούς και πένθος, εκπαιδεύεσαι να κάνεις την υπέρβαση. Να αγαπάς, αλλά να μην χρειάζεσαι αυτό που αγαπάς. Να μην απαιτείς τίποτα παρά μόνο σιωπή για κάθε στιγμή που πέρασε στο χθες.


Ίσως πάλι και όλα να είναι απάτη. Ίσως ζούμε με ψέματα. Και δεν ξέρω αλήθεια με πόσα ψέματα συντηρούμε τις αλήθειες μας.

 

Μάης στην πόλη. Οι ελιές ανθισμένες. Η Άνοιξη φύλαγε πάντα τις πιο παράξενες εκπλήξεις. Ώρα τρείς τη Νύχτα η γυναίκα βάδιζε κάτω από τη βροχή που έπεφτε ασταμάτητα.


Μάης κι έβρεχε. Μάης και κι είχε βαλθεί αυτή η Άνοιξη να την ξεκάνει. Θέλει σαν τρελή να χτυπήσει το κουδούνι του. Κανείς δεν θα αποκριθεί. Κανείς δεν θα ανοίξει. Μετανιώνει και φεύγει. Πόση τρέλα αλήθεια σε μια κίνηση;

 

Ο άνδρας είχε φύγει για πάντα. Και άλλο δεν είχε παρά να εκπαιδεύσει τη λύπη. Να αγαπά αλλά να μην χρειάζεται τίποτα από εκείνον. Να μένει αξιοπρεπώς στην άκρη. Να εξαφανίζεται αν μπορεί. Ακόμα και στον διάβολο αν είναι δυνατόν να πάει, να πάει.

 

Όλοι μας εν δυνάμει γινόμαστε ένα βιβλίο. Που κάποιος το ανοίγει και το διαβάζει. Κι ύστερα το πετά στην βιβλιοθήκη της σκέψης του και το αφήνει εκεί. Μα κάποιους ανθρώπους τους ξαναδιαβάζεις πάλι και πάλι. Κι αυτό είναι ένα μάθημα που το μαθαίνουμε σιγά σιγά όλοι μας. Το βιβλίο της και το δικό σου θα διαβαστεί πολλές φορές κάτι βράδια περίεργα που η μοναξιά θα χτυπά κόκκινο συναγερμό, παραμερίζοντας στην άκρη κάθε ίχνος εγωισμού.

 

Έχει αξιοπρέπεια ο Έρωτας; Έχει. Έχει και κάτι άλλο όμως, σαν να λέμε κάτι σαν ρεβάνς. Είναι κάτι σαν το τελευταίο χαρτί μιας τράπουλας που σκορπίζεται στον αέρα και τρυπώνει κρυφά στο μανίκι σου ένας άσσος. Είναι μια διεύθυνση.


Όσα ταξίδια να κάνεις, όσα κορμιά πατρίδες να διανύσεις ή να κατακτήσεις, όσους έρωτες και όσες αγάπες, πάντα θα γυρίζεις εκεί σαν χάσεις όλους τους χάρτες σου. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ακόμα κι αν δεν σε δεχτεί κανείς πίσω. Ακόμα κι αν δεν ξαναχτυπήσεις την πόρτα της ή τη δική του.

 

Πασχίζουμε να αφήσουμε ένα σημάδι στον καιρό μα εκείνος σημαδεύει εμάς εντέλει. Θα γυρίζεις με τη σκέψη σου, πάντα εκεί που σ΄ αγάπησαν πολύ. Πάρα πολύ. Με τις αισθήσεις σου όλες σε πλήρη αρμονία, μετά από τόσους πολέμους και μάχες με τον εαυτό σου και τους άλλους. Στην τελευταία διεύθυνση.


Εκεί που σ΄ αγάπησαν πολύ. Πάρα πολύ.


Στην τελευταία διεύθυνση σωτηρίας.

 

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια